Σάββατο, 26 Ιουλίου 2008

Ρέκβιεμ

Αντόνιο Ταμπούκι , εκδ. Άγρα , μτφ. Α. Χρυσοστομίδης.

















Λισαβόνα , Γένοβα , Αζόρες . Τί κοινό μπορούν να έχουν οι τρεις αυτοί τόποι ; Η απάντηση βρίσκεται στα τρία βιβλία του Ταμπούκι που έχω μέχρι τώρα διαβάσει.

Όταν μετακινούμαι από το σπίτι μου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της μιας μέρας παίρνω πάντα μαζί μου ένα βαλιτσάκι γεμάτο με βιβλία που διαβάζω ή που αισιοδοξώ να διαβάσω . Απαραίτητο συνοδευτικό των βιβλίων μου είναι ένας λεπτομερέστατος παγκόσμιος χάρτης . Κάθε βιβλίο κι ένα ταξίδι ... Είτε πρόκειται για τον Ιούλιο Βερν και τον Τζόζεφ Κόνραντ που έφτασαν στα πέρατα της γης είτε για τον Φερνάντο Πεσσόα που σπάνια πήγε πιο πέρα από τη Ρούα ντος Ντουραδόρες .


Ο Ταμπούκι είναι ένας λογοτέχνης ταξιδευτής . Και στα τρία βιβλία του , που έχω διαβάσει , πρωταγωνιστής είναι ένας συγκεκριμένος τόπος . Θα έλεγε κανείς ότι όχι μόνο τα πρόσωπα αλλά και οι ιστορίες του αναδύονται μέσα από τους τόπους στους οποίους διαδραματίζονται τα έργα του.
















Στη γοητευτική "Γραμμή του ορίζοντα"(16/20) ο ήρωάς του περιπλανιέται στην πόλη της Γένοβας αναζητώντας την ταυτότητα ενός ανώνυμου πτώματος .Μια αναζήτηση που μοιάζει όλο και περισσότερο με τη γραμμή του ορίζοντα , που όσο την πλησιάζει κανείς τόσο περισσότερο αυτή απομακρύνεται από κοντά του .
"Η γυναίκα του Πόρτο Πιμ και άλλες ιστορίες"(14/20) διαδραματίζονται στις Αζόρες . Κάτι μικρά αλλόκοτα νησάκια που έχουν ξεφυτρώσει στη μέση του Ατλαντικού ωκεανού . Τόποι στοιχειωμένοι από θρύλους για φάλαινες και φαλαινοθήρες . Έχεις την αίσθηση ότι τα ίδια τα τοπία αφηγούνται αυτές τις ιδιόμορφες περιπέτειες .
















Το "Ρέκβιεμ" είναι μια ονειρική περιπλάνηση ενός άνδρα στην έρημη Λισαβόνα μια ζεστή Κυριακή του Ιουλίου . Ο άνδρας θα συναντήσει πρόσωπα του παρελθόντος που έχουν στοιχειώσει τη ζωή του ανάκατα με πρόσωπα υπαρκτά εκείνης της συγκεκριμένης μέρας .Θα συναντήσει το νεαρό πατέρα του , ένα κουτσό λαχειοπώλη , τον μαιτρ της Κάζα ντο Αλεντέζου , έναν πωλητή ιστοριών , μια γριά τσιγγάνα ,τον Πεσσόα , έναν ακορντεονίστα κι άλλους πολλούς .


"Πόσα είναι τα γράμματα της λατινικής αλφαβήτου ; , ρώτησε η φωνή του πατέρα μου . Κοίταξα με προσοχή , και στο ημίφως τον είδα , τον πατέρα μου ... Ήταν ντυμένος σαν ναύτης, θα ήταν είκοσι χρονών ή κάτι παραπάνω αλλά ήταν ο πατέρας μου , δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω λάθος. Πατέρα , είπα εγώ , τι κάνεις εδώ , στην Πανσιόν Ισαντόρα , ντυμένος ναύτης ; Εσύ να μου πεις τι γυρεύεις εδώ , απάντησε εκείνος , βρισκόμαστε στα 1932 ,εγώ κάνω τη στρατιωτική μου θητεία και το πλοίο μου έδεσε σήμερα στη Λισαβόνα , το πλοίο μου ονομάζεται "Φιλιμπέρτο" , είναι φρεγάδα . Μα γιατί μου μιλάς πορτογαλικά , πατέρα , είπα εγώ ...Ο Νεαρός Πατέρας έβγαλε το ναυτικό του πηλήκιο κι έστρωσε τα μαλλιά του .Είχε τίμιο πρόσωπο και ωραία ξανθά μαλλιά ... Είμαι εδώ μόνο γιατί θέλω να μάθω ποιο θα είναι το τέλος της ζωής μου , κι εσύ είσαι ο μόνος που μπορείς να το ξέρεις , εσύ βρίσκεσαι στο παρόν σου , θέλω να μάθω τα πάντα σήμερα , Κυριακή του 1932 . Και γιατί βιάζεσαι τόσο πολύ να μάθεις , είπα εγώ ,μη βιάζεσαι , η ζωή είναι αυτό που πρέπει να είναι ,εσύ δεν μπορείς να κάνεις τίποτα , πατέρα .Όχι , όχι , είπε ο Νεαρός Πατέρας μου,μόλις θα βγω από την πανσιόν θα ξεχάσω τα πάντα έχω μια κοπέλα που με περιμένει στην οδό ντα Μοέντα , αρκεί να βγω από εδώ και θα τα έχω ξεχάσει όλα , τώρα όμως πρέπει να μάθω , γι' αυτό σε βασανίζω ."


Η ανάγνωση του σύντομου κι αξιόλογου αυτού αφηγήματος σου αφήνει την απόλαυση ενός κυριακάτικου περίπατου σ' έναν αγαπημένο σου τόπο . Η γραφή του Ταμπούκι είναι αισθησιακή και διαποτισμένη με νοσταλγία.Χαρακτηρίζεται από το ελεγειακό του χιούμορ και την ελλειπτικότητα της αφήγησης .





Το "Ρέκβιεμ" είναι ένα fado , ένα canto saudade που συνέθεσε ο Ταμπούκι για όλους αυτούς που σημάδεψαν τη ζωή του και που δεν υπάρχουν πια .Τα φαντάσματα του παρελθόντος του εισβάλλουν στο παρόν του δωδεκάωρου της περιπλάνησης δημιουργώντας ένα αξεδιάλυτο μίγμα με τους ζωντανούς .Ποιος άλλωστε είναι αυτός που μπορεί με βεβαιότητα να ισχυριστεί ότι ζει μόνο στο παρόν ή μόνο στον τόπο που βρίσκεται τη συγκεκριμένη στιγμή ; Ποιος μπορεί με βεβαιότητα να ισχυριστεί ότι οι νεκροί δεν επιστρέφουν κι ότι οι φωνές τους , παγωμένες ψηλά στον αιθέρα , δεν λιώνουν για να ηχήσουν ξανά ανάμεσα στους ζωντανούς ;


"Φωνές.Τι ωραία που θα ήταν αν μπορούσαμε να μεταφράσουμε σε λέξεις τις συγκινήσεις που έχουν προκαλέσει μέσα μας οι φωνές αυτών που αγαπήσαμε στη διάρκεια της ζωής μας ! Παρ' όλα αυτά τις κουβαλάμε μέσα μας , στο πιο βαθύ κομμάτι του εαυτού μας, σαν θησαυρό σε κοσμηματοθήκη που δεν μπορούμε να τη δείξουμε σε κανέναν , και της οποίας μονάχα εμείς έχουμε το κλειδί . Ο ανύπαντρος θείος που φλερτάριζε τα κορίτσια , που αγαπούσε τη λογοτεχνία , που σκοτώθηκε σε δυστύχημα και που εμείς τον ακούσαμε , εκείνη την ίδια μέρα , να διηγείται μελαγχολικός μια ερωτική του απογοήτευση.Ο άξεστος και τρυφερός παππούς ο οποίος , με έναν τόνο εξέγερσης που ακόμα δεν είχε σβήσει αλλά παραδόξως χαρακτηριζόταν από μια νοσταλγική φλέβα , περιέγραφε το χαράκωμα στο οποίο πολεμούσε στον Μεγάλο Πόλεμο. Η κυκλοθυμική αδελφή του , κάποιες εποχές γενναιόδωρη σε χαρούμενους ήχους όπως εκείνοι του σπίνου , και κάποιες άλλες εξαιρετικά τσιγγούνα σε λέξεις , αποκαλύπτοντας έτσι την γκριζάδα της κατάθλιψής της . Και κάποιες άλλες φωνές : φωνές της παιδικής μας ηλικίας , της παιδικής ηλικίας του καθένα μας . Μα πώς να τις επαναφέρεις ; Οι λέξεις που γράφουμε στο χαρτί είναι κωφές : ακολουθούν ματαίως εκείνες τις φωνές , χωρίς να κατορθώνουν ποτέ να πιάσουν τη χροιά τους . Βρισκόμαστε στο επίπεδο της αφαίρεσης , και η αφαίρεση δεν είναι μεταφράσιμη".





Σημείωση:Τις δύο φωτογραφίες στη μέση της ανάρτησης τις τράβηξα πρόσφατα στη Λισαβόνα . Στην πρώτη ένας ακορντεονίστας στην πλατεία Rossio έξω από το Cafe Nicola και στη δεύτερη η εντυπωσιακή εσωτερική αυλή της Casa do Alentejo , που περιγράφεται λεπτομερώς στο βιβλίο και που στεγάζεται σε ένα μαυριτανικό αρχοντικό στο κέντρο της πόλης.Η επαρχία του Αλεντέζου βρίσκεται στο νότο της Πορτογαλίας και είναι διάσημη για την πλούσια κουζίνα της ,την οποία επίσης περιγράφει αναλυτικά ο Ταμπούκι και είχαμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε στον πρώτο όροφο της Casa . Η λέξη Saudade είναι μια χαρακτηριστική πορτογαλική λέξη που σημαίνει νόστος , νοσταλγία, θλίψη ,μελαγχολία , καημός για κάτι αδιευκρίνιστο που μας λείπει .Το βιβλίο γράφτηκε από τον Ιταλό συγγραφέα στα πορτογαλικά γιατί όπως λέει ο ίδιος είχε δει πράγματι τον πατέρα του στο όνειρό του ,που υπήρξε το έναυσμα για το αφήγημα , να του μιλάει πορτογαλικά ενώ δεν είχε μάθει στη ζωή του καμια ξένη γλώσσα.(15/20)

5 σχόλια:

κωνσταντίνα είπε...

Μου άρεσε ιδιαίτερα αυτή η ανάρτηση...Μου αρέσει πολύ να ταξιδεύω,αλλά μέχρι στιγμής δεν έχω κάνει κάποιο αξιοσημείωτο ταξίδι.Πολύ όμορφες εικόνες!

Babis Dermitzakis είπε...

Ναυτίλε, με έκανες και ζήλεψα μ' αυτά που γράφεις για τον Ταμπούκι. Θα τον βάλω σε απόλυτη προτεραιότητα. Σου εύχομα Καλό Καλοκαίρι.

ναυτίλος είπε...

Προς Κωνσταντίνα ... έχεις όσο χρόνο θέλεις μπροστά σου ...

ναυτίλος είπε...

Μπάμπη , καλό καλοκαίρι και σε σένα . Εμείς πάντως φεύγουμε αύριο για Σκόπελο (Γλώσσα).

Χριστίνα είπε...

Μεγάλη αδυναμία έχω στον Ταμπούκι, μετά από το πρώτο που διάβασα που το θεωρώ και το καλύτερο, το "Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα". Γενικά οι επιλογές σου, ναυτίλε, είναι και δικές μου επιλογές...