Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

Αριάγνη

Στρατής Τσίρκας, εκδ. Κέδρος(2005), επιμ. Χ. Προκοπάκη.




Από την Ιερουσαλήμ της "Λέσχης" στο Κάιρο της "Αριάγνης", όπου βρίσκονται τώρα τα αρχηγεία των συμμαχικών δυνάμεων. Από τον Δεκέμβρη του 1942 στο καλοκαίρι του 1943. Ο Ρόμμελ έχει ηττηθεί στο Ελ Αλαμέιν και υποχωρεί ενώ οι Σοβιετικοί αρχίζουν να νικούν τους Γερμανούς. Η έκβαση του πολέμου ξεκαθαρίζει και κύριο μέλημα των συμμάχων στα παρασκήνια είναι πια το "μετά". Κι εδώ ξεκινάει ένας άλλος πόλεμος, πιο ύπουλος: πολιτικές πλεκτάνες, διπλωματικές κινήσεις, κατασκοπίες, εκτοπισμοί, δολοφονίες... Όλα αυτά είναι το φόντο αλλά και ο κινητήριος μοχλός του μυθιστορήματος. Στο πρώτο πλάνο ο ανθυπολοχαγός Μάνος Σιμωνίδης χαμένος μες σ' αυτόν τον κυκεώνα πασχίζει να βρει το σωστό και το δίκαιο. Ωστόσο, όσο πιο πολύ πασχίζει τόσο πιο πολύ δείχνει να μπερδεύεται.

"Είμαι σα θεατής αρχαίας τραγωδίας, ξέρω τα δεινά που περιμένουν τον ήρωα, ξέρω πως όσο πασχίζει να διορθώσει τη μοίρα του, τόσο θα βουλιάζει και πιο πολύ".




Ο Μάνος, η "μάνα κουράγιο" Αριάγνη Σαρίδη, ο διανοούμενος Ρούμπυ Ρίτσαρντς, ο Κουρτ Στέτλιν, ο Γιούνες Μαχμούς κι ο Ναμπουλιόν δεν είναι οι μόνοι πρωταγωνιστές στο δεύτερο βιβλίο της Τριλογίας. Το Κάιρο, οι κάτοικοί του και η παλιά του γειτονιά, πραγματικός λαβύρινθος, τους συμπληρώνουν ισάξια. Έχεις την αίσθηση ότι κάθε τόσο χάνεσαι στα σοκάκια του, μυρίζεις τις βαριές του μυρωδιές, ακούς τους ακαθόριστους ήχους του, κοιτάζεις τους ψηλούς του μιναρέδες...

"Αμέσως βρέθηκα σ' ένα μακρύ δρομάκο, σκοτεινό και ήσυχο. Όλα ήτανε υγρά, μολυβιά ή σκούρα καστανά και μαύρα: η πατημένη γη, τ' ασουβάντιστα παλιόσπιτα, χαμηλά και σαραβαλιασμένα, οι κλειστές πόρτες, μαύρες από την πολυκαιρία και τη λίγδα, οι σακατεμένες μουσαραμπίες, τα ξεχαρβαλωμένα παραθυράκια. Κάπου ένα υπόγειο μ' ανοιχτή πόρτα: Μέσα στο σκοτάδι έβλεπα σκιές να σαλεύουνε κι άκουα γυναίκες να κουβεντιάζουν και μωρά να τσιρίζουνε. Λίγο ν' άνοιγα τα χέρια, θ' άγγιζα και τις δυο πλευρές του δρομάκου. Πήγαινα γρήγορα κοιτάζοντας χάμου, για να πηδάω τις γούβες με τ' αποπλύματα. Ήτανε λάκκοι με νερό λουλακί, άλλοι με γαλατερό κι άλλοι με πράσινο, άρρωστο... Τα σπίτια γύρω στριμώχνονταν κολλητά το 'να στ' άλλο, δίχως ν' αφήνουνε πέρασμα... Προχωρούσα τώρα στα τυφλά".


















Στην "Αριάγνη", το παρελθόν έχει ήδη αρχίσει να λειτουργεί αντιστικτικά προς το παρόν. Από τη μία οι απόηχοι της εθνικοαπελευθερωτικής εξέγερσης των Αιγυπτίων ενάντια στην βρετανική κυριαρχία και την αιματηρή καταστολή της το 1919 και από την άλλη οι προσπάθειες των Ελλήνων να απαγκιστρωθούν από την αγγλική κηδεμονία και να καθορίσουν μόνοι τους το μέλλον τους. Και στη μέση, η Αριάγνη να προσφέρει το μίτο...

"(Αριάγνη)__Τα πράγματά σας τα φύλαξε ο Γιούνες. Μην κάνεις έτσι. Είναι άνθρωπος εμπιστοσύνης.
(Μάνος)__ Πάντως μόνος μου δε θα τον εμπιστευόμουν. Αν χαθούν τα πράματα, θα 'ναι σα να παραδίνουμε ένα φρούριο ή ένα θωρηχτό. Θα τρελαθώ να ξέρω πως μου τα φυλάει ένας Αράπης, που δέχεται να τον ταΐζουν δυο γυναίκες, που αφήνει το παιδί του γυμνό, που τον είδα να στριφογυρίζει και να γαβγίζει...
(Αριάγνη)__ Κακομοίρη, πάλι δεν κατάλαβες. Με ποιους θέτε να την κάνετε; Μόνοι σας; Κι αυτοί; Δε θένε να τον αλλάξουνε τον κόσμο;... Ρωτάτε πώς κατάντησαν εκεί που τους βλέπετε; Ίσως αυτοί να τη θένε πιο πολύ από σας. Γιατί; Μα για να ξαναγίνουν άνθρωποι. Εσείς έχετε την περηφάνια σας, είσαστε άνθρωποι".


Στην "Αριάγνη" ο Τσίρκας παρουσιάζεται πολύ πιο ώριμος σα μυθιστοριογράφος. Τα πάντα κυλούν αβίαστα. Θα έλεγε κανείς ότι στο Κάιρο βρίσκεται στα νερά του. Εκεί μεγάλωσε, άλλωστε. Και το πιο πρωτοφανές: το θέατρο σκιών που είχε στήσει στη "Λέσχη" ζωντανεύει κι αποκτά υπόσταση. Οι εξαιρετικά ενσωματωμένες αναδρομές στο παρελθόν, η πολυπρόσωπη αφήγησή του, οι πολυδιάστατοι χαρακτήρες του, που παρουσιάζονται με όλες τους τις αντιφάσεις και οι ζωντανές περιγραφές των τόπων, κάνουν το δεύτερο μέρος της Τριλογίας ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα.






Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ' ανοιχτές πληγές απ' το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας. "Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε..."
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

Γιώργος Σεφέρης






Σημειώσεις: Οι δύο πρώτες φωτογραφίες είναι από την παλιά πόλη του Καΐρου ενώ η τελευταία είναι από την ελληνική ταξιαρχία που έλαβε μέρος στη μάχη του Ελ Αλαμέιν, για να διαλυθεί στη συνέχεια, τον Ιούλη του '43, από τους Άγγλους. Το ποίημα του Σεφέρη είναι απόσπασμα από τον "Τελευταίο σταθμό" (1944). Σημειωτέον, ότι ο Σεφέρης είχε ακολουθήσει την ίδια πορεία προς Ιεροσόλυμα και στη συνέχεια στο Κάιρο. Άλλωστε οι αναφορές που κάνει ο Τσίρκας στα ποιήματά του Σεφέρη, εκείνης της περιόδου, είναι πάμπολλες. Τους δυο τελευταίους στίχους τους χρησιμοποίησε, ως μότο, στη "Νυχτερίδα".(8/10)

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Η Λέσχη

Στρατής Τσίρκας, εκδ. Κέδρος (2005), επιμ. Χ. Προκοπάκη.


"Ιερουσαλήμ, ακυβέρνητη πολιτεία,
Ιερουσαλήμ, πολιτεία της προσφυγιάς".

Γ. Σεφέρης











Οι "Ακυβέρνητες πολιτείες" βρίσκονταν για χρόνια στα τυφλά ράφια της βιβλιοθήκης μου. Θεωρώντας ότι πρόκειται για ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα της λογοτεχνίας μας, δίσταζα ν' αρχίσω την ανάγνωσή τους. Η τελευταία όμως έκδοση του Κέδρου με τα διαφωτιστικότατα και αναμφίβολα απαραίτητα σημειώματα της Χρύσας Προκοπάκη υπήρξε καταλυτική. Επί ένα μήνα είχα μόνιμα στο πλάι μου τους τρεις τόμους... και τους τρεις!
Η ανάγνωσή τους είναι μια πορεία μύησης. Ο αναγνώστης βυθίζεται μέσα τους αργά, βασανιστικά και περνώντας από τις δοκιμασίες της Ιστορίας, των Τόπων και κυρίως του Χρόνου μυείται στα μυστήρια της ανθρώπινης ύπαρξης. Διαβάζοντας την Τριλογία είχα την αίσθηση μιας κίνησης σε ανοδική κλίμακα. Φτάνοντας τελικά στην κορφή είχα την εποπτεία μιας συγκλονιστικής παράστασης, όπου τα ιστορικά συμβάντα και τα ατομικά πεπρωμένα, ο έρωτας και η ιδιοτέλεια, το παρόν και το παρελθόν... τα πάντα δένονταν σε μια ενότητα σπάνιας συνοχής.


"Το βιβλίο το έγραψα γιατί εμένα με καίει -ακόμα και τώρα που έχει εκδοθεί η τριλογία- η υπόθεση του Απρίλη του '44. Τον έχω ζήσει τον Απρίλη πάρα πολύ έντονα και η αδικία που έχει γίνει στους ανθρώπους που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν -ίσαμε σήμερα να μην έχει αναγνωριστεί επίσημα η συμβολή του κινήματος του Απριλίου για την εθνική ενότητα- αυτό με έκανε να γράψω, για να δικαιωθεί ο Απρίλης".






Πρόκειται για το αντιφασιστικό κίνημα στο στρατό και στο στόλο, που είχε στόχο το σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας στην Αίγυπτο, όπου είχαν καταφύγει οι μάχιμες μονάδες του ελληνικού στρατού. Οι Άγγλοι σε συνεργασία με την ελληνική κυβέρνηση φρόντισαν για την αιματηρή καταστολή της εξέγερσης δίνοντας μια πρώτη γεύση γι' αυτά που θα ακολουθούσαν αργότερα επί ελληνικού εδάφους.
Τα γεγονότα του μυθιστορήματος λαμβάνουν χώρα στη Μέση Ανατολή και καλύπτουν χρονικό διάστημα 23 μηνών. Από τον Ιούνιο του 1942 έως το Μάιο του 1944. Ενώ ο επίλογος επεκτείνει την Τριλογία έως τον Ιούνιο του 1954 και μας πληροφορεί για τις τύχες των πρωταγωνιστών μετά τον Εμφύλιο.


___________________


"Η Λέσχη" εκτυλίσσεται στην Ιερουσαλήμ, όπου προ της επέλασης του Ρόμμελ προς την Αλεξάνδρεια έχει καταφύγει κάθε καρυδιάς καρύδι:

"Ιδού η Άγια Πόλη, ο αφαλός της γης, με τους κατοίκους της -μια επιτομή της ανθρωπότητας και των παθών της, χωρισμένη σε έθνη, χωρισμένη σε φυλές, χωρισμένη σε τάξεις και σε κάστες, χωρισμένη σε συνοικίες, σε φύλα, σε γένη, σε ηλικίες. Ένα φριχτά κομματιασμένο μπακλαβαδωτό".





Η "ακυβέρνητη πολιτεία" της Ιερουσαλήμ των προσφύγων, των κατασκόπων, των τυχοδιωκτών και των πατριωτών μπορεί να μην είναι το κέντρο του πολέμου αλλά οι απόηχοί του επηρεάζουν τις συμπεριφορές, διαμορφώνουν τις συνειδήσεις κι οδηγούν ανθρώπους στα άκρα... Ο Μάνος Σιμωνίδης, η Έμμη Μπρόμπρετσμπεργκ, η φράου Άννα Φέλντμαν και οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές βρίσκονται μέσα στον μικρόκοσμο της πανσιόν Κόλλερ και προσπαθούν να συμφιλιώσουν το παρόν με το παρελθόν τους ενώ ο έρωτας και τα πάθη, καταπιεσμένα ως τότε, τους κινούν σα μαριονέτες έως ότου τους μπλέξουν σε ένα αξεδιάλυτο κουβάρι σχέσεων.

"Κι ο κόσμος, ώρες ώρες, είναι σαν ένα πανέρι γιομάτο ζωντανά καβούρια. Δαγκώνουμε τον πλησίον μας, μας δαγκώνει κι αυτός και , πάνω στο μαλλιοκουβάριασμα, δαγκώνουμε τον εαυτό μας".

Έξοχη ατμόσφαιρα, θαυμάσιοι δευτερεύοντες χαρακτήρες, εξαιρετική η επιλογή της πολυφωνικής αφήγησης (αν κι ο εσωτερικός μονόλογος της φράου Άννα δεν ταιριάζει στη γραφή του Τσίρκα)... αλλά δυστυχώς κι ένα σωρό προβλήματα. Είπαμε, η κλίμακα είναι ανοδική κι ακόμα είμαστε στη βάση της... Όλα δείχνουν πολύ εγκεφαλικά, πολύ σχηματικά. Οι κύριοι χαρακτήρες σα να σχεδιάστηκαν in vitro. Το κακό Ανθρωπάκι με όλα τα αρνητικά πάνω του, ο ουμανιστής και αξιέραστος Μάνος, η πανέμορφη και νυμφομανής Έμμη... Οι καλοί και ωραίοι, οι κακοί και άσχημοι και στο τέλος, το εύρημα της λέσχης εντελώς ψεύτικο.







Σημειώσεις: Η νέα έκδοση πιστεύω είναι απαραίτητη σε όποιον θέλει να διαβάσει με πληρότητα το μυθιστόρημα του Τσίρκα. Η εργασία της Χρύσας Προκοπάκη είναι εξαιρετική. Το εκτενές ιστορικό σημείωμα, οι σχολαστικές σημειώσεις και το γλωσσάρι ήταν πολύτιμα. Ως συμπληρωματικά αναγνώσματα θα πρότεινα επίσης το βιβλίο της, "Οι Ακυβέρνητες πολιτείες του Στρατή Τσίρκα και η Κριτική 1960-1966", του Ντανιέλ Μπλο "Χρονικές δομές στις Ακυβέρνητες πολιτείες" και τα "Ημερολόγια της Τριλογίας" του ίδιου του Τσίρκα. (5/10)

Παρασκευή, 06 Νοεμβρίου 2009

Σενέκας




"Δείξε μου τον άνθρωπο που ξέρει να αποδίδει στο χρόνο την αξία του, να εκτιμά την κάθε ημέρα, να αντιλαμβάνεται ότι πεθαίνει κάθε στιγμή. Απατώμεθα όταν νομίζουμε ότι ο θάνατος βρίσκεται μπροστά μας. Το μεγαλύτερο μέρος του ήδη παρήλθε. Ό,τι ανήκει στο παρελθόν βρίσκεται στα χέρια του θανάτου.
Κάμε λοιπόν, αγαπητέ μου Λουκίλιε, καθώς γράφεις: γίνε κύριος όλων των ωρών σου. Θα εξαρτάσαι λιγότερο από το αύριο, αν γίνεις κύριος του σήμερα. Όσο αναβάλουμε, η ζωή μας φεύγει. Τίποτε, Λουκίλιέ μου, δεν μας ανήκει. Μόνον ο χρόνος είναι δικός μας. Αυτό είναι το μόνο φευγαλέο και τυχαίο αγαθό που μας χάρισε η φύση. Κι όμως, ο οποιοσδήποτε τρίτος μπορεί να μας το ξοδεύει.
Κοίτα πόσο μωροί είναι οι άνθρωποι: θεωρούν ως μεγάλη εξυπηρέτηση τις πλέον ελάχιστες και ευτελείς υπηρεσίες, τις μη αναγκαίες, και νιώθουν υποχρεωμένοι. Αλλά κανείς δεν νιώθει υπόχρεος για τον χρόνο που του χαρίζουμε, ενώ αυτό είναι το μόνο αγαθό που δεν μπορεί να ανταποδώσει ακόμη κι ο πιο ευγνώμων άνθρωπος".

Από τις "Επιστολές στον Λουκίλιο" (Seneca Lucius Annaeus).



Σημείωση: Ο πίνακας είναι του Φλαμανδού ζωγράφου Philippe de Champaigne (1602-1674).

Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2009

Ανακρεόντειο




...
Ἐγώ δ’ ἔσοπτρον εἴην,
ὅπως ἀεί βλέπῃς με.
Ἐγώ χιτών γενοίμην,
ὅπως ἀεί φορῇς με.
Ὕδωρ θέλω γενέσθαι,
ὅπως σε χρῶτα λούσω.
Μύρον, γύναι, γενοίμην
ὅπως ἐγώ σ’ ἀλείψω .
Καί ταινίη δέ μαστῶν ,
καί μάργαρον τραχήλῳ.
Καί σάνδαλον γενοίμην
μόνον ποσίν πάτει με.

...
Κι εγώ καθρέφτης να 'μουνα
για να με βλέπεις πάντα.
Εγώ χιτώνας να γενώ,
πάντα να με φορείς.
Νεράκι θέλω να γινώ,
το σώμα σου να λούσω.
Μύρο, γυναίκα, να' μουνα
να σε αλείψω εγώ.
Στο στήθος σου στηθόδεσμος,
κολιέ μαργαριτάρι.
Σαντάλι σου, εμένανε
μονάχα να πατάς.




Σημείωση:Το ποίημα στα αρχαία ελληνικά περιέχεται στην έκδοση Αρχαίοι Λυρικοί-Μελικοί, εκδ. Άγρα στα Ανακρεόντεια αρ.18. Η παραπάνω μετάφραση όμως , είναι του Ναυτίλου. Το εικαστικό θέμα είναι έργο της Σοφίας Λασκαρίδου(1882-1965) με τίτλο "μπροστά στο τζάκι".

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Απ' το σεντούκι του Ναυτίλου

Α. Νέοι θησαυροί



Επιτέλους, 42 χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση "Οι τρεις ταλαίπωροι τίγρεις" του Κουβανού Γκιγιέρμο Καμπρέρα Ινφάντε μεταφράζονται στα ελληνικά από τον Γιώργο Ρούβαλη και κυκλοφορούν από τις εκδ. Τόπος.

"Το απερίγραπτο αυτό μυθιστόρημα -μνημείο της ισπανικής γλώσσας βρίσκεται τελικά στα χέρια του Έλληνα αναγνώστη. Προσωπικά, η διαδικασία μετάφρασης και έκδοσής του μας πήρε πάνω από τριάντα χρόνια..."

Γ. Ρούβαλης


Το νέο αυτό απόκτημα θα βρει θέση στο σεντούκι του Ναυτίλου δίπλα σε άλλα μυθιστορήματα της Λατινικής Αμερικής όπως το Paradiso, το Κουτσό, η Ζωή και ο θάνατος του Αρτέμιο Κρους και Πέδρο Πάραμο.


Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Οι Μπούντενμπροκς

Τόμας Μαν, εκδ. Οδυσσέας, μτφ. Τούλα Σιέτη.



"Δεν υπάρχουν υποκείμενα... κάθε υποκείμενο είναι εκπρόσωπος ενός ολόκληρου είδους".

Γκαίτε









Τι το κοινό έχουν μυθιστορήματα σαν το Paradiso του Λίμα, το Middlemarch της Έλιοτ, το Μόμπυ Ντικ του Μέλβιλ, τον Οδυσσέα του Τζόυς, το Θάνατο του Βιργιλίου του Μπροχ, το Ζοφερό οίκο του Ντίκενς και τους Μπούντενμπροκς του Μαν; Η προφανής απάντηση είναι ότι πιάνουν απίστευτο χώρο σε μια βιβλιοθήκη αφού ξεπερνούν τις 800 σελίδες το καθένα, είναι υπεύθυνα για τη μη αναστρέψιμη κυρτότητα των ραφιών της καθώς και για την γκρίνια που προκαλεί η έλλειψη ελεύθερου χώρου στο σπίτι ενός βιβλιόφιλου...
Πάντα αναρωτιόμουνα γιατί τα περισσότερα μυθιστορήματα απ' αυτά που θεωρούνται αριστουργήματα είναι τόσο ογκώδη, λες και η ποιότητά τους εξαρτάται από την ποσότητα των λέξεων που περιέχουν. Ενώ το λιλιπούτειο Πέδρο Πάραμο, δεκάρι με τα όλα του, που βρίσκεται απομονωμένο σε κάποια αδιευκρίνιστη γωνιά της βιβλιοθήκης μου, θα έδειχνε τόσο λίγο πλάι τους. Μήπως γιατί η περιπλάνηση σε ένα δάσος μου φαίνεται πιο γοητευτική από μια βόλτα σε έναν κήπο, όσο εξαίσιος κι αν είναι αυτός; Ή μήπως γιατί με έλκουν τα μυθιστορήματα-εγκυκλοπαίδειες, στα οποία προσδοκώ να βρω απαντήσεις για ένα σωρό ερωτήματα;





"Οι Μπούντενμπροκς" είναι η ιστορία μιας ισχυρής και παραδοσιακής οικογένειας της Λυβέκης, που αρχίζει στα 1835 με τον γέρο Γιόχαν Μπούντενμπροκ και τελειώνει με τον Χάννο, τον δισέγγονό του στα 1877. Στην ουσία όμως η αφήγηση επικεντρώνεται στα τρία εγγόνια του Γιόχαν: τον Τόμας, που αναλαμβάνει τα ηνία της εμπορικής φίρμας της οικογένειας, τον Κρίστιαν και την Τόνυ. Ο Τόμας Μαν μας περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια την οικονομική, τη φυσική και την πνευματική παρακμή τους. Παρόλο που θεωρητικά είχαν όλες τις δυνατότητες να ευτυχήσουν κανείς τους δεν τα κατάφερε. Ούτε αυτοί που θυσίασαν τις επιθυμίες τους για χάρη του ονόματος που έφεραν αλλά ούτε αυτοί που δεν το έκαναν. Θα έλεγε κανείς ότι τους εμπόδιζε μια ανώτερη δύναμη ή μάλλον γιατί, σε τελευταία ανάλυση, η παρακμή ενός ατόμου είναι συνέπεια μιας κοινωνικής και ιστορικής παρακμής καθώς αντιστοιχεί στην αντικειμενική πραγματικότητα. Όλες οι προσπάθειες του Τόμας Μπούντενμπροκ, τέκνου μιας άλλης εποχής, να προσαρμοσθεί στα νέα δεδομένα της οικονομικής ανάπτυξης είναι μάταιες και τον οδηγούν σε αδιέξοδο. Η εποχή των οικογενειακών εταιριών με ηθικούς κώδικες και μέριμνα για τα κοινά είχε παρέλθει. Οι πολίτες της Βασίλισσας του Χάνζε, της πόλης-κράτους Λυβέκης, έδιναν τη θέση τους στους αδίστακτους Γερμανούς αστούς του τέλους του 19ου αιώνα.

"Εμείς, αγαπημένη μου κόρη, δεν γεννηθήκαμε γι' αυτό που, μυωπικά βλέποντας, θεωρούμε ότι αποτελεί τη δική μας, μικρή, προσωπική ευτυχία, γιατί δεν είμαστε ξεκομμένα, ανεξάρτητα, μεμονωμένα όντα που υπάρχουν μόνο για τον εαυτό τους, αλλά οι κρίκοι μιας αλυσίδας, και θα ήταν αδιανόητη η ύπαρξή μας, αυτή η μορφή ύπαρξής μας, δίχως τη σειρά όλων εκείνων που προηγήθηκαν και που μας έδειξαν το δρόμο, ακολουθώντας κι αυτοί με τη σειρά τους μια δοκιμασμένη και άξια σεβασμού παράδοση με αυστηρότητα και δίχως παρεκκλίσεις".



Ο Τόμας Μαν, γόνος μιας αντίστοιχης οικογένειας της Λυβέκης, χρησιμοποιώντας τον ρεαλισμό του ως "καθρέφτη της ζωής", μας παραδίδει μοναδικά πορτρέτα χαρακτήρων συνθέτοντας μια ολοζώντανη τοιχογραφία εκείνης της εποχής. Όλα κυλούν τόσο φυσικά, τόσο αβίαστα, που έχεις την αίσθηση ότι τίποτα δε θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί διαφορετικά. Ανεκπλήρωτοι έρωτες, αμέτρητοι συμβιβασμοί χάριν του καθήκοντος και της οικογενειακής φίρμας και οικογενειακές συγκρούσεις περιγράφονται χωρίς την παραμικρή παραχώρηση στο ρομαντισμό ή στην κοινοτοπία.







Το κύριο αφηγηματικό όπλο του Μαν είναι η λεπτή του ειρωνεία. Μια ειρωνεία μοναδική, που λειτουργεί ως φίλτρο μέσα απ' το οποίο περνάει όλη του η αφήγηση. Έτσι ο Γερμανός δημιουργός καταφέρνει να διατηρεί αποστάσεις απ' όλους τους χαρακτήρες του, ενισχύοντας την αντικειμενικότητα της αφήγησης ενώ ο αναγνώστης τους γνωρίζει μέσα από τις αντιφάσεις τους. Δεν υπάρχουν θετικοί ή αρνητικοί χαρακτήρες. Όλοι τους είναι απλά άνθρωποι.



"Οι Μπούντενμπροκς" είναι για μένα ο ορισμός του μυθιστορήματος. Στέρεο, ακλόνητο, κλασικό σαν τα παλιά κτήρια της Λυβέκης. Φτιαγμένο να διαρκέσει αιώνια. Ο Φώκνερ το είχε χαρακτηρίσει ως το σπουδαιότερο μυθιστόρημα του 20ού αιώνα. Γνωρίζοντας όμως και την μάλλον αντίθετη άποψή του για τον "Οδυσσέα" θα αναφωνούσα: Ζήτω ο ορισμός αλλά ζήτω και η εξαίρεσή του!







"_Μα τι τρέχει Τομ; Θα 'πρεπε να ήσουν χαρούμενος! Όλα πάνε καλά. Εδώ σεργιανάμε στον κήπο σου και όλα μοσχοβολάνε. Εκεί είναι το καινούριο σπίτι σου, ένα σπίτι όνειρο. Όλα αυτά εσύ τα κατάφερες...
_Ναι, είναι σχεδόν παραπάνω απ' όσο πρέπει ωραίο, Τόνυ. Μού δίνει μεγάλη χαρά η προοπτική όλων αυτών, όμως η προκαταβολική αυτή χαρά ήταν, όπως πάντα, το καλύτερο, γιατί το καλό έρχεται πάντα πολύ αργά, ολοκληρώνεται πάντα πολύ αργά, όταν πια δεν μπορείς να το χαρείς σωστά... Τι είναι επιτυχία; Μια μυστική, απερίγραπτη δύναμη, περίσκεψη, ετοιμότητα... η συνείδηση ότι ασκώ απλά και μόνο με την ύπαρξή μου κάποια πίεση στις κινήσεις της ζωής γύρω μου... Η πίστη ότι χειραγωγείται η ζωή προς όφελός μου... Ευτυχία και επιτυχία βρίσκονται μέσα μας. Πρέπει να τις κρατήσουμε:γερά, βαθιά... Βλέπεις, Τόνυ... Ξέρω ότι συχνά τα εξωτερικά, ορατά και απτά γνωρίσματα και σύμβολα της ευτυχίας και της ανόδου εμφανίζονται τότε όταν στην πραγματικότητα έχουν πάρει όλα πάλι την κατιούσα. Αυτά τα εξωτερικά γνωρίσματα χρειάζονται χρόνο μέχρι να φτάσουν, όπως το φως ενός αστεριού σαν κι αυτά κει ψηλά, που δεν ξέρουμε, όταν ακτινοβολεί φωτεινότατο, αν ετοιμάζεται να σβήσει ή αν είναι ήδη σβησμένο..."







Σημειώσεις: Ο Τόμας Μαν τελείωσε το έργο το 1900 ενώ ήταν μόλις 25 ετών. Ο υπότιτλος του βιβλίου είναι "Η παρακμή μιας οικογένειας". Η πρώτη φωτογραφία είναι από την ιστορική πόλη Λυβέκη (Λύμπεκ), που την ονόμαζαν και Βασίλισσα του Χάνζε και είναι χτισμένη πάνω σ' ένα νησάκι στις εκβολές του ποταμού Τράβε στην Βαλτική. Επίσης είναι ο επόμενος προορισμός του Ναυτίλου. Το σπίτι στη φωτογραφία είναι το πατρικό του Τόμας Μαν στην πόλη, που εγκατέλειψε στα 1893, μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα του και τη διάλυση της εκατόχρονης εμπορικής εταιρίας. Η έκφραση "καθρέφτης ζωής" για τον ρεαλισμό του Τόμας Μαν ανήκει στον Γκέοργκ Λούκατς. Για την μη αναστρέψιμη κυρτότητα των ραφιών της βιβλιοθήκης βλέπε το επιστημονικό άρθρο του Χ. Γιαννακόπουλου (μπλογκ: ημερολόγιο ανάγνωσης, 12-1ο-2009): Για μια χωρική ανωμαλία στη Βιβλιοθήκη. Ο πίνακας στο τέλος είναι της Nomad Sandra Hansen εμπνευσμένος από το Λύμπεκ.(10/10)

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

The minority report και άλλα διηγήματα

Φίλιπ Ντικ, εκδ. Μέδουσα/Σέλας, μτφ. Γ. Γούλας κ.α.




"Reality is that which, when you stop believing in it, doesn't go away"











Ποιος ήταν ο Φίλιπ Ντικ; Ένας παραγωγικότατος Αμερικανός συγγραφέας που, στη σχετικά σύντομη ζωή του (1928-1982), έγραψε τουλάχιστον 30 μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας και καμιά εκατοστή διηγήματα; Ένας βαθύς γνώστης της λογοτεχνίας που μελετούσε τον Χένρυ Τζέημς, τον Τζόυς και στα παραληρήματά του μιλούσε αρχαία ελληνικά χωρίς να τα έχει ποτέ διδαχθεί; Ένας παρανοϊκός μυστικιστής που πίστευε ότι επικοινωνούσε με ένα ανώτερο εξωγήϊνο πλάσμα ή τον ίδιο τον Θεό; Που πίστευε ότι το πνεύμα και το σώμα του είχε κυριευθεί από έναν χριστιανό του 1ου αιώνα, επί Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και που κήρυττε ότι "Η Αυτοκρατορία ποτέ δεν έφτασε στο τέλος της"; Ένας εθισμένος στις ναρκωτικές ουσίες που άκουγε φωνές να του λένε πράγματα, που θα ήταν αδύνατον διαφορετικά να τα γνωρίζει, όπως μια έγκαιρη ιατρική διάγνωση που έσωσε τη ζωή του μικρού του γιου; Ένας παράφρων που νόμιζε ότι τον κυνηγούσαν οι μυστικές υπηρεσίες και είχε φτιάξει το δικό του καταφύγιο πραγματικότητας;



Η παρούσα συλλογή είναι μια ανθολογία δέκα διηγημάτων της πρώτης περιόδου του Ντικ, δηλαδή από το 1953 έως το 1969. Ανάμεσα τους ξεχώρισα το αριστουργηματικό "Ηλεκτρικό μυρμήγκι" και μερικά εξαιρετικά όπως το "Να ήμουν Μπλόμπελ" ή το "Πλαστοπροσωπία".







"Τα διηγήματά μου έχουν ως αφετηρία την πεποίθησή μου ότι αν συναντούσα μια ευφυή εξωγήινη μορφή ζωής θα είχα να πω πιο πολλά απ΄όσα έχω να πω στους γείτονές μου. Το μόνο που κάνουν οι άνθρωποι της γειτονιάς μου είναι να μπαίνουν σπίτι τους κρατώντας την εφημερίδα και την αλληλογραφία τους και να βγαίνουν φεύγοντας με το αυτοκίνητό τους. Δεν έχουν άλλες εξωτερικές ασχολίες, εκτός απ΄το να κουρεύουν το γρασίδι. Κάποτε επισκέφτηκα τους διπλανούς μου για να δω με τι ασχολούνται μέσα στο σπίτι. Έβλεπαν τηλεόραση. Πώς να γράψεις ένα μυθιστόρημα στηρίζοντας έναν πολιτισμό πάνω σ΄αυτά τα δεδομένα; ... Η διέξοδος από μια τέτοια ζωή εγκλωβισμένη σ' έναν κόσμο ελάχιστης φαντασίας είναι το να έρθεις σε επαφή, νοερά, με άλλους υποθετικούς πολιτισμούς του μέλλοντος. Ό,τι κάνω εγώ γράφοντας επιστημονική φαντασία, το ίδιο ακριβώς κάνετε κι εσείς διαβάζοντάς την. Οι δικοί σας γείτονες είναι για σας τόσο ξένες μορφές ζωής όσο είναι οι δικοί μου για μένα".






Στο "Ηλεκτρικό μυρμήγκι", ένας καθ' όλα φυσιολογικός άνθρωπος ξυπνάει μετά από ένα τροχαίο ατύχημα, στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου και διαπιστώνει ότι του λείπει το ένα χέρι. Είναι ο Γκάρσον Πουλ, διοικητής μιας μεγάλης εταιρίας, που κατασκευάζει ηλεκτρονικά βλήματα. Λίγο αργότερα, δέχεται την επίσκεψη του γιατρού που τον πληροφορεί ότι κατά τον ακρωτηριασμό ανακάλυψε πως δεν είναι άνθρωπος αλλά οργανικό ρομπότ και συνεπώς θα πρέπει, για την αντικατάσταση του χεριού του, να απευθυνθεί σε ένα ειδικό συνεργείο κι όχι σε κλινική...
Ποιος δημιούργησε όμως το "ρομπότ"; Ποιος το χειραγωγεί και γιατί; Ή μάλλον, πόσο ελεύθεροι είμαστε και ποια είναι τα όρια της ελευθερίας μας;





Έως ότου βυθιστώ στο σύμπαν του Φίλιπ Ντικ, τα μόνα βιβλία σύγχρονης επιστημονικής φαντασίας που είχα διαβάσει ήταν το "1984" του Όργουελ και το "Φαρενάιτ 451", του Μπράντμπερυ. Επίσης είχα δει και αρκετές ταινίες, επιτομή των οποίων υπήρξε για μένα, η "Οδύσσεια του διαστήματος 2001" του Κιούμπρικ. Σύμφωνα με αυτά είχα σχηματίσει την αντίληψη ότι αυτού του είδους τα έργα ασχολούνται κυρίως με τη μελλοντική κυριαρχία των μηχανών επί των ανθρώπων ή με το πώς κάποιοι θα εκμεταλλεύονταν την τεχνολογία για τη δημιουργία ακατάλυτων ολοκληρωτικών καθεστώτων στο απώτερο μέλλον. Διαβάζοντας όμως αυτά τα διηγήματα διαπίστωσα ότι ο Ντικ κατευθύνεται στο μέλλον και κινείται ανάμεσα σε ανθρώπινα, εξωγήινα και τεχνητά πλάσματα όχι τόσο για να φανταστεί πιθανές δυσοίωνες εξελίξεις αλλά γιατί τον απασχολεί το ερώτημα "Τι είναι άνθρωπος" ή πιο σωστά "Τι είναι ανθρώπινο". Για τον Ντικ, το υπέρτατο κριτήριο για τον ορισμό ενός πλάσματος ως ανθρώπινου δεν είναι η καταγωγή ούτε η υφή των ιστών του αλλά η ικανότητά του για αγάπη, για καλοσύνη και για συμπόνοια. Δεν διστάζει να θεωρεί περισσότερο ανθρώπινα, πλάσματα εξωγήινα ή ρομπότ απ' ότι ανθρώπους "του κόσμου τούτου"... "Είμαστε αλήθεια άνθρωποι ή μερικοί από μας είναι απλώς σκεπτόμενες μηχανές;" έγραφε σε ένα κείμενό του.



Το άλλο ερώτημα που τον απασχολεί είναι το "Τι είναι πραγματικότητα".Σε τι ποσοστό αυτό που λέμε "πραγματικότητα" αντιπροσωπεύει πραγματικά ό,τι υπάρχει στο περιβάλλον μας και σε τι ποσοστό ό,τι υπάρχει μέσα στο μυαλό μας; Σ' αυτό το ερώτημα θα βυθιστεί τελικά κι ο ίδιος στα τελευταία του χρόνια...






"Τα διηγήματα αυτής της συλλογής αποτελούν απόπειρες να διαισθανθώ, να αφουγκραστώ φωνές από άλλους τόπους, πολύ μακρινούς, ήχους αδύναμους αλλά σημαντικούς. Έρχονται μόνο τη νύχτα, όταν το καθημερινό κουβεντολόι και η οχλοβοή του κόσμου μας έχουν κοπάσει. Όταν οι εφημερίδες έχουν διαβαστεί, οι τηλεοράσεις έχουν κλείσει, τα αυτοκίνητα είναι παρκαρισμένα στα γκαράζ. Τότε, αμυδρά, ακούω φωνές από κάποιο άλλο άστρο (κάποτε παρακολούθησα την ώρα, και η λήψη είναι βέλτιστη μεταξύ 3 και 4 π.μ.). Φυσικά αυτό δεν το λέω σε όσους με ρωτάνε "Πού βρίσκεις όλες αυτές τις τρελές σου ιδέες;" Σ΄αυτούς λέω απλώς ότι δεν ξέρω. Είναι ασφαλέστερο".







Σημειώσεις: Η πρώτη εικόνα με τον αστροναύτη έχει τίτλο "Ταξίδι στο φεγγάρι" και τη βρήκα στο διαδίκτυο ως δημιουργία του "begemott". Η φωτογραφία με το ρομπότ είναι από την ταινία του Φριτς Λανγκ "Μετρόπολις". Η τελευταία είναι από την ταινία του Κιούμπρικ. Το μότο είναι του Ντικ από το βιβλίο του "Βάλις". Τα αποσπάσματα είναι από τον πρόλογο του συγγραφέα στα διηγήματά του. Στο κείμενο αναφέρομαι σε βιβλία σύγχρονης επιστημονικής φαντασίας γιατί αν ανατρέξουμε στο παρελθόν θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ως συγγραφείς ε.φ και τον Λουκιανό (Αληθής ιστορία), τον Σουίφτ, τον Βερν και τον Ουέλς. Από τις ταινίες ε.φ να εξαιρέσω το "Σολάρις" του Ταρκόφσκι, που εν μέρει, θέτει και προβληματισμούς αντίστοιχους με του Ντικ. Ο Ντικ στα τελευταία χρόνια της ζωής κρατούσε ημερολόγιο, που του είχε δώσει τον ελληνικό τίτλο "Exegesis", κι όπου κατέγραφε όλες του τις σκέψεις. Πρόκειται για ένα τεράστιο έργο (πάνω από 8000 σελίδες), που παραμένει, στην ολότητά του, ανέκδοτο. Ως κριτήριο για το "τί είναι ανθρώπινο", ο ίδιος είχε χρησιμοποιήσει σε κείμενό του τον όρο "empathy".(7/10)