Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2014

Το Κουτσό - 1


 Χούλιο Κορτάσαρ, εκδ. Εξάντας, μτφ. Κώστας Κουντούρης.


 
 
Για να γράψει κανείς για το Κουτσό του Κορτάσαρ πρέπει να το ξαναδιαβάσει. Άλλωστε, σύμφωνα με τον Ναμπόκωφ, ο ιδανικός αναγνώστης είναι αυτός που ξαναδιαβάζει (the rereader)... Στην περίπτωση του Κορτάσαρ η δεύτερη ανάγνωση είναι απαραίτητη. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν έχω αποφασίσει μέχρι σήμερα να γράψω για το σπουδαίο αυτό μυθιστόρημα. Η δεύτερη ανάγνωση έχει ήδη αρχίσει και ακολουθεί ένα διαφορετικό δρόμο από αυτούς που προτείνει ο συγγραφέας... Στόχος μου είναι το κουτσό, το "παιδικό" παιχνίδι που οδηγεί από τη γη (tierra) στον ουρανό (cielo), παρέα με τον Χούλιο, τον Οράσιο και τον Μορέλι. Στην ανάγνωση αυτή θα χρησιμοποιήσω και τα παρακάτω βιβλία, όλοι οι οδηγοί ευπρόσδεκτοι. Στο κάτω-κάτω ουρανός είναι αυτός, δεν φτάνεις τόσο εύκολα εκεί πάνω...
1. "Julio Cortázar", συλλογή κριτικών άρθρων για το έργο του συγγραφέα από τον Χάρολντ Μπλουμ. Chelsea House, Philadelphia, 2005. Τα άρθρα που αφιερώνονται, είτε εν μέρει, είτε πλήρως, στο Κουτσό είναι τα ακόλουθα: Jaime Alazraki: Toward the Last Square of the Hopscotch, Gordana Yovanovich: An interpretation of Rayuela based on the character Web, Mario Vargas Llosa: The trumpet of Deya.
2. "Understanding Cortázar", του Peter Standish, South Carolina Press, 2001.
3. "Julio Cortázar, New Readings" , συλλογή κριτικών άρθρων για το έργο του συγγραφέα από τον Carlos Alonso, Cambridge University Press, 1998.
4. "The novels of Julio Cortázar" του Steven Boldy. Cambridge University Press, 1980.
5. "Corτázar, De tous les côtés", La Licorne, 2002. Μια εξαιρετική έκδοση του Πανεπιστημίου του Poitiers, αφιερωμένη στη ζωή και στο έργο του συγγραφέα. Η έκδοση έχει την επιμέλεια του Joaquin Manzi. Ουσιαστικά το La Licorne είναι περιοδικό, που από το 2003 πέρασε στις εκδόσεις: Presses Universitaires de Rennes.
 
Το Κουτσό το διάβασα παράλληλα με την γαλλική έκδοση "Marelle" μεταφρασμένη από την Laure Guille Bataillon (που είχε την αρωγή του ίδιου του Κορτάσαρ) και από την Francoise Rosset (για τα δοκιμιακά μέρη). Πού και πού έριχνα και καμιά ματιά στο ισπανικό κείμενο (στα ωραία σημεία και όπου υπήρχε κάποια αμφιβολία για τη μετάφραση). H μετάφραση του Κώστα Κουντούρη μου φάνηκε εξαιρετική, σε μερικά μάλιστα κεφάλαια αριστουργηματική! Η έκδοση ωστόσο του Εξάντα χρήζει κάποιας επιμέλειας. Υπάρχουν πολλά τυπογραφικά σφάλματα, όχι μόνο ορθογραφικά αλλά και ουσιαστικά (π.χ. "κουφή μεταμέλεια" αντί "κρυφή"), υπάρχουν κάποιες μικροπαραλείψεις (άνευ όμως ιδιαίτερης βαρύτητας) και κάποια αποσπάσματα ή φράσεις που είναι σε άλλες γλώσσες, πλην των ισπανικών (αγγλικά, γαλλικά ή λατινικά), και ο μεταφραστής συχνά τις μεταφέρει στα ελληνικά, αντί να τις αφήσει ως έχουν και να τις μεταφράσει (αν θεωρεί απαραίτητο) σε υποσημείωση.
 
Θα τελειώσω με δύο από τα ποιητικότερα αποσπάσματα του βιβλίου. Το πρώτο είναι από το κεφάλαιο 7 και το δεύτερο από το κεφάλαιο 68. Ειδικά σε αυτό το δεύτερο κεφάλαιο φαίνονται οι δυνατότητες του Κουντούρη. Εδώ δεν πρόκειται για απλή μετάφραση ή απόδοση, αλλά για μεταφραστική δημιουργία! Το απόσπασμα είναι γραμμένο στα γλίγλικα, την παιχνιδιάρικη γλώσσα που είχαν επινοήσει και χρησιμοποιούσαν μεταξύ τους δύο από τους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος, ο Ολιβέιρα και η Μάγα. Παρακαλώ διαβάστε το δυνατά και στη συνέχεια βρείτε στο youtube τον ίδιο τον Κορτάσαρ να το διαβάζει στη γλώσσα του με μια προφορά που "γαλλοφέρνει" (και το έβδομο κεφάλαιο είναι διαθέσιμο στο youtube).
 
 
 
 
 



"Αγγίζω το στόμα σου, με το δάχτυλό μου αγγίζω το περίγραμμα του στόματός σου, το σχεδιάζω σαν να το δημιουργεί το χέρι μου, σαν το στόμα σου να μισανοίγει για πρώτη φορά και αρκεί να κλείσω τα μάτια μου για να το σβήσω και να ξαναρχίσω να το φτιάχνω, και κάθε φορά κάνω να γεννιέται το στόμα που ποθώ, το στόμα που επιλέγει το χέρι μου και σχεδιάζει πάνω στο πρόσωπό σου, ένα στόμα επιλεγμένο ανάμεσα σε τόσα άλλα, επιλεγμένο με ηγεμονική ελευθερία από μένα για να το ζωγραφίσει το χέρι μου πάνω στο πρόσωπό σου και που από ένα γύρισμα της τύχης που δεν προσπαθώ να καταλάβω συμπίπτει ακριβώς με το στόμα σου που χαμογελάει κάτω από εκείνο που σχεδιάζει το χέρι μου.
Με κοιτάς, με κοιτάς από κοντά, κάθε φορά και από πιο κοντά και τότε παίζουμε τον κύκλωπα, κοιταζόμαστε όλο και από πιο κοντά και τα μάτια μεγαλώνουν, πλησιάζουν το ένα το άλλο, κολλάνε το ένα στο άλλο και οι κύκλωπες κοιτιούνται, οι ανάσες τους μπλέκουν, τα στόματα συναντιούνται και παλεύουν ανόρεχτα, δαγκώνονται χείλια με χείλια, ακουμπώντας μόλις τη γλώσσα πάνω στα δόντια, παίζουν μέσα στον περίβολό τους όπου πηγαινοέρχεται ένας βαρύς αέρας με ένα παλιό άρωμα και μια σιωπή. Τότε τα χέρια μου θέλουν να βυθιστούν στα μαλλιά σου, να χαϊδέψουν αργά τα βάθη των μαλλιών σου ενώ φιλιόμαστε σαν το στόμα μας να είναι γεμάτο λουλούδια ή ψάρια, ζωηρές κινήσεις, σκοτεινή ευωδιά. Και όταν δαγκωνόμαστε ο πόνος είναι γλυκός κι όταν πνιγόμαστε μʼ ένα σύντομο και τρομερό ταυτόχρονο ρούφηγμα της αναπνοής, αυτός ο στιγμιαίος θάνατος είναι όμορφος. Και υπάρχει ένα και μόνο σάλιο, μια και μόνη γεύση από ώριμο φρούτο κι εγώ σε νιώθω νʼ ανατριχιάζεις απάνω μου όπως η σελήνη στο νερό".
 


 
"Μόλις της μυρμοίλιζε το σγρόμπλι, ένιωθε την κλιμαθρίδα της να σφλύζει και έπεφταν σε υδροπλήξεις, σε άγρια ξεχαρβλώματα, σε απελπιστικές διελθυστήσεις. Κάθε φορά που έκανε να ξαναθλίψει το αρμάλι της, έμπλεχε σ' ένα ερίγμυλο φρίκυσμα και έπρεπε να ενηδύσει το άρνημα, νιώθοντας λίγο λίγο τις πλυχές να μαρμογαλιάζουν, να συνομελδώνουν, να αναγλυκώνονται, ώσπου σπάργωναν σαν την τριοιστρική εργομανίνη όταν αφήσεις να πέσουν πάνω της μερικές ραλτσίδες θρωπιοκυσθόλης. Αυτή όμως ήταν μόνο η αρχή, γιατί ερχόταν μια στιγμή που εκείνη σφύστριβε τ' αργούλια της και τον άφηνε να συρμώσει το ορφελίνι του. Μόλις όμως και συφουρφούλιαζαν, κάτι σαν ολολύχορδο τους διακορύφωνε, τους υπερδούκλωνε, τους παρόνρυζε και με μιας έφτανε ο αποτυφλώνας, οι λυσσόγοοι σχυσμοί της ύστριας, η ασμαινόπνοη στοματοποντή, τα σπροοίμια του αλίσπασμου μέσα σε μια μουσκιγρονική αγώπαυση. Ευοί! Ευοί! Αιωροβολεμένοι στην κορφή της μελαμφθονίας, ένιωθαν εξωκλυδωνισμένοι, μαργαρωμένοι, ξεμελεδιασμένοι. Το σκρόφι έτρεμε, οι φτεροπλήμμες είχαν κοπάσει, τα πάντα περιέληγαν σ' ένα βαθύ κρημνολόφι, σε άργαυλους από ασημοδιάφωνες γάζες, σε τρύφλια σχεδόν βάναυσα που τους ορθοδυνούσαν ως τα μνύχια της γραφής τους".


 
 


 
 
 
 
 
Σημειώσεις: Ο Κορτάσαρ έγραψε τέσσερα μυθιστορήματα. Από αυτά έχουν μεταφραστεί στη γλώσσα μας τα τρία: Τα Βραβεία, Το Κουτσό και Το βιβλίο του Μανουέλ. Το τρίτο στη σειρά μυθιστόρημα ("62. Modelo para armar"), ίσως και το πιο δύσκολο, παραμένει αμετάφραστο. Στην δεύτερη φωτογραφία, ο Κορτάσαρ με την τρίτη γυναίκα της ζωής του, Κάρολ Ντάνλοπ, η οποία πέθανε στα 36 της, το 1982, από κάποια ασθένεια του μυελού των οστών. Δύο χρόνια αργότερα πέθανε και ο Κορτάσαρ από λευχαιμία. Ωστόσο, η Ουρουγουανή φίλη τους Κριστίνα Πέρι Ρόσσι υποστήριξε ότι πέθαναν και δυο τους από AIDS. Ο Κορτάσαρ προς το τέλος της ζωής του ξαναγύρισε στην πρώτη του γυναίκα, την Αουρόρα Μπερνάντες (94 χρονών σήμερα), η οποία και τον κληρονόμησε. Στην τελευταία φωτογραφία ποζάρει μαζί της.

Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Καθρέφτες

Εδουάρδο Γκαλεάνο, εκδ. Πάπυρος, μτφ. Ισμήνη Κανσή.


"Η Ευρώπη κοιτάζοντας τον εαυτό της στον καθρέφτη, έβλεπε τον κόσμο".




















Θα ξεκινήσω με ένα κουίζ: Πόσους Ουρουγουανούς λογοτέχνες γνωρίζετε; Πόσοι από αυτούς έχουν θέση στα ράφια της βιβλιοθήκης σας;  
Έχουμε και λέμε: Χουάν Κάρλος Ονέτι, Μάριο Μπενεντέτι, Οράσιο Κιρόγα, Φελισμπέρτο Ερνάντες (ας είναι καλά η Ελένη που μου τον γνώρισε...) και βέβαια Εντουάρντο Γκαλεάνο. Διόλου άσχημα για μια τόσο μικρή χώρα, που μάλιστα δεν διαθέτει ούτε έναν νομπελίστα... 
Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο είναι ίσως ο πιο διάσημος απ' όλους. Η ανάγνωση του βιβλίου του, κράτησε τρία "καλοκαίρια". Κάθε μεσημέρι μετά το γεύμα διάβαζα στα παιδιά μου, προσπαθώντας ίσως να αναζωογονήσω μια συνήθεια παλαιότερων χρόνων, καμιά εικοσαριά ιστορίες από τους "Καθρέφτες". Ωστόσο, πολύ συχνά, γοητευμένα από την αφήγηση, έρχονταν γύρω μου όλα τα μέλη της καλοκαιρινής οικογένειας. Ο Γκαλεάνο έχει το χάρισμα της αφήγησης...

 
 
 
 
 
Στους "Καθρέφτες" ο Γκαλεάνο γράφει μια παγκόσμια ιστορία της αδικίας. Πρόκειται για την ιστορία που δεν μπόρεσαν να γράψουν οι ηττημένοι και οι αδύναμοι αυτού του κόσμου, την ιστορία που βρίσκεται στον αντίποδα της ιστορίας που συνήθως διδασκόμαστε και που γράφεται από τους νικητές. Για να είμαι πιο ακριβής οι "Καθρέφτες" είναι αποσπάσματα από μια παγκόσμια ιστορία της αδικίας. Σε εξακόσια εξαίσια αφηγήματα μιλά γι' αυτούς που τόλμησαν να αντισταθούν σε κάθε μορφή εξουσίας, για τις κοινωνικές ανισότητες, για το ρατσισμό, για την εκμετάλλευση του Τρίτου κόσμου από τη Δύση, για τον ρόλο της Εκκλησίας, για την καταστροφή της φύσης στο βωμό του κέρδους... Εξακόσιοι καθρέφτες, ελάχιστα παραμορφωτικοί... Οι ιστορίες του πρόσφατου παρελθόντος είναι αντανακλάσεις των ιστοριών του απώτερου παρελθόντος. Για τον Ουρουγουανό δημιουργό η ιστορία του κόσμου μας δεν είναι παρά μια αίθουσα με παραμορφωτικούς καθρέφτες! 
 
 
 
 
Θα κλείσω την ανάρτηση με ένα αριστοτεχνικό αφήγημά του:
 
Σύντομη ιστορία της τεχνολογικής επανάστασης
 
Αυξάνεστε και πληθύνεσθε, είπαμε, και οι μηχανές αυξήθηκαν και πλήθυναν.
Μας είχαν υποσχεθεί πως θα δούλευαν για μας.
Τώρα δουλεύουμε εμείς γι' αυτές.
Με τις μηχανές που επινοήσαμε για να αυξηθεί το φαγητό μας, αυξήθηκε η πείνα μας.
Τα όπλα που επινοήσαμε για να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας, μας σκοτώνουν.
Οι πόλεις που επινοήσαμε για να συνευρισκόμαστε, μας κάνουν να απομακρυνόμαστε.
Τα μεγάλα μέσα που επινοήσαμε για μα επικοινωνούμε, δεν μας ακούνε, ούτε μας βλέπουν.
Είμαστε οι μηχανές των μηχανών μας.
Αυτές ισχυρίζονται πως είναι αθώες.
Κι έχουν δίκιο.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Σημειώσεις: Στην τρίτη εικόνα, ένα έργο του Μεξικανού ζωγράφου David Alfaro Siqueiros (1896-1974) με τίτλο: "O Κάιν στις Ηνωμένες Πολιτείες". Στις άλλες δύο εικόνες, ο συγγραφέας. (17/20)
 
 

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Στην καλύβα του Εύμαιου







Καλά είναι εδώ, είπε ο Οδυσσέας
πίνοντας το γλυκό κρασί
και τρώγοντας το κρέας
που του πρόσφερε ο Εύμαιος,

ποτέ να μην τελειώσει αυτή η στιγμή
που καθόμαστε και λέμε ιστορίες,
μισοψεύτικες μισοαληθινές,
κι έξω απ' την πόρτα λιάζονται τα σκυλιά.


(Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος)



 
 
 
Σημειώσεις: Το ποίημα είναι από τη συλλογή: Γράμματα σ' έναν πολύ νέο ποιητή (εκδ. Πόλις). Στην εικόνα, λεπτομέρεια από έργο του Χρήστου Μποκόρου από την έκθεσή του στο Μουσείο Μπενάκη με τίτλο: "Τα στοιχειώδη". Κύριο θέμα του Μποκόρου στην έκθεση αυτή είναι οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι μαζί με τα ελάχιστα απαραίτητα της ζωής: λίγο φαί, νερό να ευπρεπιστούμε, ένα κατάλυμα και μια πόρτα ανοιχτή. Όλα ζωγραφισμένα πάνω σε πεπατημένα σανίδια.
 

Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα

Πάνος Τσίρος, εκδ. Γαβριηλίδης. 
 
 
 
 
"Το φανταστικό δεν διαρκεί παρά όσο κρατά ένας δισταγμός"
(Τσβετάν Τοντόροφ)
 
 
 
"Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα" είναι ο τίτλος της συλλογής διηγημάτων του Πάνου Τσίρου. Το ανακάλυψα πριν μερικά χρόνια στα ράφια ενός βιβλιοπωλείου. Ο συγγραφέας μού ήταν άγνωστος, ο εκδότης κάθε άλλο παρά εγγύηση για την ποιότητα της συλλογής (αφού ανάμεσα στα βιβλία του υπάρχουν λίγα διαμάντια και πολλοί άνθρακες), αλλά ο τίτλος και το εξώφυλλο με την καλοκάγαθη γριούλα, μου κίνησαν το ενδιαφέρον... Εκεί που περίμενα έναν τύπο σαν τον αφηνιασμένο Ουώρεν Όουτς (από την ταινία "Φέρτε μου το κεφάλι του Αλφρέντο Γκαρσία") να κρατάει ένα κεφάλι, έστω τυλιγμένο και σε βρώμικο πανί, βλέπω μια γλυκιά και χαμογελαστή γιαγιούλα. Ναι, κάποια βιβλία τα διαλέγω για το εξώφυλλο, όπως και για τον τίτλο τους! 
 
 


 
 
 
 
 Τελικά η Μαρία Κένσορα δεν είναι η γιαγιά του εξώφυλλου αλλά η "άψογη" μαθήτρια (το σπασικλάκι) του αινιγματικού ομώνυμου διηγήματος. Και ποιος να θέλει το κεφαλάκι της δεκάχρονης; Ο δάσκαλός της, που δεν τον αφήνει σε ησυχία, οι Ναϊτες ιππότες, που τελικά εξακολουθούν να βρίσκονται κάπου γύρω μας και η Μαρία το κατάλαβε, ή ο συγγραφέας; Το διήγημα το διάβασα δύο φορές χωρίς να μπορέσω να αποφασίσω αν μου αρέσει ή όχι. Ωστόσο και μόνο που αναγκάστηκα να επανέλθω και να το διαβάζω σαν κάτι αξιοπερίεργο, δείχνει ότι είναι αξιόλογο. Ίσως αναρωτηθεί κανείς: Καλά, πρώτη φορά είναι που διαβάζει κανείς κάτι αινιγματικό και αρκεί αυτό για να το αξιολογήσουμε ως αξιόλογο; Η απάντησή μου είναι ναι, αν αυτός που το γράφει, έχει το χάρισμα του δημιουργού! Από το πρώτο κιόλας διήγημα, τις πρώτες-πρώτες παραγράφους, καταλαβαίνει κανείς ότι ο Πάνος Τσίρος το 'χει. Με λιτή αφήγηση, με μικρές και ανεπιτήδευτες προτάσεις, δημιουργεί την κατάλληλη ατμόσφαιρα μες την οποία κινούνται οι απροσάρμοστοι ήρωές του.
 
"Ονομάζομαι Εμμανουήλ Κ. και είμαι δημόσιος υπάλληλος. Οικογένεια δεν έκανα. Αν με ρωτήσεις γιατί, δεν ξέρω τι να απαντήσω. Θα μπορούσα να σου πω ότι ποτέ δεν το προγραμμάτισα. Το είχα κατά νου, αλλά ποτέ δεν το προγραμμάτισα. Και ο γάμος χρειάζεται προγραμματισμό. Μένω ακόμα με τον πατέρα μου. Στο διώροφο. Αυτός πάνω, εγώ κάτω. Τη μάνα μου την έχασα πριν από δέκα χρόνια".  
 
 
 



Η συλλογή είναι άνιση. Από τα οκτώ ολιγοσέλιδα διηγήματα ξεχώρισα  δύο διηγήματα ως αξιόλογα ("Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα" και "Ο Κουμαριώτης"), ένα καλό ("Ο άλλος Γιάννης Συμπαλίδης") και δύο εξαιρετικά. Αυτά είναι τα δύο πρώτα: "Χωρίς στόμα" και "Το μάτι της Ελένης". Είχα πολύ καιρό να διαβάσω από σύγχρονο Έλληνα συγγραφέα κάτι τόσο καλό! Και στα δύο (όπως και στον "άλλο Συμπαλίδη") o Τσίρος εισάγει το φανταστικό στην απόλυτα ρεαλιστική καθημερινότητα των ηρώων του με μια επιδεξιότητα που θα ζήλευαν και οι σπουδαιότεροι συγγραφείς. Στο "Μάτι της Ελένης", ένα μικρό αριστούργημα, ο Βαγγέλης στα εβδομήντα του και μετά από τριάντα χρόνια γάμου ανακαλύπτει ότι το ένα μάτι της γυναίκας του, της Ελένης, έγινε μεγαλύτερο από το άλλο. Πρόκειται για όνειρο, για παραίσθηση ή για πραγματικότητα; Ο Βαγγέλης ντρέπεται και κάνει τα πάντα για να μην το ανακαλύψουν και οι άλλοι... Η αγάπη, η οικειότητα, η φθορά του χρόνου, ο φόβος της απώλειας και ο θάνατος είναι τα θέματα πάνω στα οποία ο συγγραφέας κεντάει το διήγημά του. Το φανταστικό εισχωρεί στον πραγματικό κόσμο ως εξίσου πραγματικό, δίνοντάς του μια ακόμα διάσταση, αυτή για την οποία αξίζει να διαβάσει κανείς τον Πάνο Τσίρο. Δυστυχώς αυτό συμβαίνει μόνο στα τρία διηγήματα, που για μένα αποτελούν μια ξεχωριστή ενότητα. Ωστόσο δικαιώνουν και με το παραπάνω την επιλογή μου. Όπως προανέφερα ο Τσίρος έχει το χάρισμα... και ήδη στη βιβλιοθήκη μου βρίσκεται και η επόμενη ολιγοσέλιδη συλλογή του: "Δεν ειν' έτσι;"









Σημειώσεις: "Φέρτε μου το κεφάλι του Αλφρέντο Γκαρσία" (1973) είναι ο τίτλος μιας μνημειώδους ταινίας του Σαμ Πέκινπα, όπου ένας Μεξικανός μεγαλοκτηματίας, του οποίου η κόρη έμεινε έγκυος, διατάζει να του φέρουν το κεφάλι του υπαίτιου. Ένας πιανίστας υπόσχεται σε δυο μπράβους να βρει τον Αλφρέντο Γκαρσία. Μαθαίνει ότι είναι νεκρός και με τη φίλη του ξεκινούν να βρουν τον τάφο, να αποσπάσουν το κεφάλι και να πάρουν την αμοιβή. Όμως καθώς ταξιδεύουν στα ερημικά μεξικανικά σύνορα η ένταση ανεβαίνει και το τοπίο γίνεται όλο και πιο ανατριχιαστικό, αιματηρό και σκληρό με τα θύματα που αφήνουν στο πέρασμά τους... Η φωτογραφία είναι από την ταινία. Στην επόμενη εικόνα ένα έργο του Φράνσις Μπέικον και στην τελευταία φωτογραφία ο συγγραφέας. Το μότο είναι από το βιβλίο του Τσβετάν Τοντόροφ: Εισαγωγή στη Φανταστική Λογοτεχνία (εκδ. Οδυσσέας, μτφ. Αριστέα Παρίση).(16/20)

Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

Οι άνθρωποι του Σμάιλι

Τζον Λε Καρέ, εκδ. Καστανιώτης, μτφ. Μιχάλης Μακρόπουλος.
John Le Carre, Folio Society, 2010.


"Έχασαν αυτοί που έπρεπε να χάσουν, κέρδισαν όμως αυτοί που δεν έπρεπε να κερδίσουν"

(Από ένα σχόλιο Βερολινέζου μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου

















Με το βιβλίο αυτό ολοκλήρωσα την ανάγνωση της περίφημης τριλογίας του Κάρλα. Θα έλεγα μάλιστα, πως η τριλογία ολοκληρώθηκε με τον καλύτερο τρόπο, αφού το τρίτο μέρος είναι ίσως και το καλύτερο. Επιπλέον, ο μεταφραστής είναι πια πλήρως εξοικειωμένος με το ύφος του Λε Καρέ και το αποδίδει θαυμάσια. 
Ο Τζορτζ Σμάιλι, ο διοπτροφόρος πράκτορας των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών έρχεται για τελευταία φορά αντιμέτωπος με τον Σοβιετικό αντίπαλό του, τον Κάρλα. Οι ομάδες των Ρώσων αυτοεξόριστων είναι τα πιόνια σ' ένα περίπλοκο παιχνίδι που παίζεται ανάμεσα στο Παρίσι, το Λονδίνο, το Βερολίνο, τη Βέρνη και το Αμβούργο. Βέβαια στο τέλος ο Σμάιλι θα βγει νικητής, αλλά όλες οι νίκες του Σμάιλι έχουν τη γεύση της ήττας κι αυτό ακριβώς είναι ένας από τους λόγους που κάνουν τα παρωχημένα ίσως για πολλούς μυθιστορήματα κατασκοπίας του Λε Καρέ αξιανάγνωστα!
 
 
 
 



Οι κατάσκοποι του Λε Καρέ είναι κυρίως κακοπληρωμένοι γραφειοκράτες, σκυμμένοι για ατελείωτες ώρες πάνω από χονδρούς φακέλους προκειμένου να ανακαλύψουν το ψεγάδι που θα τους οδηγήσει σε κάποιο στοιχείο σημαντικό. Από την άλλη, οι προϊστάμενοί τους λειτουργούν ως πολιτικοί που τους βάζουν εμπόδια, καθώς πρέπει να ελίσσονται μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας. Ο Λε Καρέ έχοντας δουλέψει για χρόνια στις Μυστικές Υπηρεσίες ξέρει από πρώτο χέρι τον τρόπο λειτουργίας τους. Ο δικός του ήρωας βρίσκεται στον αντίποδα του ήρωα του Φλέμινγκ... Είναι χοντρός, δυσκίνητος, οδηγεί άσχημα και όχι μόνο δεν περιτριγυρίζεται από ωραίες γυναίκες, αλλά η μοναδική γυναίκα που έχει, τον απατά συστηματικά! Διακρίνεται για την απεριόριστη υπομονή κι επιμονή του. Μπορεί για μέρες να σκαλίζει φακέλους και αρχεία ή να ρωτάει και να ανακρίνει με τις ώρες, ακόμα και τον πιο άσχετο με την υπόθεση που ερευνά. Πιο πολύ θα του ταίριαζε το επάγγελμα του αρχαιολόγου, παρά του κατασκόπου... Ας μην ξεχνάμε ότι παράτησε την Οξφόρδη, που θα του εξασφάλιζε την καριέρα ενός λόγιου καθηγητή γερμανικής λογοτεχνίας, για το επάγγελμα του μυστικού πράκτορα.





Αν όλη η τέχνη του Λε Καρέ εξαντλείτο στο να μας δείχνει με ρεαλισμό τον τρόπο που λειτουργούσαν κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου οι Μυστικές Υπηρεσίες, δεν θα μιλάγαμε για μυθιστορήματα αλλά για χρονικά ή απομνημονεύματα ή μαρτυρίες. Τι είναι αυτό που τα κάνει να ξεχωρίζουν, πέρα βέβαια από την αναμφισβήτητη τέχνη της γραφής του δημιουργού τους για την οποία έχω ξαναγράψει; Είναι μήπως η νοσταλγία που έχει διαποτίσει όλη την ατμόσφαιρα των βιβλίων του; Η νοσταλγία για έναν πιο "ξεκάθαρο" πόλεμο, όπως ήταν ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, όπου οι εχθροί ήταν ορατοί και συγκεκριμένοι; Αυτό φαντάζομαι είναι κοινός τόπος για όλους τους πρωταγωνιστές του Ψυχρού Πολέμου. Είναι μήπως η αληθοφάνεια των χαρακτήρων που επινοεί και ιδιαίτερα του Σμάιλι; Για μένα ο παχουλός του καθηγητής  είναι τόσο αληθοφανής όσο και η Λιλιπούπολη του Γκιούλιβερ! Πόσοι κατάσκοποι όταν κερδίζουν μια υπόθεση νιώθουν σα να είναι χαμένοι; Πόσοι πιστεύουν ότι Ανατολικοί και Δυτικοί, σε τελευταία ανάλυση, είναι το ίδιο και το αυτό; Ο Τζορτζ Σμάιλι είναι η μεγάλη δημιουργία του Λε Καρέ, είναι ο Λε Καρέ αυτοπροσώπως, είναι ο ώριμος συγγραφέας, που έξω από το παιχνίδι πια, παρατηρεί τον Ψυχρό Πόλεμο και σχολιάζει άλλοτε με κυνισμό κι άλλοτε με θλίψη τα τεκταινόμενα. Είναι ο Βερολινέζος που έκανε το παραπάνω σχόλιο μετά την πτώση του Τείχους...






Πέρα απ' αυτό υπάρχει και κάτι ακόμα: Η αίσθηση ότι ο κόσμος της κατασκοπίας με τους αδίστακτους επιτελείς των Υπηρεσιών, που δεν διστάζουν να θυσιάσουν ανθρώπινες ζωές για μια αμφίβολη νίκη, με τους πράκτορες-πιόνια που δεν γνωρίζουν ποιο σκοπό υπηρετούν και τους διπλούς πράκτορες ή προδότες που σαν χαμένοι προσπαθούν να βρουν την άκρη, είναι κατά βάθος μια μικρογραφία του κόσμου μας. Ο Σκορτσέζε χρειάστηκε να επεκταθεί στον κόσμο του χρηματιστηρίου ή των τραπεζών για να μας δείξει ότι τελικά δεν διαφέρει και τόσο από τον κόσμο των γκάνγκστερ, που ήταν το αγαπημένο του πεδίο. Ναι, ο κόσμος του Λε Καρέ παραμένει επίκαιρος όπως και ο κόσμος του Σκορτσέζε, αλλά εδώ υπάρχει και κάτι επιπλέον: η τριλογία του Λε Καρέ, σε όλες της τις πτυχές, είναι διαποτισμένη από μια αθεράπευτη μελαγχολία και απαισιοδοξία.




 
 




Σημειώσεις: Οι δύο πρώτες εικόνες είναι από την εικονογράφηση του Tim Laing στην έκδοση της Folio Society. Στη συνέχεια, φωτογραφία από την τηλεταινία με τον Άλεκ Γκίνες στο ρόλο του Σμάιλι, πρόκειται για τη συνάντηση με τον Κάρλα. Στην τελευταία, ο Άλεκ Γκίνες με τον συγγραφέα κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Διάβασα το βιβλίο παράλληλα με το αγγλικό κείμενο. Αξίζει να διαβαστεί η εισαγωγή που έχει γράψει το 2000 ο Λε Καρέ. Για τους κινηματογραφόφιλους να σημειώσω, ότι η μελαγχολία ήταν χαρακτηριστικό των παλαιότερων δημιουργιών του Σκορτσέζε, που μπορεί να μην ήταν τόσο εντυπωσιακές όσο αυτές που γύριζε μετά τη δεκαετία του '90, αλλά για μένα παραμένουν ανυπέρβλητες. Η αναφορά μου αφορά την τελευταία του ταινία, τον Λύκο της Γουώλ Στρητ. Επίσης, λέγεται ότι ο Άλφρεντσον ετοιμάζει τη δεύτερη ταινία μετά το Tinker Tailor Soldier Spy, με πρωταγωνιστή πάλι τον εξαιρετικό Γκάρι Όλντμαν και μάλλον πρόκειται για το "Οι άνθρωποι του Σμάιλι". Για δεύτερη φορά δηλαδή, θα παραλείψουν το δεύτερο μέρος της τριλογίας, τον "Εντιμότατο μαθητή". Το ίδιο είχε γίνει και στις τηλεταινίες με τον Άλεκ Γκίνες, λόγω του κόστους παραγωγής που θα  ήταν υπερβολικό στο δεύτερο βιβλίο.(17/20)
 
 

Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

Τόμας Μπέρνχαρντ - 3



Βιβλιογραφικά - 3






Ο Τόμας Μπέρνχαρντ (1931-1989) έγραψε συνολικά 18 θεατρικά έργα, 10 μικροδράματα,  ένα έργο για μπαλέτο με φωνές και ένα λιμπρέτο για όπερα δωματίου.
Για τις γερμανικές εκδόσεις των θεατρικών του θα αναφέρω μόνο το έτος έκδοσης. Όλα τους έχουν εκδοθεί από Suhrkamp. Προσωπικά θα πρότεινα την έκδοση των Απάντων, όπου όλα τα σκηνικά του έργα βρίσκονται σε 6 τόμους υπό τον τίτλο Dramen: Από τον 15ο έως και τον 20ό. Στον πρώτο από αυτούς τους τόμους υπάρχουν και τέσσερα μικρά πρωτόλεια θεατρικά, τα οποία έχω εντάξει στα μικροδράματα. Στη Γαλλία έχουν εκδοθεί σχεδόν όλα τα θεατρικά του από τον εκδότη L' Arche, ενώ στην αγγλική γλώσσα δεν έχουν μεταφραστεί παρά ελάχιστα. Όπως έχω γράψει και σε προηγούμενη ανάρτηση, στη Γαλλία το έργο του χαίρει μεγάλης εκτίμησης.
Στη γλώσσα μας έχουν εκδοθεί μόνο τέσσερα έργα του σε θεατρικά προγράμματα και ένα σε θεατρικό περιοδικό. Συνολικά έχουν ανέβει στη σκηνή μόνον επτά θεατρικά του.

Α. Theaterstücke (Dramen) - Θεατρικά έργα

1. Ein Fest für Boris, 1970 (Μια γιορτή για τον Μπόρις).
Το πάρτι γενεθλίων ενός ανάπηρου, ο οποίος έχει παντρευτεί πριν από χρόνια μία εξίσου ανάπηρη γυναίκα, που προέρχεται από ένα άσυλο και η οποία έχει οργανώσει τη γιορτή. Δεκατρείς άλλοι, επίσης χωρίς πόδια, που εξακολουθούν να ζουν στο άσυλο, αποτελούν τους επισκέπτες του. Ο Μπόρις καταρρέει παίζοντας το μικρό τυμπανάκι που έλαβε ως δώρο...
 
Ουσιαστικά το πρώτο θεατρικό του έργο. Γραμμένο το 1967, απορρίφτηκε δύο φορές από θέατρα της Αυστρίας για να ανέβει τελικά το 1970 στο Schauspielhaus του Αμβούργου από τον περίφημο Claus Peymann. Αρχή μιας μακρόχρονης συνεργασίας. Το έργο ανέβηκε την εποχή που οι Γερμανοί προσπαθούσαν να συμφιλιώσουν τη συλλογική τους ενοχή με το οικονομικό θαύμα της δεκαετίας του '60.
 
α) A Party for Boris, περιέχεται στον τόμο: "Histrionics" trans. by Peter Jansen and Kenneth Northcott, Quartet Books, London, 1990.
β)  Une fête pour Boris, trad. par Claude Porcell, 1996.





2. Der Ignorant und der Wahnsinnige, 1972 (Ο Αδαής και ο Τρελός).
Πριν από την παράσταση του Μαγικού αυλού του Μότσαρτ, στο καμαρίνι της πιο διάσημης σοπράνο, που πρόκειται να υποδυθεί για 222η φορά την Βασίλισσα της Νύχτας, βρίσκεται ο μισομεθυσμένος και μισότυφλος πατέρας παρέα με ένα φίλο γιατρό. Καθώς περιμένουν την τραγουδίστρια να αλλάξει κοστούμι, ο γιατρός αρχίζει ένα μονόλογο για την τέχνη, τους καλλιτέχνες και τη ζωή, σε συνδυασμό με μια λεπτομερή περιγραφή της νεκροτομής ενός πτώματος. Μετά την παράσταση δειπνούν όλοι μαζί σε ένα πολυτελές εστιατόριο....
 
Η δεύτερη συνεργασία με τον Πάυμαν στο Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ, όπου ο Μαγικός Αυλός του Μότσαρτ κατέχει βασική θέση στο ρεπερτόριο. Στην τελευταία σκηνή της παράστασης ο συγγραφέας απαιτούσε απόλυτο σκοτάδι για δύο λεπτά, κατά τη διάρκεια του οποίου θα ακούγονταν μόνο φωνές και που τελικά θα "κατάπινε" τους συντελεστές της παράστασης και το κοινό! Το έργο κατέβηκε αμέσως μετά την πρεμιέρα γιατί δεν συμμορφωνόταν με τους κανονισμούς πυρασφάλειας της πόλης. Ο Πάυμαν και ο Μπέρνχαρντ ήταν ανυποχώρητοι ("Μια κοινωνία που δεν ανέχεται δυο λεπτά σκοτάδι, μπορεί να ζήσει και χωρίς το έργο μου"). Η ακριβή παραγωγή δεν ξανανέβηκε, εξοργίζοντας τους κατοίκους της πόλης, που την είχαν πληρώσει με τους φόρους τους. Η ερμηνεία του Μπρούνο Γκαντς, σύμφωνα με τους κριτικούς, υπήρξε μνημειώδης. Λένε πως επί 6 μήνες επισκεπτόταν το Ινστιτούτο Ανατομίας του Βερολίνου για να προετοιμαστεί κατάλληλα για τον ρόλο του γιατρού.
 
β) L’Ignorant et le Fou, trad. par Michel-François Demet, 1984.



 


3. Die Jagdgesellschaft, 1974 (Η συντροφιά των κυνηγών).
Ένας συγγραφέας είναι φιλοξενούμενος ενός στρατηγού και της συζύγου του, σε ένα κυνηγετικό περίπτερο στο δάσος. Ο στρατηγός έχασε στο Στάλινγκραντ το χέρι του, έχει γλαύκωμα και τα νεφρά του πάσχουν από μια απειλητική για τη ζωή του νόσο. Παράλληλα, ένα σκαθάρι κατατρώγει τα δέντρα του δάσους, που του ανήκει. Ενώ ο ίδιος βρίσκεται σε κυνήγι παρέα με υψηλά ιστάμενους της αυστριακής κοινωνίας, η γυναίκα του παίζει χαρτιά με ένα νεαρό συγγραφέα, που σχολιάζει την αποσύνθεση της εξουσίας και της φύσης...

Το έργο ανέβηκε στο Vienna Burgtheater, από τον Κλάους Πάυμαν, αλλά η παράσταση δεν ικανοποίησε ούτε ακόμα τον ίδιο τον Μπέρνχαρντ, που αποχώρησε 10 λεπτά μετά την έναρξή της. Το έργο ήταν αφιερωμένο στον Μπρούνο Γκαντς, που ο Μπέρνχαρντ ήθελε να υποδυθεί τον συγγραφέα αλλλά τελικά δεν πήρε μέρος στην παράσταση. Επίσης είχε γράψει το ρόλο της στρατηγίνας για την Paula Wessely, μία θρυλική ηθοποιό της Αυστρίας, αλλά οι ηθοποιοί του Burgtheater δεν δέχονταν τη συμμετοχή των guest stars. Ωστόσο και η ίδια η Wessely αρνήθηκε να παίξει το ρόλο. Σύμφωνα με τον Μπέρνχαρντ ήταν πολύ μεγάλη για να αποστηθίσει τόσες σελίδες μονόλογου χωρίς στίξη. Η επιμονή του στην ηθοποιό αυτή είχε να κάνει με το ναζιστικό παρελθόν της. Η ίδια και ο σύζυγός της υπήρξαν θερμοί υποστηρικτές του Χίτλερ, συνεπώς ήταν απόλυτα κατάλληλη για τον ρόλο!
 
β) La Société de chasse, trad. par Claude Porcell, 1988.





4. Die Macht der Gewohnheit, 1974. (Η δύναμη της συνήθειας).
Το όνειρο ενός διευθυντή τσίρκου, του Γαριβάλδη, είναι να παίξει για μια μόνο φορά, ολόκληρο, το κουιντέτο του Σούμπερτ, "Η πέστροφα". Το προσπαθεί μάταια εδώ και 22 χρόνια. Τον συνοδεύουν ο ζογκλέρ, ο θηριοδαμαστής, η σκοινοβάτισσα εγγονή του και ο κλόουν...

Το έργο ανέβηκε στο Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ από τον Dieter Dorn, ο οποίος για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, έφερε τον Μινέτι από το Βερολίνο.
 
β) La Force de l’habitude, trad. par Claude Porcell, 1983.

Στη χώρα μας ανέβηκε στη σκηνή το 1992 από το Θέατρο της Άνοιξης με τίτλο: "Η δύναμη της συνήθειας", σε σκηνοθεσία Γιάννη Μαργαρίτη και σε μετάφραση Σεραφείμ Βελέντζα.





5. Der Präsident, 1975. (Ο πρόεδρος). 
O πρόεδρος ενός κράτους και η σύζυγός του προετοιμάζονται για την κηδεία ενός υπουργού. Σκοτώθηκε από σφαίρες τρομοκρατών, που προορίζονταν για τον πρόεδρο. Ο αναρχικός τους γιος είναι βασικός ύποπτος για τη δολοφονία. Ο πρόεδρος πρέπει να υπομείνει την ομιλία της συζύγου του προς τον νεκρό σκύλο, που πέθανε από καρδιακή προσβολή κατά τη διάρκεια της απόπειρας δολοφονίας. Η μόνη του παρηγοριά είναι η ευχαρίστηση που βρίσκει στο πλάι μιας ηθοποιού δεύτερης κατηγορίας, προς την οποία απευθύνει με τη σειρά του, το δικό του μάθημα περί εξουσίας, που αποδεικνύεται και το τελευταίο του...
 
Το έργο ανέβηκε σχεδόν ταυτόχρονα στο Vienna Burgtheater από τον Ernst Wendt και στη Στουτγάρδη από τον Πάυμαν, ο οποίος φρόντισε ώστε η πρεμιέρα να λάβει χώρα την πρώτη μέρα της δίκης των Μπάαντερ-Μάινχοφ στη Στουτγάρδη! Οι αντιδράσεις και στις δύο πόλεις υπήρξαν θυελλώδεις. Το κοινό αποχωρούσε μαζικά στα διαλείμματα, ενώ το έργο χαρακτηριζόταν από τις εφημερίδες ως επικίνδυνο και αντιδραστικό!
 
α) The President, στον τόμο The President and Eve of Retirement: Two Plays, trans. by Gitta Honegger, PAJ Books, 1991.            
β) Le Président, trad. par Claude Porcell, 1992.







6. Die Berühmten, 1976. (Οι διάσημοι)
Με την ευκαιρία της 200ής παράστασής του στον "Ιππότη με το ρόδο" του Ρίχαρντ Στράους, ένας δημοφιλής μπασοβαρύτονος οργανώνει σε ένα κάστρο του Ζάλτσμπουργκ μια γιορτή, επίκεντρο της οποίας είναι ο ίδιος. Γύρω του ένας μαέστρος, ένας σκηνοθέτης, μία ηθοποιός, ένας εκδότης μια πιανίστρια και μια σοπράνο. Στο ίδιο τραπέζι με τους σύγχρονους καλλιτέχνες βρίσκονται, ως μαριονέτες, και οι αντίστοιχοι αποδημήσαντες παλαιότεροι, που έχουν κερδίσει με την τέχνη τους την αιωνιότητα: Αρτούρο Τοσκανίνι, Λότε Λένια, Μαξ Ράινχαρντ, Έλλι Νέυ, Σάμουελ Φίσερ και άλλοι. Ο μπασοβαρύτονος απευθύνει έναν αυτάρεσκο μονόλογο στο κοινό του για την καριέρα και την τέχνη του. Το δείπνο τελειώνει με τον εικονικό φόνο των μαριονετών από τους καλλιτεχνικούς τους απογόνους, αλλά εις μάτην αφού τα πορτρέτα τους στολίζουν τους τοίχους του κάστρου. Με πρόταση του εκδότη, που ενδιαφέρεται για μια έρευνα σχετικά με τους χαρακτήρες των ανθρώπων, φοράει ο καθένας το κεφάλι του ζώου που του ταιριάζει. Ο μπάσος το βόδι, ο μαέστρος τον κόκορα, η πιανίστρια την κατσίκα, η σοπράνο τη γάτα κλπ. Φτάνουν τα πλούσια επιδόρπια κι ενώ οι σερβιτόροι αρουραίοι σερβίρουν τη σαμπάνια, οι "διάσημοι" ψευτοφιλοσοφούν, φλυαρούν, αλληλοσυγχαίρονται και αυτοσυγχαίρονται, έως ότου ακούγονται μόνον ήχοι ζώων, που τελικά πνίγονται από το τριπλό κικιρίκου του κόκορα...

Το Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ είχε παραγγείλει το έργο αλλά τελικά το απέρριψε. Όλα τα πρόσωπα των "διασήμων" που γελοιοποιούνταν ήταν απολύτως αναγνωρίσιμα, με προεξάχοντα τον μαέστρο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν και τον εκδότη Ζήγκφριντ Ούνζελντ (Suhrkamp), που ήταν και ο εκδότης του ίδιου του Μπέρνχαρντ! Το Burgtheater της Βιένης για να κρατήσει τα προσχήματα ανέβασε το έργο σε μια αποτυχημένη παράσταση, λόγω μιας αδύναμης σκηνοθεσίας. "Δεν χρειάζομαι το Φεστιβάλ" έγραφε, στο δημοσιευμένο στην εφημερίδα Die Zeit, γράμμα του προς τον διευθυντή του Φεστιβάλ Josef Kaut.
 
β) Les Célèbres, trad. par Claude Porcell, 1999.







7. Minetti, 1977 (Μινέτι - το όνομα ενός από τους πιο αγαπημένους του ηθοποιούς που πρωταγωνίστησε στην πρεμιέρα).
Το έργο διαδραματίζεται στο χολ ενός ξενοδοχείου, παραμονή πρωτοχρονιάς, όπου ο ήρωας, ένας γέρος ηθοποιός, περιμένει μάταια έναν σκηνοθέτη. Ο ηθοποιός, άλλοτε διάσημος, έχει τριάντα χρόνια να εμφανιστεί στη σκηνή, και ο λόγος που ετοιμάζεται να το επιχειρήσει τώρα, είναι ότι ο σκηνοθέτης τον κάλεσε να παίξει Βασιλιά Ληρ, όνειρο της ζωής του ολόκληρης. Δεν ξέρουμε τι από όλα αυτά είναι αλήθεια. Ισχυρίζεται πως είναι ηθοποιός αλλά ο μόνος που τον έχει να παίζει τα τελευταία τριάντα χρόνια είναι ο εαυτός του, όταν κοιτιέται μέσα από τον καθρέφτη. Περιμένοντας τον σκηνοθέτη αφηγείται την ιστορία του αρχικά σε μια ηλικιωμένη και στη συνέχεια σε μια κοπέλα που περιμένει τον φίλο της...

Το έργο ανέβηκε στη Στουτγάρδη την περίοδο 1975-76 σε σκηνοθεσία Πάυμαν. Ποιον αντιλαμβάνεται στη σκηνή το κοινό; Τον πραγματικό Μινέτι ή τον υποδυόμενο Μινέτι; Και ποιος είναι ποιος, την στιγμή της παράστασης; Σημειωτέον ότι η καριέρα του Μινέτι απογειώθηκε στο ναζιστικό Βερολίνο.  
 
β) Minetti, trad. par Claude Porcell, 1983.

To έργο ανέβηκε στο Θέατρο Τέχνης το 1995, σε μια εξαιρετική παράσταση σκηνοθετημένη και ερμηνευμένη από τον Γιώργο Λαζάνη. Η μετάφραση ήταν της Αννυς Κολτσιδοπούλου.
 

 
 



8. Immanuel Kant, 1978.
Στο θεατρικό αυτό, που φέρει το όνομα του διάσημου φιλόσοφου, ο Μπέρνχαρντ παίζει με τον θρύλο του: Ο Καντ δεν εγκατέλειψε ποτέ την πόλη του, Καίνισμπεργκ; Κι όμως, νάτος μέσα σε ένα κρουαζιερόπλοιο με προορισμό  τη Νέα Υόρκη, προσκεκλημένος του Πανεπιστημίου Κολούμπια... Είναι ο Καντ ο αιώνιος εργένης; Κι όμως, νάτος που συνοδεύεται από την υπηρέτριά του, τη σύζυγό του κι ένα παπαγάλο που ακούει στο όνομα Φρήντριχ... Το κρουζιερόπλοιο γίνεται η μικρογραφία ενός κόσμου που παραπαίει πλέοντας χαρούμενα. Με την άφιξη, ο Καντ γίνεται δεκτός από ένα γιατρό και νοσηλευτές, που τον οδηγούν στο ψυχιατρείο.

Το έργο ανέβηκε στη Στουτγάρδη από τον Πάυμαν.
 
β) Εmmanuel Kant, trad. par Claude Porcell et Michel-François Demet, 1989.


 

 
 
 
 
 
9. Der Weltverbesserer, 1979.
Ο αναμορφωτής του κόσμου είναι ένας ηλικιωμένος φιλόσοφος. Μισοπαράλυτος (όπως ισχυρίζεται), κουφός και άρρωστος, περιμένει στο σπίτι του τους εκπροσώπους της πολιτείας για να τον χρίσουν επίτιμο διδάκτορα του τοπικού Πανεπιστημίου λόγω της διεθνώς αναγνωρισμένης και μεταφρασμένης σε 38 γλώσσες πραγματείας του με θέμα την αναμόρφωση του κόσμου. Δέσμιος της φιλοδοξίας και της ματαιοδοξίας του, δεν τρέφει ωστόσο αυταπάτες για τη ματαιότητα του εγχειρήματός του. Συγκρίνοντας άθελά του την κατάσταση του κόσμου και την προσωπική του αδιέξοδη κατάσταση, που οφείλεται στην κλονισμένη υγεία του και στην προβληματική επαφή του με τη γυναίκα-σύντροφο και υπηρέτριά του σχεδόν, με το σχέδιο της αναμόρφωσης του κόσμου, διαπιστώνει, μέσα από ένα παραλήρημα κριτικής και αυτοκριτικής, με κυνισμό και τελικά με απόγνωση και τρόμο, τη φρικτή αλήθεια: πως ο κόσμος στηρίζεται στο μίσος και στο ψεύδος και πως για να τον αναμορφώσεις πρέπει να τον καταργήσεις...
 
Το έργο ανέβηκε το 1981 στη Στουτγάρδη από τον Πέυμαν με τον Μινέτι στον ομώνυμο ρόλο. Η ερμηνεία του στον Αναμορφωτή του κόσμου υπήρξε εξαιρετική. Στα 76 του χρόνια υποδύθηκε τον αναμορφωτή με τέτοια δύναμη που μάγεψε το κοινό. Το κοινό δεν ταυτίστηκε με τον αναμορφωτή, δεν είδε σ' αυτόν κάποιο συγγενικό του πρόσωπο, δεν ένιωσε λύπη για αυτόν, αλλά μαγεύτηκε τόσο από την ερμηνεία του ηθοποιού καθώς και από την μάχη του ρόλου ενάντια στη λήθη και το θάνατο.
Καθισμένος στην πολυθρόνα - θρόνο του ήταν σαν ένα γεράκι, που έχει στήσει ενέδρα και είναι έτοιμο να επιτεθεί αλλά ταυτόχρονα είναι και το ίδιο παγιδευμένο. Ο Μινέτι ενσάρκωσε τον ρόλο παίζοντας «ενάντια στο κοινό» (Gegenspiel) και όχι για το κοινό. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό που συνέβη κατά τη διάρκεια μίας παράστασης σε τουρνέ, όπου ο Μινέτι θεωρώντας ότι το γέλιο του κοινού ήταν υπερβολικό, χαμήλωσε τόσο τον τόνο της φωνής του, ώστε το κοινό χρειάστηκε να σωπάσει και να κάνει προσπάθεια να τον ακούσει. Κάνοντας πιο απαλό τον τόνο της φωνής του, ο ρόλος πήρε μια άλλη διάσταση, έγινε πιο εύθραυστος. Έτσι στον αγώνα κοινού - ηθοποιού, νικητής ήταν και πάλι ο Μινέτι.

α) The World-fixer, trans. by J. Glowa and S. M. Hurley-Glowa, Ariadne Press, 2005.
β) Le Réformateur, trad. par Michel Nebenzahl, 1990.
γ) Ο αναμορφωτής του κόσμου, πρόγραμμα Εταιρείας Θεάτρου Μνήμη, σε μετάφραση Ζήση Σαρίκα. Το έργο ανέβηκε το 2006 σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη.
 





 
 
10. Vor dem Ruhestand -Eine Komödie von deutscher Seele, 1979. (Πριν τη σύνταξη -μια κωμωδία της γερμανικής ψυχής)
Ο Ρούντολφ Χέλλερ,  πρώην υποδιευθυντής στρατοπέδου συγκεντρώσεως και νυν δικαστής, γλίτωσε την τιμωρία κρυβόμενος επί δέκα χρόνια στο υπόγειο του σπιτιού του. Τώρα, ζει στο πατρικό σπίτι μαζί με τις δύο αδελφές του, τη μεγαλύτερη σε ηλικία Βέρα και τη μικρότερη και ανάπηρη Κλάρα, απολαμβάνοντας μια ήσυχη και ευυπόληπτη ζωή, χάρη στον μισθό που παίρνει ως Πρόεδρος του Δικαστηρίου. Σύντομα μάλιστα πρόκειται να συνταξιοδοτηθεί και να περάσει άνετα την υπόλοιπη ζωή του με μια γενναιόδωρη σύνταξη. Η άνοδος του Χέλλερ ήταν ταχεία και αναπάντεχη: από απλός στρατιώτης των ναζί φτάνει ώς το βαθμό του συνταγματάρχη και στη συνέχεια εκτελεί χρέη δικαστή στο ανατολικό μέτωπο. Μετά δέκα χρόνια στην παρανομία, επιστρέφει στην ενεργό ζωή ως δικαστής: εκείνα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια «κανείς δεν ρωτούσε τίποτε», επειδή κανείς δεν ήθελε να θυμάται ούτε να ξέρει, η λήθη έσβηνε τις ενοχές και η σιωπή απάλυνε τον πόνο. Τώρα, που κλείνει την καριέρα του ως Πρόεδρος του Δικαστηρίου, λαμπρή καριέρα αναμφισβήτητα, «τώρα άρχισαν πάλι να τα σκαλίζουν / και να επιβουλεύονται τη ζωή ευυπόληπτων και / καθωσπρέπει ανθρώπων.» Την εποχή που ήταν υποδιοικητής του στρατοπέδου συγκεντρώσεως, δέχεται την επίσκεψη του Χίμλερ, του διαβόητου αρχηγού των Ες Ες και εμπνευστή των στρατοπέδων συγκεντρώσεως στην Ανατολική Ευρώπη. Ο Χίμλερ τον συγχαίρει για την υποδειγματική πειθαρχία του στρατοπέδου του και τις υπηρεσίες που προσφέρει στην πατρίδα του. Ο Χίμλερ είναι ο ήρωας του Χέλλερ, είναι η ενσάρκωση της εθνικοσοσιαλιστικής ιδέας. Κάθε χρόνο στις 7 Οκτωβρίου γιορτάζει τα γενέθλια του Χίμλερ μαζί με τις δύο αδελφές του. Για χάρη του Χίμλερ, οργανώνεται κάθε χρόνο η ίδια ιδιότυπη τελετή που λαμβάνει χώρα σε πολύ στενό οικογενειακό κύκλο. Η Βέρα, η μεγάλη αδελφή, ο στυλοβάτης της οικογένειας, που επί δέκα χρόνια φρόντιζε τον κρυμμένο στο υπόγειο αδελφό της, η Βέρα που δηλώνει τόσο ταυτισμένη με τις ιδέες του, κάνει τις προετοιμασίες για τη γιορτή. Ετοιμάζει ωραίο φαγητό, βάζει την αγαπημένη του σαμπάνια στον πάγο. Βουρτσίζει και σιδερώνει τη στολή των Ες Ες καθώς και την τήβεννό του και γυαλίζει τις μπότες και το όπλο του και ντύνει τη μικρή αδελφή με τη στολή των κρατουμένων των στρατοπέδων συγκέντρωσης... Η νεότερη Κλάρα παρακολουθεί με βουβή λύσσα την προετοιμασία αυτού του μακάβριου 'παιχνιδιού', της τελετής στην οποία είναι αναγκασμένη να συμμετέχει. Είναι καθηλωμένη στην αναπηρική της καρέκλα, θύμα των αεροπορικών βομβαρδιστικών επιθέσεων των Αμερικάνων. Η Κλάρα είναι σοσιαλίστρια, όλη τη μέρα διαβάζει αριστερά έντυπα και βιβλία. Γνωρίζει τη ζωή μέσα από τα βιβλία, όπως λέει χαρακτηριστικά η προσγειωμένη αδελφή της. Κάθε χρόνο η τελετή επισφραγίζεται με την αιμομιξία του Ρούντολφ και της Βέρας...
 
Το έργο ανέβηκε στη Στουτγάρδη από τον Πάυμαν. Οι κριτικές υπήρξαν αποθεωτικές για τον συγγραφέα. Ο Μπέρνχαρντ έφτιαξε μια μαύρη κωμωδία για να εξωθήσει στα άκρα τις τραγικές συνέπειες της εφαρμογής των εθνικοσοσιαλιστικών ιδανικών. Ο Ρούντολφ κοιμάται με την αδελφή του για να αποτίσει  φόρο τιμής στο ιδανικό της φυλετικής καθαρότητας.
 
α) Eve of Retirement, στον τόμο The President and Eve of Retirement: Two Plays, trans. by Gitta Honegger, PAJ Books, 1991.            
β) Avant la retraite, trad. par Claude Porcell, 1987.
γ) Πριν την αποχώρηση, πρόγραμμα Θεάτρου Πράξη σε μετάφραση Βασίλη Πουλαντζά. Το έργο ανέβηκε το 1999 σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού.
Επίσης, ανέβηκε στα Χανιά το 2004, σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη και στην ίδια μετάφραση.







11. Über allen Gipfeln ist Ruh - Ein deutscher Dichtertag um 1980. Komödie, 1981. (Πάνω απ' όλες τις κορυφές βασιλεύει ησυχία).
Ένας διάσημος συγγραφέας έχει μόλις ολοκληρώσει το αριστούργημά του, την Τετραλογία. Έχει φτάσει στο απόγειο της φήμης του και έχει αποσυρθεί στο ειδυλλιακό του σπίτι του στις γερμανικές Άλπεις. Η σύζυγός του είναι η ταπεινή του υπηρέτρια, ενώ όλος ο κόσμος τον θαυμάζει. Κυρίως όμως αυτός ο ίδιος θαυμάζει τον εαυτό του. Είναι ο βασιλιάς των συγγραφέων και γνωρίζει τα πάντα: Λογοτεχνία, μουσική, αρχαιολογία, ακόμα και μελισσοκομία! Τον επισκέπτονται μια γνωστή δημοσιογράφος, ο εκδότης του και μια κοπέλα που ετοιμάζει τη διατριβή της...
 
Ανέβηκε το 1982 στο Φεστιβάλ του Λούντβιχσμπουργκ σε σκηνοθεσία Άλφρεντ Κίρχνερ. Μια κωμωδία, όπου η ειρωνεία του Μπέρνχαρντ φτάνει στο ζενίθ.
 
α) Over All the Mountain Tops, trans. by Michael Mitchell, Ariadne Press, 2004. 
β) Maître, trad. par Claude Porcell, 1994.






12. Am Ziel, 1981 (Στο στόχο).
Εδώ και 30 χρόνια σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία, μια μητέρα και η αμίλητη κόρη της κάνουν το ίδιο δρομολόγιο: Πάνε στο εξοχικό τους στη θάλασσα και ξαναγυρίζουν. Φέτος έχουν καλέσει έναν πετυχημένο θεατρικό συγγραφέα για να τις συνοδεύσει. Παρακολουθούμε τις προετοιμασίες για την αναχώρηση, τις προετοιμασίες μετά την άφιξη, ενώ μέσα από τους μονολόγους τους ξεδιπλώνονται οι ζωές τους και τα θέματα που τους απασχολούν...
 
Το έργο, σε σκηνοθεσία Πάυμαν, άνοιξε το 1981 το Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ, με το οποίο ο Μπέρνχαρντ ξαναξεκίνησε συνεργασία. Τώρα πια είναι διάσημος και τα νέα έργα του αναμένονται με αδημονία από θεατές και κριτικούς. Σ' αυτό το έργο βάζει τον εαυτό του στο ρόλο του συγγραφέα και αυτοπαρωδείται.

β) Au but, trad. par Claude Porcell, 1987.
γ) Στον προορισμό, πρόγραμμα ΚΘΒΕ σε μετάφραση Πέτρου Μάρκαρη. Ανέβηκε το 1995 και το 1997 σε σκηνοθεσία Νίκου Σακαλίδη. Επίσης, ανέβηκε το 2001 από το Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Μάγιας Λυμπεροπούλου.
 
 
 
 


13. Der Schein trügt, 1983 (Τα φαινόμενα απατούν).
Δύο ηλικιωμένα αδέλφια, ο Καρλ και ο Ρόμπερτ, ο ένας ζογκλέρ του τσίρκου και ο άλλος ηθοποιός επισκέπτονται ο ένας τον άλλο τηρώντας ένα απαράλλαχτο τελετουργικό. Ο Ρόμπερτ πάει τις Τρίτες στο σπίτι του Καρλ, πρώτη πράξη. Ο Καρλ πάει τις Πέμπτες στο σπίτι του Ρόμπερτ, δεύτερη πράξη. Κατά τη διάρκεια των επισκέψεων ξετυλίγουν τις αναμνήσεις τους, μιλώντας για την τέχνη που υπηρετούν, για το πού βρίσκονται τα όρια μεταξύ τέχνης και τεχνικής και για την Ματίλδη, τη γυναίκα του Καρλ που ήταν πιανίστρια και πέθανε πριν λίγο καιρό...
 
Το έργο ανέβηκε το 1984 στο Μπόχουμ σε σκηνοθεσία Πάυμαν με πρωταγωνιστή τον Μινέτι.

β) Les apparences sont trompeuses, trad. par Édith Darnaud, 1985.







14. Der Theatermacher, 1984 (Ο θεατροποιός)
Ο ηθοποιός των κρατικών θεάτρων Μπρουσκόν -ο θεατροποιός- ταξιδεύει μαζί με την οικογένειά του, της οποίας τα μέλη είναι και αυτά ηθοποιοί, στα χωριά της επαρχίας, για να ανεβάσει το έργο ζωής του, την πανανθρώπινη κωμωδία: Ο τροχός της ιστορίας. Στην αίθουσα του πανδοχείου "Μαύρο Ελάφι", στο Ούτσμπαχ, ένα άσημο χωριουδάκι, έρχεται για ακόμα μια φορά αντιμέτωπος με την καλλιτεχνική πανωλεθρία: Η παράσταση που προετοιμάστηκε με μεγάλη φροντίδα ματαιώνεται, καθώς το πρεσβυτέριο καίγεται και το κοινό το βάζει στα πόδια...

Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ το 1985 σε σκηνοθεσία Πάυμαν. Ο Θεατροποιός αποτελεί μια πνευματώδη παρωδία των ίδιων των καλλιτεχνικών επιδιώξεων του Μπέρνχαρντ και ταυτόχρονα την πιο ανθρώπινη κωμική παραβολή με θέμα την τέχνη μέσα σε έναν κόσμο που εχθρεύεται την τέχνη.

α) Histrionics, περιέχεται στον τόμο: "Histrionics" trans. by Peter Jansen and Kenneth Northcott, Quartet Books, London, 1990.
β) Le Faiseur de théâtre, trad. par Édith Darnaud, 1986.
γ) O θεατροποιός, περιοδικό Θεατρικά Τετράδια, τεύχος 37, μετάφραση Πέτρου Μάρκαρη. Το έργο ανέβηκε το 2001 από την Πειραματική Σκηνή Τέχνης στη Θεσσαλονίκη, σε σκηνοθεσία Γλυκερίας Καλαϊτζή.
 
 








15. Ritter, Dene, Voss, 1984. (Πρόκειται για τα ονόματα αγαπημένων ηθοποιών του Μπέρνχαρντ, οι οποίοι και πρωταγωνίστησαν στην πρεμιέρα).
Το έργο διαδραματίζεται στο αρχοντικό της βαθύπλουτης οικογένειας Βόρρινγκερ σ’ένα προάστιο της Βιέννης στη διάρκεια μιάς μέρας.  Τα πρόσωπα είναι τρία αδέρφια- δύο αδερφές- Ρίττερ και Ντένε και ο αδερφός τους Λούντβιχ. Είναι η μέρα που η μεγάλη αδερφή- Ντένε- έχει φέρει για μόνιμη εγκατάσταση στο σπίτι τον φιλόσοφο αδερφό της Λούντβιχ- ύστερα από την παραμονή του επί είκοσι χρόνια στο ψυχιατρείο. Η Ντένε ένα πρόσωπο απόλυτα προσκολλημένο στις αρχές και το πνεύμα της οικογένειας Βόρρινγκερ προσδοκά να εντάξει και πάλι τον αδερφό της στο σπίτι και στα ιδανικά του. Η Ρίττερ είναι πρόσωπο εντελώς αδιάφορο για τα ιδανικά αυτά αλλά και για ο,τιδήποτε άλλο- είναι τελείως αντίθετη με τη πρωτοβουλία αυτή της αδερφής της να φέρει στο σπίτι τον αδερφό τους τον οποίο θεωρεί  τέρας εγωισμού και καταπιεστή τους. Ο Λούντβιχ είναι πρόσωπο βασανιστικά απορροφημένο από τη σκέψη του και βασανιστικά εξαρτώμενο από την οικογένεια αυτή και το σπίτι, τη "κόλαση των Βόρρινγκερ"  όπως το ονομάζει. Ο αγώνας του να εξουσιάσει την σκέψη του είναι εξουθενωτικός για τον ίδιο και για τους άλλους. Η σύγκρουση μεταξύ των τριών είναι βίαιη και ανελέητη. Η έλλειψη της αγάπης των γονιών τους , η αυταρχικότητα, η καταπίεση και η ευκολία που τους παρείχε η τάξη και η τεράστια περιουσία τους, έχει διαλύσει τις προσωπικότητες τους, έχει πληγώσει τον ψυχικό τους κόσμο κι έχει αδρανοποιήσει τα συναισθήματα τους. Ο αγώνας για επιβίωση του ενός σημαίνει την ψυχική εξόντωση του άλλου. Παράλληλα, είναι κι οι τρεις τόσο εξαρτημένοι ο ένας απ’ τον άλλον, όσο και με το πιο ασήμαντο οικογενειακό κειμήλιο του πατρικού σπιτιού τους. Σ’ αυτό το σπίτι-μαυσωλείο, δεν τολμούν ν’ αγγίξουν τίποτα, σαν να μην τους ανήκει. Χρησιμοποιούν τα σερβίτσια της μητέρας, τα τραπεζομάντηλα της γιαγιάς, τρώνε γύρω απ’ τα ζωγραφισμένα πορτρέτα των προγόνων, υιοθετούν τις κινήσεις των γονιών τους, κάθονται στις ίδιες θέσεις μ’ αυτούς στο τραπέζι…

Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ το 1986 σε σκηνοθεσία Πάυμαν με την Ίλζε Ρίττερ, την Κίρστεν Ντένε και τον Γκερτ Φος.

α) Ritter, Dene, Voss, περιέχεται στον τόμο: "Histrionics" trans. by Peter Jansen and Kenneth Northcott, Quartet Books, London, 1990.
β) Déjeuner chez Wittgenstein, trad. par Michel Nebenzahl, 1989.
γ) Ρίττερ, Ντένε, Φος, πρόγραμμα θεάτρου Νέας Σκηνής, 1991, σε μετάφραση Λευτέρη Βογιατζή και Σωτηρίας Ματζίρη. Πρόκειται για μια σπουδαία έκδοση, απ' αυτές που συνήθιζε ο Βογιατζής στο θεατράκι του της οδού Κυκλάδων. Εκτός από το θεατρικό, περιέχει πλήθος κειμένων του Μπέρνχαρντ και για τον Μπέρνχαρντ, φωτογραφικό υλικό και όλα αυτά σε μια μοναδική επιμέλεια. Η παράσταση, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή, υπήρξε αριστουργηματική! Εκτός από τον σκηνοθέτη, πρωταγωνιστούσαν η Λυδία Κονιόρδου και η Όλια Λαζαρίδου. Ήταν η πρώτη μου γνωριμία με έργο του Μπέρνχαρντ. Αλήθεια τι έχει μείνει απ' αυτή την παράσταση μετά από 22 χρόνια; Ένα ταλαιπωρημένο από την πολλή χρήση βιβλιαράκι, κάποιες θολές εικόνες από το έργο και η ανείπωτη συγκίνηση κάθε φορά που προσπαθώ να φέρω την παράσταση στη μνήμη μου... 
Το 2008 το έργο παίχτηκε στο θέατρο Δημήτρης Ποταμίτης, στην ίδια μετάφραση και σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου.
Το 2011 ξανανέβηκε στο θέατρο Σφενδόνη σε μετάφραση βασισμένη σε μία μετάφραση της Ιωάννας Μεϊτάνη και σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καταλειφού, Άννας Κοκκίνου, Ράνιας Οικονομίδου, Πάνου Παπαδόπουλου.


 

 
 



16. Einfach kompliziert, 1986. (Απλώς περίπλοκα).
Ζώντας κάτω από άθλιες συνθήκες ένας γέρος ξεπεσμένος, πρώην διάσημος ηθοποιός, μονολογεί διηγούμενος τη ζωή του.  Ζει σε ένα φθαρμένο σπίτι, ως ο τελευταίος επιζών της οικογένειας του (ακόμα και η γυναίκα του έχει πεθάνει), μισώντας τους πάντες και τα πάντα. Η συνεχώς αυξανόμενη αυτολύπηση, το μίσος και η γεροντικη κατάθλιψη τον έχουν μετατρέψει σε μια αλλόκοτη φιγούρα. Δέχεται μόνον, δύο φορές την εβδομάδα, ένα κοριτσάκι, που του φέρνει γάλα για να κρατά την επαφή με τον έξω κόσμο. Της ομολογεί ότι μισεί το γάλα, ότι το χύνει αλλά το παραγγέλνει μόνο και μόνο για να βλέπει το κορίτσι. «Οι ηθοποιοί είμαστε σαν τα παιδιά, γι' αυτό τα πάμε τόσο καλά οι δυο μας» της λέει. Μία φορά το μήνα βάζει στο κεφάλι του το στέμμα του "Ριχάρδου ΙΙΙ"...
 
Το έργο ανέβηκε το 1986 στο Θέατρο Σίλλερ στο Βερολίνο, σε σκηνοθεσία Κλάους Αντρέ, με πρωταγωνιστή τον Μινέτι. Ο Πέυμαν απέφυγε να το ανεβάσει θεωρώντας το μια πιο αδύναμη παραλλαγή των προηγούμενων έργων που είχε γράψει για τον Μινέτι.
 
β) Simplement compliqué, trad. par Michel Nebenzahl, 1988.

To έργο ανέβηκε το  2011, στο Θέατρο Τέχνης με τίτλο: Απλά περίπλοκος, σε μετάφραση Γιώργου Κιμούλη, σκηνοθεσία του ίδιου και με πρωταγωνιστή τον ίδιο. 


 
 



17. Elisabeth II. Keine Komödie, 1987. (Ελισάβετ ΙΙ, Καθόλου κωμωδία).
Ένας υπερήλικας βιομήχανος με τεχνητά πόδια, μνήμη που παρουσιάζει συνεχώς κενά και έναν υπηρέτη να του σερβίρει τη μασέλα του σε ασημένιο δίσκο, δέχεται τους "φίλους" του στο πολυτελές του διαμέρισμα απέναντι από την Όπερα, προκειμένου να επευφημήσουν την βασίλισσα Ελισάβετ ΙΙ του Ηνωμένου Βασιλείου, που επισκέπτεται την Αυστρία. Γνωστοί του, που έχει χρόνια να τους δει, καταφτάνουν για να απολαύσουν την υποδοχή της βασίλισσας από το μπαλκόνι του, το οποίο και καταρρέει την κρίσιμη στιγμή, υπό το βάρος των θεατών...
 
Το έργο ανέβηκε το Νοέμβριο του 1989, μετά το θάνατο του Μπέρνχαρντ, στο Θέατρο Σίλλερ του Βερολίνου σε σκηνοθεσία Νιλς Πέτερ Ρούντολφ, αλλά χωρίς τον Μινέτι, για τον οποίον και γράφτηκε. Οι Βιεννέζοι νοίκιασαν πούλμαν για να πάνε να δούνε την παράσταση, που σύμφωνα με τη διαθήκη του συγγραφέα δεν θα μπορούσε να παιχτεί στην Αυστρία. Το καλοκαίρι του 1990 το Φεστιβάλ της Βιέννης επιχορήγησε 4 παραστάσεις στην πρωτεύουσα της Σλοβακίας, Μπρατισλάβα, που απέχει μόνο 45 χιλιόμετρα από τα σύνορα της Αυστρίας. Όλοι οι θεατές μεταφέρθηκαν με ναυλωμένα πούλμαν από την Αυστρία. Ο Πάυμαν δεν θέλησε να ανεβάσει ούτε αυτό το έργο προκαλώντας την δυσαρέσκεια του Μπέρνχαρντ. Κάποιοι λένε πως το έκανε γιατί το θεώρησε αδύναμο σε σχέση με τα προηγούμενα έργα και κάποιοι γιατί σε ένα σημείο του έργου, επιτίθεται στο θέατρο του Βερολίνου Schausbühne του Πέτερ Στάιν, στο οποίο δούλευε για κάποιο διάστημα και ο Πάυμαν ως σκηνοθέτης.
 
 β) Élisabeth II, trad. par Claude Porcell 1999.







18. Heldenplatz, 1988 (Πλατεία Ηρώων)
Το έργο, που διαδραματίζεται στο παρόν, αρχίζει με την αυτοκτονία του καθηγητή Σούστερ που πέφτει από το μπαλκόνι του στην Πλατεία Ηρώων. Ο καθηγητής μαζί με τη γυναίκα του, τις δυο του κόρες και τον αδελφό του είχαν καταφύγει στην Αγγλία και επέστρεψαν στην Βιέννη μετά τον πόλεμο. Ωστόσο, οι ζωές τους ήταν πια στοιχειωμένες από τον αντισημιτισμό, που βίωσαν σε όλες τις ακρότητές του. Μέσα από τις συζητήσεις τους φωτίζεται το παρελθόν και ο χαρακτήρας του καθηγητή. Η χήρα του ωστόσο, συνεχίζει να ακούει το πλήθος που ζητωκραυγάζει στην Πλατεία κατά την υποδοχή του Χίτλερ και του στρατού του...
 
 
 
 
 
Το έργο ανέβηκε στο Burgtheater της Βιέννης στις 4-11-1988, σε σκηνοθεσία Πάυμαν. Η πρεμιέρα ήταν προγραμματισμένη για τις 14-10-1988, στα 100 χρόνια του θεάτρου που ταυτόχρονα  ήταν και η επέτειος της προσάρτησης της Αυστρίας από το Τρίτο Ράιχ! Καγκελάριος της Αυστρίας ήταν ο Κουρτ Βαλντχάιμ, κατηγορούμενος για το ναζιστικό του παρελθόν. Ο Πάυμαν είχε φροντίσει στην παράσταση, με τη συνεργασία του Μπέρνχαρντ, να αναδειχθεί η περίπλοκη αλλά και συμβολική (που συσχέτιζε το παρελθόν με το παρόν) θέση των εμβληματικών κτηρίων του ιστορικού κέντρου της Βιέννης. Οι αντιδράσεις των Αυστριακών ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Πολυπληθείς διαδηλώσεις προσπάθησαν να εμποδίσουν την πρεμιέρα, ενώ οι εφημερίδες ξεσπάθωναν ενάντια στον συγγραφέα και τον σκηνοθέτη, με πρώτη από όλες, την μεγαλύτερη σε κυκλοφορία αυστριακή εφημερίδα, Kronen Zeitung, που με ένα φωτομοντάζ έδειχνε το ιστορικό θέατρο να καίγεται. 
 
 




Η πρεμιέρα έλαβε χώρα κάτω από ισχυρή αστυνομική προστασία, ενώ οι συντελεστές της παράστασης αποθεώθηκαν από το κοινό. Για πρώτη φορά ο Μπέρνχαρντ ανέβηκε στη σκηνή, δίπλα στον Πάυμαν. Ήταν η τελευταία δημόσια εμφάνισή του. Τρεις μήνες αργότερα θα έφευγε από τη ζωή, έχοντας με τη διαθήκη του απαγορέψει να ανεβαίνουν τα έργα του εντός του αυστριακού εδάφους. Δυστυχώς η επιθυμία του δεν έγινε σεβαστή... 


 
 

α) Heldenplatz, trans. by M. Oakes and A. Tierney, Oberon books, London 2010.
β) Place des héros, trad. par Claude Porcell, 1990.






B. Dramolette (Dramuscules, Μικροδράματα)

Πρόκειται για μικρά θεατρικά που σπάνια ξεπερνούν σε διάρκεια τα 10 λεπτά.

1.  Der deutsche Mittagstisch, 1988. (Το γερμανικό γεύμα).
Αποτελείται από επτά μικροδράματα, που κύριο θέμα τους είναι το ναζιστικό παρελθόν, που κάθε άλλο παρά παρελθόν είναι. Καθημερινά γεγονότα, όπως ένα ατύχημα με το αυτοκίνητο, μια τηλεοπτική εκπομπή, ένα κατεστραμμένο πουκάμισο ή μια τούρτα με κρέμα, γίνονται αφορμές για να αποκαλυφτούν οι πραγματικές σκέψεις διάφορων ανθρώπων. Σε πρώτο χρόνο ο θεατής μπορεί να γελάσει αλλά στο τέλος ενδέχεται να μείνει τρομοκρατημένος :
i) Der deutsche Mittagstisch
ii) A Doda
iii) Alles oder nichts
iv) Maiandacht
v) Match
vi) Freispruch
vii) Eis

β) Dramuscules, trad. par Claude Porcell, 1991. Η λέξη dramuscules προέρχεται από τη σύνθεση των drames και minuscules (μικροσκοπικά) και φτιάχτηκε ειδικά για αυτά τα έργα του Μπέρνχαρντ.  Περιέχει και τα επτά μικροδράματα. Από λάθος μάλλον, σε κάποιες γαλλικές βιβλιογραφίες αναφέρεται ότι περιέχει και δύο ακόμα από τη σειρά με τα μικροδράματα του Πάυμαν. Στη βιβλιοθήκη μου βρίσκεται πάντως η ανατύπωση του 2009, που δεν τα συμπεριλαμβάνει. Σε επικοινωνία με τον εκδότη δεν μπόρεσα να βγάλω άκρη...



 
2. Claus Peymann kauft sich eine Hose und geht mit mir essen, 1990. (Ο Κλάους Πέυμαν αγοράζει ένα παντελόνι και πάει μαζί μου για φαγητό).
Αποτελείται από τρία μικροδράματα:
i) Claus Peymann kauft sich eine Hose und geht mit mir essen
ii) Claus Peymann verläßt Bochum und geht als Burgtheaterdirektor nach Wien 
iii) Claus Peymann und Hermann Beil auf der Sulzwiese
 
β) Claus Peymann et Hermann Beil sur la Sulzwiese. Το τρίτο μόνο μικροδράμα περιέχεται στον τόμο: Evénements, trad. Jeanne Etoré et Bernard Lortholary, Paris, L' Arche, 1988.
 
 


 
 
3. Die Erfundene, Rosa, Frühling. Πρόκειται για τρία πρωτόλεια μικρά θεατρικά, που γράφτηκαν τη δεκαετία του '50 και παρουσιάστηκαν το 1960 στην Καρινθία μαζί με μια όπερα δωματίου, της οποίας είχε γράψει το λιμπρέτο. Πρωτοεκδόθηκαν πρόσφατα στον 15ο τόμο των Απάντων του.
 
4. Der Berg. Ein Spiel für Marionetten als Menschen oder Menschen als Marionetten, (1957). (Το βουνό. Ένα έργο για μαριονέτες που υποδύονται ανθρώπους ή για ανθρώπους που υποδύονται μαριονέτες). Δεν πρόκειται ακριβώς για μικροδράμα, αλλά λόγω της μικρής του έκτασης το έβαλα σε αυτή την κατηγορία. Πρωτοεκδόθηκε σε ένα περιοδικό το 1970. Βρίσκεται κι αυτό στον 15ο τόμο των Απάντων του.



 
 
Γ. Έργα για το λυρικό θέατρο.
 
 
1. Die Rosen der Einöde (Τα ρόδα της ερημιάς), για μπαλέτο, φωνές και ορχήστρα, Frankfurt am Main, Fischer Verlag, 1959.
 
β) Les Roses du désert, trad. par Claudia Stephan. Βρίσκεται στο τόμο: Thomas Bernhard (ouvrage dirigé par Pierre Chambert et Barbara Hutt), Minerve, Paris, 2002.
 
 
2. Köpfe, (1957) (Kεφάλια), λιμπρέτο για όπερα δωματίου. Μελοποιήθηκε από τον Gerhard Lampersberg παρουσιάστηκε το 1960 στη Maria-Saal (Carinthie). Το πρόγραμμα συμπεριελάμβανε και το ανέβασμα τριών πρωτόλειων μικροδραμάτων: Die Erfundene, Rosa, Frühling. Όλα βρίσκονται στον 15ο τόμο Απάντων.



 

         
Σημειώσεις: Οι πρώτες φωτογραφίες κάτω από το κάθε θεατρικό είναι πάντα από τις πρώτες παραστάσεις. Στον Εμμάνουελ Καντ, η δεύτερη και τρίτη φωτογραφία είναι από παράσταση στο Φεστιβάλ θεάτρου της Νάπολης. Στον Αναμορφωτή του κόσμου, στο Πριν την αποχώρηση και στον Θεατροποιό,  οι δεύτερες φωτογραφίες είναι από τις ελληνικές παραστάσεις. Στο Ρίττερ, Ντένε, Φος, η δεύτερη και τρίτη, από την παράσταση του Βογιατζή. Στο Απλώς περίπλοκα, η δεύτερη από μια γερμανική παράσταση και η τρίτη από την ελληνική. Στις φωτογραφίες στα μικροδράματα διακρίνεται ο περίφημος Πάυμαν να ερμηνεύει το ρόλο του. Η λέξη "μικροδράμα" είναι δικής μου επινόησης, ίσως να υπάρχει και κάποια καλύτερη. Στην τελευταία φωτογραφία, ο Μπέρνχαρντ με τον αγαπημένο του σκηνοθέτη. Στη φωτογραφία με τις διαδηλώσεις των Βιεννέζων έξω από το θέατρο, υπάρχει ένα πανό που γράφει τη λέξη: Nestbeschmutzer, που σημαίνει αυτόν που βρωμίζει τη φωλιά του, χαρακτηρισμός που απευθύνεται φυσικά στον Μπέρνχαρντ. Ο ίδιος χαρακτηρισμός, στη θηλυκή εκδοχή του (Nestbeschmutzerin), είχε στόχο μερικά χρόνια αργότερα και την Ελφρίντε Γέλινεκ...