Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

Λυσιμελής πόθος

 
 
 
 
 
Αυτοτέλεια του σώματος
 
Τρομερή και θαυμάσια
αυτοτέλεια του σώματος.
Όσο βαθιά κι αν διεισδύσει
ποτέ με το άλλο σώμα δεν συγχέεται
ποτέ δεν γίνεται σάρκα μία.
 
 
 
Όπως η θάλασσα
 
Ήταν κι εκείνη όπως η θάλασσα
δεν παραδόθηκε ποτέ στον ήλιο
ούτε νοιαζόταν να τον σαγηνεύσει.
Ωραία γινόταν λίγο πριν απ' την ανατολή
ή λίγο μετά το ηλιοβασίλεμα.
 
 
(Τίτος Πατρίκιος)



 
Σημειώσεις: Η εικόνα είναι έργο του Χρόνη Μπότσογλου. Τα ποιήματα προέρχονται από την συλλογή ερωτικών ποιημάτων του Τίτου Πατρίκιου: Λυσιμελής πόθος, εκδ. Κίχλη. Πρόκειται για μια σχεδόν συγκεντρωτική συλλογή των ερωτικών ποιημάτων του Πατρίκιου. Είχε κυκλοφορήσει παλαιότερα από τον Καστανιώτη. Η νέα έκδοση συμπληρώθηκε με άλλα οκτώ ποιήματα.
 
 

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Το Κουτσό - 3


Χούλιο Κορτάσαρ, εκδ. Εξάντας, μτφ. Κώστας Κουντούρης.
Marelle, Gallimard, traduit par L. Guille-Bataillon & F. Rosset.




Κορτάσαρ ο Υπερρεαλιστής


 
 
"Αυτό που αναζητά ο Μορέλι είναι να βρει τρόπο να εξοντώσει τις νοητικές συνήθειες του αναγνώστη. Όπως βλέπεις κάτι πολύ σεμνό που δεν συγκρίνεται με το πέρασμα των Άλπεων από τον Ανίβα. Ο Μορέλι είναι ένας καλλιτέχνης που έχει μια ιδιαίτερη άποψη για την τέχνη, μια άποψη που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο συνδέεται με την προσπάθειά του να γκρεμίσει τις συνηθισμένες φόρμες, πράγμα εξάλλου που χαρακτηρίζει όλους του άξιους καλλιτέχνες της εποχής μας. Λόγου χάρη τον αηδιάζει το μυθιστόρημα που είναι σαν κυλινδρική κινέζικη περγαμηνή. Το βιβλίο που διαβάζεται από την αρχή ως το τέλος σαν καλό παιδί. Και θα πρέπει να έχεις πάρει είδηση πως, όσο προχωρεί, τόσο λιγότερο τον απασχολεί η σύνδεση των μερών, αυτό που από τη μια λέξη οδηγεί στην άλλη...".
 
 
Πύλη Δεύτερη: Jaime Alazraki
 
Η μυθοπλασία του Κορτάσαρ συνιστά μια πρόκληση για την κουλτούρα, μια πρόκληση, όπως λέει ο ίδιος, σε "τριάντα αιώνες Εβραιο-χριστιανικής διαλεκτικής" στο "Ελληνικό κριτήριο της αλήθειας και του λάθους", στον "homo sapiens", στη λογική και γενικά σε αυτό που ονομάζει "η Μεγάλη Συνήθεια". Το πρώτο μεγάλο εμπόδιο, που συναντά στην μυθοπλασία του, είναι η ίδια η γλώσσα: "Το θεωρούσα πάντοτε παράλογο το να θέλεις να αλλάξει ο άνθρωπος χωρίς συγχρόνως ή προηγουμένως ο άνθρωπος να έχει αλλάξει το όργανο της γνώσης. Πώς να αλλάξει κάποιος αν συνεχίζει να χρησιμοποιεί την ίδια γλώσσα που χρησιμοποιούσε ο Πλάτων;" Βρήκε την πρώτη απάντηση στον υπερρεαλισμό. Ο Κορτάσαρ δεν τον είδε απλά σαν τεχνική για την παραγωγή λογοτεχνίας, ούτε σαν μια αισθητική στάση, αλλά σαν ένα τρόπο να βλέπεις τον κόσμο: "όχι μια σχολή ή έναν -ισμό, αλλά ένα Weltanschauung". Στη συνέχεια όμως η πορεία του υπερρεαλισμού, ως κινήματος, τον διέψευσε:
 
"Οι υπερρεαλιστές πίστευαν πως η πραγματική γλώσσα και η αληθινή πραγματικότητα λογοκρίνονται και εξορίζονται από την ορθολογιστική και αστική δομή της Δύσης. Είχαν δίκιο, όπως το γνωρίζει κάθε ποιητής, αυτή όμως δεν ήταν παρά μια μόνο στιγμή στην περίπλοκη διαδικασία του ξεφλουδίσματος της μπανάνας. Αποτέλεσμα: πολλοί φάγανε την μπανάνα με το φλούδι της. Οι υπερρεαλιστές κρέμονταν από τις λέξεις αντί να αποκολληθούν βίαια από αυτές, όπως θέλει να κάνει ο Μορέλι αρχίζοντας όχι από τις λέξεις, αλλά από την ίδια τη λέξη. Φανατικοί της verbum στην καθαρή της κατάσταση, ξετρελαμένες Πυθίες, αποδέχτηκαν τα πάντα φτάνει να μη φαινόταν ότι ακολουθούν από πολύ κοντά τους κανόνες της γραμματικής. Δεν υποπτεύθηκαν αρκετά πως η δημιουργία μιας συνολικής γλώσσας φανερώνει αναντίρρητα την ανθρώπινη δομή, είτε πρόκειται γι' αυτήν ενός Κινέζου είτε ενός ερυθρόδερμου. Η γλώσσα σημαίνει την ενοίκηση σε μια πραγματικότητα, τη βίωση μιας πραγματικότητας. Παρόλο που είναι βέβαιο ότι η γλώσσα που χρησιμοποιούμε μας προδίδει, δεν αρκεί να θέλουμε να απελευθερωθούμε από τα ταμπού της. Τη γλώσσα πρέπει να την επαναβιώσουμε κι όχι να την ξαναζωντανέψουμε μόνο".
 
 
 
 
 
Ο Ολιβέιρα μαζί με την παρέα της Λέσχης του Φιδιού, αναθεωρεί τα θεμέλια της Δυτικής κουλτούρας. Για να δείξει, ο Κορτάσαρ, ότι ο άνθρωπος έχει γίνει σκλάβος της ίδιας του της μυθοπλασίας και ότι ένας ξεκάθαρα επινοημένος κόσμος σταδιακά αντικαθιστά την πραγματικότητα (βλ. Γιούνγκ), προχωρά στην αποσυναρμολόγηση αυτής της πλασματικής κατασκευής, που φτιάχτηκε από την κουλτούρα αιώνων. Έτσι καθιστά εμφανές το υποκατάστατο της πραγματικότητας και μας προσκαλεί να του βγάλουμε τη μάσκα για να παραμείνουμε σε επαφή με τον πραγματικό κόσμο. Το Κουτσό είναι μια συντριπτική κριτική του ορθολογισμού.
 
"Θα έλεγα πως αυτή η τεχνολογική πραγματικότητα, που τη δέχονται σήμερα οι επιστήμονες και οι αναγνώστες της France-Soir, αυτός ο κόσμος της κορτιζόνης, των ακτίνων γάμμα και της σχάσης του πλουτωνίου, έχει τόσο λίγη σχέση με την πραγματικότητα όσο και το Roman de la Rose. Κι αν το ανέφερα πριν από λίγο στον Περίκο, ήταν για να επισημάνω πως τα αισθητικά κριτήρια και η κλίμακα των αξιών τους έχουν εκποιηθεί για τα καλά και πως ο άνθρωπος, αφού περίμενε τα πάντα από τη νόηση και το πνεύμα, βρίσκεται τώρα προδομένος, νιώθοντας αμυδρά πως τα όπλα του στράφηκαν εναντίον του, πως η κουλτούρα, η civiltà, τον παραπλάνησαν σ' αυτόν τον αδιέξοδο δρόμο, όπου η βαρβαρότητα της επιστήμης δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια κατανοητή αντίδραση". 
 

 
 
 
 
Στο Κουτσό η πραγματικότητα βρίσκεται κάπου... πίσω: "Πίσω απ' όλα αυτά (πρέπει επιτέλους να πεισθείς πως αυτή είναι η ιδέα-κλειδί της σύγχρονης σκέψης) βρίσκεται ο Παράδεισος, ο άλλος κόσμος, η στραπατσαρισμένη αθωότητα που αναζητάει στα σκοτεινά, κλαίγοντας, τη γη των Ουρκαλυά". Πώς όμως φτάνει κανείς εκεί; Πώς μπορεί κάποιος να φτάσει στο κέντρο, στο "κιμπούτς του πόθου", που μανιωδώς αναζητεί ο Ολιβέιρα;
Στο Κουτσό η δική μας τάξη του Λόγου και της επιστήμης περιγράφεται σαν εντελώς παράλογη: "Η λογική χρησιμεύει μόνο για να ανατέμνουμε την πραγματικότητα εν ηρεμία ή να αναλύουμε τις μελλοντικές της καταιγίδες, ποτέ για να βρίσκουμε λύση στην ξαφνική κρίση της στιγμής... Και αυτές οι κρίσεις, που οι περισσότεροι άνθρωποι τις θεωρούν τραγικές και παράλογες, έχω την εντύπωση πως χρησμεύουν για να μας δείχνουν το πραγματικό παράλογο, το παράλογο ενός κόσμου εύρυθμου και ήρεμου...". Ο Ολιβέιρα στοχάζεται πάνω στον παράλογο κόσμο όταν καταλήγει ότι "μόνο ζώντας παράλογα μπορείς να ξεφύγεις από αυτό το απέραντο παράλογο"
Ο Ιγκιτούρ του Μαλλαρμέ (που τόσο επηρέασε του υπερρεαλιστές) είναι ένα άτομο που "χάρις στο παράλογο, νιώθει μέσα του την ύπαρξη του Απόλυτου". Ίσως κάτω απ' αυτό το πρίσμα πρέπει να διαβάσουμε μερικά από τα πιο ωραία κεφάλαια του μυθιστορήματος: το κονσέρτο της Τρεπά, το θάνατο του Ροκαμαντούρ, τη συνάντηση με την κλοσάρ, το τσίρκο, την ψυχιατρική κλινική... Αυτές οι σκηνές μας εντυπωσιάζουν ως παράλογες, καθώς έρχονται σε αντίθεση με οτιδήποτε θα είχε θέση σε ένα μυθιστόρημα που κινείται εντός ορίων ρεαλισμού. Για τον Ολιβέιρα ο Λόγος αποτελεί ένα σόφισμα τόσο μεγάλο όσο και ο κόσμος που δημιούργησε και η λογική μάς οδηγεί σε ένα αχανές και καταστροφικό πουθενά. Για να ξεφύγει από αυτό το αδιέξοδο προσπαθεί να βρει διέξοδο σε πρωτόγνωρες καταστάσεις που, από τη μια πλευρά, θα τον βοηθήσουν να το εξερευνήσει περαιτέρω και από την άλλη, να λειτουργήσουν ως τροποποιημένος ιός της ίδιας ασθένειας, που ίσως του διασφαλίσει την ανοσία. Αν και το Κουτσό δεν δίνει απαντήσεις ούτε συνταγές για εγγυημένη σωτηρία, προσφέρει τη δυνατότητα μιας συμφιλίωσης: προς το τέλος της παράλογης οδύσσειάς του, ο Οράσιο Ολιβέιρα συλλογίζεται πάνω στη σημασία των προσπαθειών του φίλου του, Τράβελερ, να τον βοηθήσει... Ο Οράσιο φαίνεται πως έφτασε στο τελευταίο τετράγωνο του Κουτσού:
 
 
 
 
 
 "Μετά απ' αυτό που είχε κάνει ο Τράβελερ, τα πάντα ήταν σαν αυτό που ένα θαυμάσιο αίσθημα συμφιλίωσης και κανείς δεν μπορούσε να καταστρέψει αυτήν την παράλογη αλλά ζωντανή  και παρούσα αρμονία, κανείς δεν μπορούσε να τη διαψεύσει, κατά βάθος ο Τράβελερ ήταν αυτό που θα έπρεπε να ήταν και ο ίδιος, φτάνει να είχε κάπως λιγότερη φαντασία, ήταν ο άνθρωπος της περιοχής, το αθεράπευτο σφάλμα του ανθρώπινου είδους που είχε ξεστρατίσει, πόση ομορφιά όμως υπήρχε σ' αυτό το σφάλμα και τα πέντε χιλιάδες χρόνια της ψεύτικης και επισφαλούς περιοχής, πόση ομορφιά σ' αυτά τα μάτια που είχαν γεμίσει δάκρυα και σ' αυτήν τη φωνή που τον είχε συμβουλέψει: "Βάλε το σύρτη, δεν τους έχω πολλή εμπιστοσύνη", πόση αγάπη σ' αυτό το χέρι που έσφιγγε τη μέση μιας γυναίκας. "Ισως", σκέφτηκε ο Ολιβέιρα ενώ ανταπέδιδε τα φιλικά νεύματα του Οβεχέρο και του Φεραγούτο,... "ο μόνος δυνατός τρόπος να ξεφύγεις απ' την περιοχή είναι να βυθιστείς μέσα της ως το λαιμό".
 
 
 
 
Τρίτη Πύλη (Gordana Yovanovich) & Τέταρτη Πύλη (Steven Boldy)...
 
δεν θα αναρτηθούν γιατί πιστεύω, πρώτον, ότι δεν είναι απαραίτητες στο πλαίσιο ενός ιστολογίου (ας αφήσω άλλωστε κάποια πύλη και για τους ανυποψίαστους αναγνώστες) και γιατί ήδη οι δύο πρώτες αναρτήσεις με κούρασαν. Ωστόσο, οι αναλύσεις του Μπόλντι και της Γιοβάνοβιτς είναι εξαιρετικές και εκτενέστατες (ξεπερνούν τις 50 σελίδες η καθεμία). Επικεντρώνονται στην ανάλυση των χαρακτήρων και όλων των θεμάτων που αναπτύσσονται στο έργο. Ας σημειώσω ωστόσο την παρατήρηση της Γιοβάνοβιτς ότι "τα παιχνίδια στο Κουτσό παίζουν τον ρόλο που έπαιζαν οι τελετουργίες στις πρωτόγονες κοινωνίες" και του Μπόλντι ότι το dédoublement  (δηλ. κάποιοι χαρακτήρες αντιπροσωπεύουν κάποιους άλλους) είναι δημιουργικό στοιχείο σε όλη τη μυθοπλασία του Κορτάσαρ. Ο Μορέλι υποκαθιστά τον Κορτάσαρ, η Ταλίτα είναι το αντίστοιχο της Μάγα στην Αργεντινή και ο Τράβελερ ο σωσίας (doppelgänger) του Ολιβέιρα.
 
Το Κουτσό με απασχόλησε αρκετούς μήνες τώρα. Το διάβασα τον Αύγουστο και επανερχόμουνα κάθε τόσο διαβάζοντας διάφορα αποσπάσματα, ακολουθώντας πια τη δική μου σειρά των κεφαλαίων. Κάθε ανάγνωση ήταν διαφορετική, καθώς έδινε διάσταση σε πτυχές που ούτε καν τις είχα φανταστεί στην πρώτη ανάγνωση. Για μένα το Κουτσό εμπεριέχει όλη τη φιλοσοφία του Κορτάσαρ.  
 
 


"Από την πλευρά μου αναρωτιέμαι αν θα καταφέρω κάποτε να κάνω τους άλλους να νιώσουν πως το πραγματικό  και μοναδικό μυθιστορηματικό πρόσωπο που μ' ενδιαφέρει είναι ο αναγνώστης".






Σημειώσεις: Όλα τα αποσπάσματα με τους κόκκινους χαρακτήρες είναι από το μυθιστόρημα. Η πρώτη εικόνα είναι έργο του Χουάν Μιρό ("Το τσίρκο"), στο οποίο κάνει αναφορά ο Κορτάσαρ μες στο μυθιστόρημα. Το σκίτσο λίγο πιο κάτω με το παιχνίδι κουτσό είναι σχέδιο του ίδιου του συγγραφέα. Στις υπόλοιπες εικόνες, ο ίδιος ο συγγραφέας. Το άρθρο του Alazraki, το οποίο μεταφράζω ελεύθερα και αναπλάθω, έχει τίτλο: "Προς το τελευταίο τετράγωνο, στο Κουτσό".
 

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

Το Κουτσό - 2

Χούλιο Κορτάσαρ, εκδ. Εξάντας, μτφ. Κώστας Κουντούρης.
Marelle, Gallimard, traduit par L. Guille-Bataillon & F. Rosset.


H μαντάλα του Κορτάσαρ

ποίησις είναι στην πραγματικότητα μια λειτουργία παιχνιδιού. Κινείται μέσα στο πεδίο παιχνιδιού του πνεύματος, σ' έναν κόσμο δικό της, που το πνεύμα δημιουργεί γι' αυτήν. Εκεί τα πράγματα έχουν μια πολύ διαφορετική φυσιογνωμία από εκείνη που έχουν στην "καθημερινή ζωή" και περιορίζονται από δεσμά διαφορετικά από τα δεσμά της λογικής και της αιτιότητας... Για να καταλάβουμε την ποίηση πρέπει να μπορούμε να ντυθούμε την ψυχή του παιδιού σαν μαγικό μανδύα και να απαρνηθούμε την σοφία του ενηλίκου για χάρη της σοφίας του παιδιού".

 "J. Huizinga: Homo Ludens"



 
 
 
Πώς να εισχωρήσει κανείς στο σύμπαν του πιο δημοφιλούς βιβλίου του Κορτάσαρ; Στη δεύτερη ανάγνωση διαπίστωσα ότι ο συγγραφέας μας καλεί να πάρουμε μέρος σε ένα διαρκές παιχνίδι. Σε όλο το μυθιστόρημα παίζει, ο τίτλος άλλωστε είναι ένα παιδικό παιχνίδι, και δεν έχουμε παρά να παίξουμε κι εμείς μαζί του και πιο συγκεκριμένα με τους χαρακτήρες του, που από τις πρώτες κιόλας σελίδες δεν παύουν κι αυτοί να παίζουν: Από τον τρόπο που ο Ολιβέιρα συναντούσε την Μάγα στο Παρίσι έως την προσπάθεια του πρώτου και του Τράβελερ να βάλουν ένα μαδέρι για γέφυρα ανάμεσα στα παράθυρα των διαμερισμάτων τους. Ενδιάμεσα έχουμε τα γλίγλικα ως κώδικα ερωτικής επικοινωνίας, τη Λέσχη του Φιδιού, την οχύρωση δωματίου με λεκάνες νερού και σπάγγους και ένα σωρό άλλες σκηνές.
 
 
 
 
Πύλη πρώτη: Μario Vargas Llosa
 
Σε κάποιες περιπτώσεις το κορτασαρικό παιχνίδι είναι ένα καταφύγιο, όπου διαφυλάσσεται η ευαισθησία και η φαντασία των ανθρώπων ενάντια στους οδοστρωτήρες της κοινωνίας ή όπως είχε γράψει ο ίδιος "ενάντια στον πραγματισμό και στην φριχτή τάση για επίτευξη επωφελών στόχων". Τα παιχνίδια του είναι εκκλήσεις ενάντια σε παγιωμένες ή αλλοιωμένες από την πολλή χρήση ιδέες, ενάντια σε προκαταλήψεις και πάνω απ' όλα, ενάντια στη σοβαροφάνεια. Χάρη στις ταχυδακτυλουργίες του Αργεντίνου, ο αναγνώστης εμπλέκεται σε συνεχή παιχνίδια με τους ήρωες του μυθιστορήματος. Σε μια ανύποπτη γωνιά κάποιας σελίδας, χωρίς να το καταλάβει, βρίσκεται να παίζει με τον αφηγητή ή με τον αταξίδευτο Ταξιδιώτη (Τράβελερ) ή με την Μάγα-Ταλίτα...
Στο Κουτσό, η λογική και το παράλογο, η αντικειμενικότητα και η υποκειμενικότητα, η ιστορία και η φαντασία, χάνουν τα όριά τους και συγχέονται, ενώ κάποιοι πρωταγωνιστές, όπως ο Ολιβέιρα και η Μάγα, κινούνται ελεύθερα σε ένα χώρο απόλυτα ρευστό.



 
 
 
Εκτός από το παιχνίδι, η άλλη λέξη που χαρακτηρίζει το Κουτσό είναι η ελευθερία. Ελευθερία να σπάει τους καθιερωμένους αφηγηματικούς κανόνες, να αντικαθιστά τη συμβατική αφηγηματική τάξη με μία άλλη που θα έπρεπε να λέγεται: αταξία, να ανατρέπει την οπτική γωνία της αφήγησης, τον αφηγηματικό χρόνο, την ψυχολογία των χαρακτήρων και κάθε λογική εξέλιξη της μυθοπλασίας. Η τρομερή αβεβαιότητα που σταδιακά κυριεύει τον Οράσιο Ολιβέιρα στην αντιπαράθεσή του με τον κόσμο (και που τον περιορίζει όλο και περισσότερο σε ένα φανταστικό καταφύγιο), συνοδεύει τον αναγνώστη καθώς εισχωρεί σ' αυτό τον λαβύρινθο και αφήνεται να παρασυρθεί από τον αφηγητή στις στροφές και στις διακλαδώσεις του. Τίποτε εκεί μέσα δεν είναι οικείο και σίγουρο: ούτε η κατεύθυνση, ούτε οι σημάδια, ούτε οι σημασίες, ούτε καν το έδαφος που πάνω του πατάει. Τι θέλουν να μου πουν; Γιατί δεν τα καταλαβαίνω; Μήπως πρόκειται για κάτι τόσο μυστήριο και πολύπλοκο που ξεπερνάει τις δυνατότητες της αντίληψής μου; Ή είναι απλά ένα κοροϊδευτικό βγάλσιμο της γλώσσας; Έχουμε να κάνουμε και με τις δύο περιπτώσεις! Στο Κουτσό, το αστείο, η παρωδία και τα τρικ, κάνουν συχνά την εμφάνισή τους με τον τρόπο που ένας ταχυδακτυλουργός εξαφανίζει ένα νόμισμα από τα χέρια του για να το εμφανίσει αμέσως μετά σε ένα αυτί ή σε μια μύτη. Αλλά και πολύ συχνά, όπως στις περίφημες σκηνές με την πιανίστρια Τρεπά στο Παρίσι ή με τη σανίδα πάνω από το κενό στο Μπουένος Άιρες, αυτά τα επεισόδια μετατρέπονται σε μια κάθοδο στα άδυτα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, στις βαθιά κρυμμένες πηγές του παράλογου που ενίοτε την καθορίζει, στην αμετάβλητη ουσία (μαγική, βάρβαρη, τελετουργική) της ανθρώπινης εμπειρίας που βρίσκεται κάτω από τον ορθολογικό πολιτισμό μας, αλλά υπό απροσδιόριστες συνθήκες μπορεί να αναδύεται και να τον κλονίζει. 
 
 
 
 
 
 
Το Κουτσό ξεχειλίζει ζωή απ' όλους τους πόρους του. Είναι μια έκρηξη φρεσκάδας και κίνησης, νεανικής έξαρσης και ασέβειας, ένα ηχηρό γέλιο στα μούτρα όλων των συγγραφέων που, όπως έλεγε ο Κορτάσαρ, πριν αρχίσουν να γράφουν πρέπει να φορέσουν σακάκι και γραβάτα. Το Κουτσό μας διδάσκει ότι το γέλιο δεν είναι εχθρός της σοβαρότητας. Με τον ίδιο τρόπο που ο Μαρκήσιος ντε Σαντ εξάντλησε, πριν από αιώνες, όλες τις πιθανές υπερβολές της σεξουαλικής σκληρότητας, έτσι και το Κουτσό αποτελεί μια ευτυχή αποθέωση του παιχνιδιού, σε τέτοιο σημείο που κάθε πειραματικό μυθιστόρημα να φαίνεται ξεπερασμένο και επαναλαμβανόμενο. Γι' αυτό το λόγο ο Κορτάσαρ, όπως και ο Μπόρχες, είχε αμέτρητους κακούς μιμητές, αλλά ούτε έναν μαθητή.
Το να ξε-γράψεις ένα μυθιστόρημα, να καταστρέψεις τη λογο-τεχνία, να προσβάλεις τις συνήθειες του "παθητικού" αναγνώστη, να α-κοσμήσεις τις φράσεις σου και όλα αυτά στα οποία επιμένει τόσο ο Μορέλλι στο Κουτσό, κατά βάθος σημαίνει κάτι πολύ απλό: η λογοτεχνία ασφυκτιά μες στις συμβάσεις και στη σοβαρότητα. Είναι απαραίτητο να την καθαρίσουμε από την ρητορική και την κοινοτοπία, να την προικίσουμε πάλι με καινοτομίες, χάρη, τόλμη και ελευθερία.
 
 
 


 
 
 
 
Σημειώσεις: Τo μότο είναι από το εξαιρετικό βιβλίο του Huizinga: O άνθρωπος και το παιχνίδι (εκδ. Γνώση). Όπως φαίνεται και στην μαντάλα (σχέδιο πάνω σε μετάξι) της πρώτης εικόνας, μέσα στον κύκλο υπάρχει ένα τετράγωνο με τέσσερεις εισόδους. Αυτές θα χρησιμοποιήσω για να εισχωρήσω στον εσώτερο κύκλο. Η πρώτη είσοδος ονομάζεται Μάριο Βάργκας Γιόσα και αυτά που γράφω κάτω από την επικεφαλίδα της πρώτης πύλης είναι ένα απάνθισμα και μία ανασύνθεση αποσπασμάτων (σε δική μου μετάφραση) από ένα δοκίμιό του για τον Κορτάσαρ, με τίτλο:"The trumpet of Deyá" (The Review of Contemporary fiction, 1997). Βρίσκεται στη συλλογή δοκιμίων για τον Κορτάσαρ, που έχει συλλέξει ο Χάρολντ Μπλουμ. Στην τελευταία φωτογραφία, οι δύο συγγραφείς μαζί, σε ένα ταξίδι τους στην Ελλάδα. Υπολείπονται άλλες τρεις είσοδοι... 
 
 

Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2014

Το Κουτσό - 1


 Χούλιο Κορτάσαρ, εκδ. Εξάντας, μτφ. Κώστας Κουντούρης.


 
 
Για να γράψει κανείς για το Κουτσό του Κορτάσαρ πρέπει να το ξαναδιαβάσει. Άλλωστε, σύμφωνα με τον Ναμπόκωφ, ο ιδανικός αναγνώστης είναι αυτός που ξαναδιαβάζει (the rereader)... Στην περίπτωση του Κορτάσαρ η δεύτερη ανάγνωση είναι απαραίτητη. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν έχω αποφασίσει μέχρι σήμερα να γράψω για το σπουδαίο αυτό μυθιστόρημα. Η δεύτερη ανάγνωση έχει ήδη αρχίσει και ακολουθεί ένα διαφορετικό δρόμο από αυτούς που προτείνει ο συγγραφέας... Στόχος μου είναι το κουτσό, το "παιδικό" παιχνίδι που οδηγεί από τη γη (tierra) στον ουρανό (cielo), παρέα με τον Χούλιο, τον Οράσιο και τον Μορέλι. Στην ανάγνωση αυτή θα χρησιμοποιήσω και τα παρακάτω βιβλία, όλοι οι οδηγοί ευπρόσδεκτοι. Στο κάτω-κάτω ουρανός είναι αυτός, δεν φτάνεις τόσο εύκολα εκεί πάνω...
1. "Julio Cortázar", συλλογή κριτικών άρθρων για το έργο του συγγραφέα από τον Χάρολντ Μπλουμ. Chelsea House, Philadelphia, 2005. Τα άρθρα που αφιερώνονται, είτε εν μέρει, είτε πλήρως, στο Κουτσό είναι τα ακόλουθα: Jaime Alazraki: Toward the Last Square of the Hopscotch, Gordana Yovanovich: An interpretation of Rayuela based on the character Web, Mario Vargas Llosa: The trumpet of Deya.
2. "Understanding Cortázar", του Peter Standish, South Carolina Press, 2001.
3. "Julio Cortázar, New Readings" , συλλογή κριτικών άρθρων για το έργο του συγγραφέα από τον Carlos Alonso, Cambridge University Press, 1998.
4. "The novels of Julio Cortázar" του Steven Boldy. Cambridge University Press, 1980.
5. "Corτázar, De tous les côtés", La Licorne, 2002. Μια εξαιρετική έκδοση του Πανεπιστημίου του Poitiers, αφιερωμένη στη ζωή και στο έργο του συγγραφέα. Η έκδοση έχει την επιμέλεια του Joaquin Manzi. Ουσιαστικά το La Licorne είναι περιοδικό, που από το 2003 πέρασε στις εκδόσεις: Presses Universitaires de Rennes.
 
Το Κουτσό το διάβασα παράλληλα με την γαλλική έκδοση "Marelle" μεταφρασμένη από την Laure Guille Bataillon (που είχε την αρωγή του ίδιου του Κορτάσαρ) και από την Francoise Rosset (για τα δοκιμιακά μέρη). Πού και πού έριχνα και καμιά ματιά στο ισπανικό κείμενο (στα ωραία σημεία και όπου υπήρχε κάποια αμφιβολία για τη μετάφραση). H μετάφραση του Κώστα Κουντούρη μου φάνηκε εξαιρετική, σε μερικά μάλιστα κεφάλαια αριστουργηματική! Η έκδοση ωστόσο του Εξάντα χρήζει κάποιας επιμέλειας. Υπάρχουν πολλά τυπογραφικά σφάλματα, όχι μόνο ορθογραφικά αλλά και ουσιαστικά (π.χ. "κουφή μεταμέλεια" αντί "κρυφή"), υπάρχουν κάποιες μικροπαραλείψεις (άνευ όμως ιδιαίτερης βαρύτητας) και κάποια αποσπάσματα ή φράσεις που είναι σε άλλες γλώσσες, πλην των ισπανικών (αγγλικά, γαλλικά ή λατινικά), και ο μεταφραστής συχνά τις μεταφέρει στα ελληνικά, αντί να τις αφήσει ως έχουν και να τις μεταφράσει (αν θεωρεί απαραίτητο) σε υποσημείωση.
 
Θα τελειώσω με δύο από τα ποιητικότερα αποσπάσματα του βιβλίου. Το πρώτο είναι από το κεφάλαιο 7 και το δεύτερο από το κεφάλαιο 68. Ειδικά σε αυτό το δεύτερο κεφάλαιο φαίνονται οι δυνατότητες του Κουντούρη. Εδώ δεν πρόκειται για απλή μετάφραση ή απόδοση, αλλά για μεταφραστική δημιουργία! Το απόσπασμα είναι γραμμένο στα γλίγλικα, την παιχνιδιάρικη γλώσσα που είχαν επινοήσει και χρησιμοποιούσαν μεταξύ τους δύο από τους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος, ο Ολιβέιρα και η Μάγα. Παρακαλώ διαβάστε το δυνατά και στη συνέχεια βρείτε στο youtube τον ίδιο τον Κορτάσαρ να το διαβάζει στη γλώσσα του με μια προφορά που "γαλλοφέρνει" (και το έβδομο κεφάλαιο είναι διαθέσιμο στο youtube).
 
 
 
 
 



"Αγγίζω το στόμα σου, με το δάχτυλό μου αγγίζω το περίγραμμα του στόματός σου, το σχεδιάζω σαν να το δημιουργεί το χέρι μου, σαν το στόμα σου να μισανοίγει για πρώτη φορά και αρκεί να κλείσω τα μάτια μου για να το σβήσω και να ξαναρχίσω να το φτιάχνω, και κάθε φορά κάνω να γεννιέται το στόμα που ποθώ, το στόμα που επιλέγει το χέρι μου και σχεδιάζει πάνω στο πρόσωπό σου, ένα στόμα επιλεγμένο ανάμεσα σε τόσα άλλα, επιλεγμένο με ηγεμονική ελευθερία από μένα για να το ζωγραφίσει το χέρι μου πάνω στο πρόσωπό σου και που από ένα γύρισμα της τύχης που δεν προσπαθώ να καταλάβω συμπίπτει ακριβώς με το στόμα σου που χαμογελάει κάτω από εκείνο που σχεδιάζει το χέρι μου.
Με κοιτάς, με κοιτάς από κοντά, κάθε φορά και από πιο κοντά και τότε παίζουμε τον κύκλωπα, κοιταζόμαστε όλο και από πιο κοντά και τα μάτια μεγαλώνουν, πλησιάζουν το ένα το άλλο, κολλάνε το ένα στο άλλο και οι κύκλωπες κοιτιούνται, οι ανάσες τους μπλέκουν, τα στόματα συναντιούνται και παλεύουν ανόρεχτα, δαγκώνονται χείλια με χείλια, ακουμπώντας μόλις τη γλώσσα πάνω στα δόντια, παίζουν μέσα στον περίβολό τους όπου πηγαινοέρχεται ένας βαρύς αέρας με ένα παλιό άρωμα και μια σιωπή. Τότε τα χέρια μου θέλουν να βυθιστούν στα μαλλιά σου, να χαϊδέψουν αργά τα βάθη των μαλλιών σου ενώ φιλιόμαστε σαν το στόμα μας να είναι γεμάτο λουλούδια ή ψάρια, ζωηρές κινήσεις, σκοτεινή ευωδιά. Και όταν δαγκωνόμαστε ο πόνος είναι γλυκός κι όταν πνιγόμαστε μʼ ένα σύντομο και τρομερό ταυτόχρονο ρούφηγμα της αναπνοής, αυτός ο στιγμιαίος θάνατος είναι όμορφος. Και υπάρχει ένα και μόνο σάλιο, μια και μόνη γεύση από ώριμο φρούτο κι εγώ σε νιώθω νʼ ανατριχιάζεις απάνω μου όπως η σελήνη στο νερό".
 


 
"Μόλις της μυρμοίλιζε το σγρόμπλι, ένιωθε την κλιμαθρίδα της να σφλύζει και έπεφταν σε υδροπλήξεις, σε άγρια ξεχαρβλώματα, σε απελπιστικές διελθυστήσεις. Κάθε φορά που έκανε να ξαναθλίψει το αρμάλι της, έμπλεχε σ' ένα ερίγμυλο φρίκυσμα και έπρεπε να ενηδύσει το άρνημα, νιώθοντας λίγο λίγο τις πλυχές να μαρμογαλιάζουν, να συνομελδώνουν, να αναγλυκώνονται, ώσπου σπάργωναν σαν την τριοιστρική εργομανίνη όταν αφήσεις να πέσουν πάνω της μερικές ραλτσίδες θρωπιοκυσθόλης. Αυτή όμως ήταν μόνο η αρχή, γιατί ερχόταν μια στιγμή που εκείνη σφύστριβε τ' αργούλια της και τον άφηνε να συρμώσει το ορφελίνι του. Μόλις όμως και συφουρφούλιαζαν, κάτι σαν ολολύχορδο τους διακορύφωνε, τους υπερδούκλωνε, τους παρόνρυζε και με μιας έφτανε ο αποτυφλώνας, οι λυσσόγοοι σχυσμοί της ύστριας, η ασμαινόπνοη στοματοποντή, τα σπροοίμια του αλίσπασμου μέσα σε μια μουσκιγρονική αγώπαυση. Ευοί! Ευοί! Αιωροβολεμένοι στην κορφή της μελαμφθονίας, ένιωθαν εξωκλυδωνισμένοι, μαργαρωμένοι, ξεμελεδιασμένοι. Το σκρόφι έτρεμε, οι φτεροπλήμμες είχαν κοπάσει, τα πάντα περιέληγαν σ' ένα βαθύ κρημνολόφι, σε άργαυλους από ασημοδιάφωνες γάζες, σε τρύφλια σχεδόν βάναυσα που τους ορθοδυνούσαν ως τα μνύχια της γραφής τους".


 
 


 
 
 
 
 
Σημειώσεις: Ο Κορτάσαρ έγραψε τέσσερα μυθιστορήματα. Από αυτά έχουν μεταφραστεί στη γλώσσα μας τα τρία: Τα Βραβεία, Το Κουτσό και Το βιβλίο του Μανουέλ. Το τρίτο στη σειρά μυθιστόρημα ("62. Modelo para armar"), ίσως και το πιο δύσκολο, παραμένει αμετάφραστο. Στην δεύτερη φωτογραφία, ο Κορτάσαρ με την τρίτη γυναίκα της ζωής του, Κάρολ Ντάνλοπ, η οποία πέθανε στα 36 της, το 1982, από κάποια ασθένεια του μυελού των οστών. Δύο χρόνια αργότερα πέθανε και ο Κορτάσαρ από λευχαιμία. Ωστόσο, η Ουρουγουανή φίλη τους Κριστίνα Πέρι Ρόσσι υποστήριξε ότι πέθαναν και δυο τους από AIDS. Ο Κορτάσαρ προς το τέλος της ζωής του ξαναγύρισε στην πρώτη του γυναίκα, την Αουρόρα Μπερνάντες (94 χρονών σήμερα), η οποία και τον κληρονόμησε. Στην τελευταία φωτογραφία ποζάρει μαζί της.

Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Καθρέφτες

Εδουάρδο Γκαλεάνο, εκδ. Πάπυρος, μτφ. Ισμήνη Κανσή.


"Η Ευρώπη κοιτάζοντας τον εαυτό της στον καθρέφτη, έβλεπε τον κόσμο".




















Θα ξεκινήσω με ένα κουίζ: Πόσους Ουρουγουανούς λογοτέχνες γνωρίζετε; Πόσοι από αυτούς έχουν θέση στα ράφια της βιβλιοθήκης σας;  
Έχουμε και λέμε: Χουάν Κάρλος Ονέτι, Μάριο Μπενεντέτι, Οράσιο Κιρόγα, Φελισμπέρτο Ερνάντες (ας είναι καλά η Ελένη που μου τον γνώρισε...) και βέβαια Εντουάρντο Γκαλεάνο. Διόλου άσχημα για μια τόσο μικρή χώρα, που μάλιστα δεν διαθέτει ούτε έναν νομπελίστα... 
Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο είναι ίσως ο πιο διάσημος απ' όλους. Η ανάγνωση του βιβλίου του, κράτησε τρία "καλοκαίρια". Κάθε μεσημέρι μετά το γεύμα διάβαζα στα παιδιά μου, προσπαθώντας ίσως να αναζωογονήσω μια συνήθεια παλαιότερων χρόνων, καμιά εικοσαριά ιστορίες από τους "Καθρέφτες". Ωστόσο, πολύ συχνά, γοητευμένα από την αφήγηση, έρχονταν γύρω μου όλα τα μέλη της καλοκαιρινής οικογένειας. Ο Γκαλεάνο έχει το χάρισμα της αφήγησης...

 
 
 
 
 
Στους "Καθρέφτες" ο Γκαλεάνο γράφει μια παγκόσμια ιστορία της αδικίας. Πρόκειται για την ιστορία που δεν μπόρεσαν να γράψουν οι ηττημένοι και οι αδύναμοι αυτού του κόσμου, την ιστορία που βρίσκεται στον αντίποδα της ιστορίας που συνήθως διδασκόμαστε και που γράφεται από τους νικητές. Για να είμαι πιο ακριβής οι "Καθρέφτες" είναι αποσπάσματα από μια παγκόσμια ιστορία της αδικίας. Σε εξακόσια εξαίσια αφηγήματα μιλά γι' αυτούς που τόλμησαν να αντισταθούν σε κάθε μορφή εξουσίας, για τις κοινωνικές ανισότητες, για το ρατσισμό, για την εκμετάλλευση του Τρίτου κόσμου από τη Δύση, για τον ρόλο της Εκκλησίας, για την καταστροφή της φύσης στο βωμό του κέρδους... Εξακόσιοι καθρέφτες, ελάχιστα παραμορφωτικοί... Οι ιστορίες του πρόσφατου παρελθόντος είναι αντανακλάσεις των ιστοριών του απώτερου παρελθόντος. Για τον Ουρουγουανό δημιουργό η ιστορία του κόσμου μας δεν είναι παρά μια αίθουσα με παραμορφωτικούς καθρέφτες! 
 
 
 
 
Θα κλείσω την ανάρτηση με ένα αριστοτεχνικό αφήγημά του:
 
Σύντομη ιστορία της τεχνολογικής επανάστασης
 
Αυξάνεστε και πληθύνεσθε, είπαμε, και οι μηχανές αυξήθηκαν και πλήθυναν.
Μας είχαν υποσχεθεί πως θα δούλευαν για μας.
Τώρα δουλεύουμε εμείς γι' αυτές.
Με τις μηχανές που επινοήσαμε για να αυξηθεί το φαγητό μας, αυξήθηκε η πείνα μας.
Τα όπλα που επινοήσαμε για να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας, μας σκοτώνουν.
Οι πόλεις που επινοήσαμε για να συνευρισκόμαστε, μας κάνουν να απομακρυνόμαστε.
Τα μεγάλα μέσα που επινοήσαμε για μα επικοινωνούμε, δεν μας ακούνε, ούτε μας βλέπουν.
Είμαστε οι μηχανές των μηχανών μας.
Αυτές ισχυρίζονται πως είναι αθώες.
Κι έχουν δίκιο.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Σημειώσεις: Στην τρίτη εικόνα, ένα έργο του Μεξικανού ζωγράφου David Alfaro Siqueiros (1896-1974) με τίτλο: "O Κάιν στις Ηνωμένες Πολιτείες". Στις άλλες δύο εικόνες, ο συγγραφέας. (17/20)
 
 

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Στην καλύβα του Εύμαιου







Καλά είναι εδώ, είπε ο Οδυσσέας
πίνοντας το γλυκό κρασί
και τρώγοντας το κρέας
που του πρόσφερε ο Εύμαιος,

ποτέ να μην τελειώσει αυτή η στιγμή
που καθόμαστε και λέμε ιστορίες,
μισοψεύτικες μισοαληθινές,
κι έξω απ' την πόρτα λιάζονται τα σκυλιά.


(Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος)



 
 
 
Σημειώσεις: Το ποίημα είναι από τη συλλογή: Γράμματα σ' έναν πολύ νέο ποιητή (εκδ. Πόλις). Στην εικόνα, λεπτομέρεια από έργο του Χρήστου Μποκόρου από την έκθεσή του στο Μουσείο Μπενάκη με τίτλο: "Τα στοιχειώδη". Κύριο θέμα του Μποκόρου στην έκθεση αυτή είναι οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι μαζί με τα ελάχιστα απαραίτητα της ζωής: λίγο φαί, νερό να ευπρεπιστούμε, ένα κατάλυμα και μια πόρτα ανοιχτή. Όλα ζωγραφισμένα πάνω σε πεπατημένα σανίδια.
 

Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα

Πάνος Τσίρος, εκδ. Γαβριηλίδης. 
 
 
 
 
"Το φανταστικό δεν διαρκεί παρά όσο κρατά ένας δισταγμός"
(Τσβετάν Τοντόροφ)
 
 
 
"Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα" είναι ο τίτλος της συλλογής διηγημάτων του Πάνου Τσίρου. Το ανακάλυψα πριν μερικά χρόνια στα ράφια ενός βιβλιοπωλείου. Ο συγγραφέας μού ήταν άγνωστος, ο εκδότης κάθε άλλο παρά εγγύηση για την ποιότητα της συλλογής (αφού ανάμεσα στα βιβλία του υπάρχουν λίγα διαμάντια και πολλοί άνθρακες), αλλά ο τίτλος και το εξώφυλλο με την καλοκάγαθη γριούλα, μου κίνησαν το ενδιαφέρον... Εκεί που περίμενα έναν τύπο σαν τον αφηνιασμένο Ουώρεν Όουτς (από την ταινία "Φέρτε μου το κεφάλι του Αλφρέντο Γκαρσία") να κρατάει ένα κεφάλι, έστω τυλιγμένο και σε βρώμικο πανί, βλέπω μια γλυκιά και χαμογελαστή γιαγιούλα. Ναι, κάποια βιβλία τα διαλέγω για το εξώφυλλο, όπως και για τον τίτλο τους! 
 
 


 
 
 
 
 Τελικά η Μαρία Κένσορα δεν είναι η γιαγιά του εξώφυλλου αλλά η "άψογη" μαθήτρια (το σπασικλάκι) του αινιγματικού ομώνυμου διηγήματος. Και ποιος να θέλει το κεφαλάκι της δεκάχρονης; Ο δάσκαλός της, που δεν τον αφήνει σε ησυχία, οι Ναϊτες ιππότες, που τελικά εξακολουθούν να βρίσκονται κάπου γύρω μας και η Μαρία το κατάλαβε, ή ο συγγραφέας; Το διήγημα το διάβασα δύο φορές χωρίς να μπορέσω να αποφασίσω αν μου αρέσει ή όχι. Ωστόσο και μόνο που αναγκάστηκα να επανέλθω και να το διαβάζω σαν κάτι αξιοπερίεργο, δείχνει ότι είναι αξιόλογο. Ίσως αναρωτηθεί κανείς: Καλά, πρώτη φορά είναι που διαβάζει κανείς κάτι αινιγματικό και αρκεί αυτό για να το αξιολογήσουμε ως αξιόλογο; Η απάντησή μου είναι ναι, αν αυτός που το γράφει, έχει το χάρισμα του δημιουργού! Από το πρώτο κιόλας διήγημα, τις πρώτες-πρώτες παραγράφους, καταλαβαίνει κανείς ότι ο Πάνος Τσίρος το 'χει. Με λιτή αφήγηση, με μικρές και ανεπιτήδευτες προτάσεις, δημιουργεί την κατάλληλη ατμόσφαιρα μες την οποία κινούνται οι απροσάρμοστοι ήρωές του.
 
"Ονομάζομαι Εμμανουήλ Κ. και είμαι δημόσιος υπάλληλος. Οικογένεια δεν έκανα. Αν με ρωτήσεις γιατί, δεν ξέρω τι να απαντήσω. Θα μπορούσα να σου πω ότι ποτέ δεν το προγραμμάτισα. Το είχα κατά νου, αλλά ποτέ δεν το προγραμμάτισα. Και ο γάμος χρειάζεται προγραμματισμό. Μένω ακόμα με τον πατέρα μου. Στο διώροφο. Αυτός πάνω, εγώ κάτω. Τη μάνα μου την έχασα πριν από δέκα χρόνια".  
 
 
 



Η συλλογή είναι άνιση. Από τα οκτώ ολιγοσέλιδα διηγήματα ξεχώρισα  δύο διηγήματα ως αξιόλογα ("Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα" και "Ο Κουμαριώτης"), ένα καλό ("Ο άλλος Γιάννης Συμπαλίδης") και δύο εξαιρετικά. Αυτά είναι τα δύο πρώτα: "Χωρίς στόμα" και "Το μάτι της Ελένης". Είχα πολύ καιρό να διαβάσω από σύγχρονο Έλληνα συγγραφέα κάτι τόσο καλό! Και στα δύο (όπως και στον "άλλο Συμπαλίδη") o Τσίρος εισάγει το φανταστικό στην απόλυτα ρεαλιστική καθημερινότητα των ηρώων του με μια επιδεξιότητα που θα ζήλευαν και οι σπουδαιότεροι συγγραφείς. Στο "Μάτι της Ελένης", ένα μικρό αριστούργημα, ο Βαγγέλης στα εβδομήντα του και μετά από τριάντα χρόνια γάμου ανακαλύπτει ότι το ένα μάτι της γυναίκας του, της Ελένης, έγινε μεγαλύτερο από το άλλο. Πρόκειται για όνειρο, για παραίσθηση ή για πραγματικότητα; Ο Βαγγέλης ντρέπεται και κάνει τα πάντα για να μην το ανακαλύψουν και οι άλλοι... Η αγάπη, η οικειότητα, η φθορά του χρόνου, ο φόβος της απώλειας και ο θάνατος είναι τα θέματα πάνω στα οποία ο συγγραφέας κεντάει το διήγημά του. Το φανταστικό εισχωρεί στον πραγματικό κόσμο ως εξίσου πραγματικό, δίνοντάς του μια ακόμα διάσταση, αυτή για την οποία αξίζει να διαβάσει κανείς τον Πάνο Τσίρο. Δυστυχώς αυτό συμβαίνει μόνο στα τρία διηγήματα, που για μένα αποτελούν μια ξεχωριστή ενότητα. Ωστόσο δικαιώνουν και με το παραπάνω την επιλογή μου. Όπως προανέφερα ο Τσίρος έχει το χάρισμα... και ήδη στη βιβλιοθήκη μου βρίσκεται και η επόμενη ολιγοσέλιδη συλλογή του: "Δεν ειν' έτσι;"









Σημειώσεις: "Φέρτε μου το κεφάλι του Αλφρέντο Γκαρσία" (1973) είναι ο τίτλος μιας μνημειώδους ταινίας του Σαμ Πέκινπα, όπου ένας Μεξικανός μεγαλοκτηματίας, του οποίου η κόρη έμεινε έγκυος, διατάζει να του φέρουν το κεφάλι του υπαίτιου. Ένας πιανίστας υπόσχεται σε δυο μπράβους να βρει τον Αλφρέντο Γκαρσία. Μαθαίνει ότι είναι νεκρός και με τη φίλη του ξεκινούν να βρουν τον τάφο, να αποσπάσουν το κεφάλι και να πάρουν την αμοιβή. Όμως καθώς ταξιδεύουν στα ερημικά μεξικανικά σύνορα η ένταση ανεβαίνει και το τοπίο γίνεται όλο και πιο ανατριχιαστικό, αιματηρό και σκληρό με τα θύματα που αφήνουν στο πέρασμά τους... Η φωτογραφία είναι από την ταινία. Στην επόμενη εικόνα ένα έργο του Φράνσις Μπέικον και στην τελευταία φωτογραφία ο συγγραφέας. Το μότο είναι από το βιβλίο του Τσβετάν Τοντόροφ: Εισαγωγή στη Φανταστική Λογοτεχνία (εκδ. Οδυσσέας, μτφ. Αριστέα Παρίση).(16/20)