Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2010

Ζωή για κατανάλωση

Ζύγκμουντ Μπάουμαν, εκδ. Πολύτροπον, μτφ. Γ. Καράμπελας.




"Δεν είναι η δημιουργία νέων αναγκών η μείζων μέριμνα της κοινωνίας των καταναλωτών. Είναι η υποβάθμιση και ο ξεπεσμός των χθεσινών αναγκών..."














Στη "Ζωή για κατανάλωση" ο Μπάουμαν αναλύει τον μετασχηματισμό της κοινωνίας, από κοινωνία παραγωγών σε κοινωνία καταναλωτών εστιάζοντας στον αντίκτυπο που είχε αυτός ο μετασχηματισμός σε ποικίλες όψεις της σύγχρονης ζωής, όπως τη δημοκρατία, τους κοινωνικούς διαχωρισμούς, τις κοινότητες, τον τρόπο σκέψης, τις αξίες... Πιο συγκεκριμένα πρόκειται για τη μετάβαση από την κατανάλωση στον καταναλωτισμό, "έναν τύπο κοινωνικής διαρρύθμισης που προκύπτει από την ανακύκλωση πεζών, μόνιμων και πολιτειακά ουδέτερων, ούτως ειπείν, ανθρώπινων αναγκών, επιθυμιών και πόθων σε πρωτεύουσα κινητήρια και λειτουργική δύναμη της κοινωνίας..."

Για τον Πολωνό κοινωνιολόγο "καταναλώνω" σημαίνει επενδύω στην κοινωνική μου ένταξη. Συνεπώς, σ' έναν κόσμο που αξιολογεί τον καθένα και το καθετί βάσει της εμπορευματικής του αξίας, οι "αποτυχημένοι καταναλωτές" πρέπει μοιραία να βγουν στο περιθώριο ή ακόμα καλύτερα... να εξαφανισθούν!

"Η σύγχρονη κοινωνία περιλαμβάνει τα μέλη της πρωτίστως ως καταναλωτές και μόνο δευτερευόντως και εν μέρει ως παραγωγούς... Οι φτωχοί του σήμερα είναι "μη καταναλωτές", όχι "άνεργοι". Ορίζονται κυρίως απ' το ότι είναι ελαττωματικοί καταναλωτές, καθώς το πιο κομβικό από τα κοινωνικά καθήκοντα που δεν επιτελούν είναι το καθήκον να είναι ενεργοί και αποδοτικοί αγοραστές των αγαθών και των υπηρεσιών που προσφέρει η αγορά".




Αυτοί οι σύγχρονοι περιθωριακοί, όχι μόνο εξορίζονται σταδιακά από τους δημόσιους χώρους που χρησιμοποιούμε εμείς, οι νόμιμοι κάτοικοι του γενναίου καταναλωτικού μας κόσμου αλλά κι από το "σύμπαν της ηθικής συμπάθειας" και τη δημόσια έγνοια. Κι εκεί ακριβώς, όπου οι δεοντολογικές μέριμνες σιωπούν ολοκληρωτικά ενώ η συμπάθεια σβήνει και οι ηθικοί φραγμοί καταρρέουν, ελλοχεύει ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Ο Μπάουμαν μας θυμίζει ότι η ναζιστική "βία διαπράχθηκε μέσα σε μια εκκωφαντική σιωπή ανθρώπων που θεωρούσαν εαυτούς αξιοπρεπή και χρηστά άτομα, δεν έβλεπαν όμως για ποιο λόγο τα θύματα της βίας, που είχαν πάψει προ πολλού να προσμετρούνται στα μέλη της ανθρώπινης οικογένειας, άξιζαν την ηθική συμπάθεια και συμπόνια τους".

Αυτή, η πιο σημαντική ίσως από τις παράπλευρες απώλειες του άλματος στην καταναλωτική εκδοχή της ελευθερίας του homo eligens, που είναι ο Άλλος ως αντικείμενο δεοντολογικής ευθύνης και ηθικής μέριμνας, είναι μία από τις πιο βαθυστόχαστες αναλύσεις του Μπάουμαν σ' αυτό το έργο του.


Ο γηραιός στοχαστής της ρευστής νεωτερικότητας στο εξαιρετικό του δοκίμιο χρησιμοποιώντας το Λόγο πολλών σύγχρονων κοινωνιολόγων αλλά και παραδοσιακών φιλοσόφων των προηγούμενων αιώνων αναλύει, θέτει ερωτήματα και μας παρακινεί να κάνουμε σκέψεις με "μήκος μεγαλύτερο από μερικά εκατοστά".






Ωστόσο, για μια ακόμη φορά, τελειώνοντας ένα βιβλίο του Μπάουμαν, ένιωσα μια βαθιά απαισιοδοξία. Το μέλλον της σύγχρονης κοινωνίας διαγράφεται αναμφισβήτητα ζοφερό. Ο συγγραφέας δεν προτείνει λύσεις, απλά αναλύει το παρόν και προδιαγράφει την πορεία του καταδεικνύοντας το αδιέξοδο...

"Τίποτα δεν μας προσδιορίζει περισσότερο, εμάς, τους ανθρώπους του σήμερα, από την αδυναμία μας να μείνουμε νοητικά "ενήμεροι" αναφορικά με την πρόοδο των προϊόντων μας, να ελέγξουμε δηλαδή τον ρυθμό των ίδιων μας των δημιουργημάτων και να ανακτήσουμε στο μέλλον τα όργανα που μας έχουν κυριεύσει... Δεν είναι ολότελα αδύνατο εμείς, που κατασκευάζουμε αυτά τα προϊόντα, να είμαστε έτοιμοι να δημιουργήσουμε έναν κόσμο τον οποίο δεν θα μπορούμε να προλάβουμε και ο οποίος θα υπερβαίνει εντελώς την ικανότητά μας να "κατανοούμε", τη φαντασία και τη συναισθηματική μας αντοχή, όπως και θα κείται πέραν του μέτρου της ευθύνης μας".








Σημειώσεις: Ο πρώτος πίνακας είναι του Άντυ Γουώρχολ με τίτλο "Diamond dust shoes" (1980). Ο δεύτερος του Ben Shah με τίτλο "Supermarket" (1957). Τα αποσπάσματα με μπορντό χαρακτήρες είναι του Μπάουμαν ενώ αυτά με μπλε του T. H. Eriksen και με πράσινο του Gunther Anders. Όλα είναι απ' το βιβλίο. Στο ιστολόγιο του Α. Αρτινού, "λεξήματα", υπάρχει μια εξαιρετική ανάρτηση με τίτλο "Το καταραμένο πλεόνασμα" για το βιβλίο του Μπάουμαν "Ρευστοί καιροί" αλλά και για τη σκέψη του γενικότερα.

Σάββατο, 06 Φεβρουαρίου 2010

Τέσσερα επίκαιρα σχόλια

1.



Απόστολος Γεωργίου (άτιτλο)


2.

"Σ' ένα χωριό υπήρχε ένας σιδεράς, ο οποίος κηρύχθηκε ένοχος για ένα μεγάλο έγκλημα που είχε διαπράξει. Το δικαστήριο αποφάσισε ότι το έγκλημα αυτό έπρεπε να τιμωρηθεί, κυρίως για λόγους κοινωνικής τάξης. Επειδή όμως ο σιδεράς ήταν ο μοναδικός στο χωριό και, επομένως ήταν απαραίτητη η παρουσία του, και επειδή υπήρχαν τρεις ράφτες στο ίδιο χωριό, πήραν και κρέμασαν στη θέση του σιδερά έναν από τους ράφτες".

Φρόυντ (απ' την Εισαγωγή στην ψυχανάλυση)


3.

Το μυθιστόρημα του Λέοντος Τολστόι "Άννα Καρένινα" αρχίζει με μία συνάντηση στην αποβάθρα ενός σταθμού, όπου κάποιος μόλις έχει πέσει κάτω από το τρένο και τελειώνει με την Άννα κάτω από το τρένο.



(φωτο: Σαμσών Ρακάς με υπότιτλο "anna karenina is dead")


4.

Πριν από 35-40 χρόνια πολλοί μελλοντολόγοι έλεγαν ότι με την απίστευτη πρόοδο της τεχνολογίας θα παράγονται περισσότερα αγαθά και θα προσφέρονται περισσότερες ανέσεις. Ο χρόνος της ανάπαυσης θα αυξηθεί και η εβδομάδα εργασίας προοδευτικά θα περιορισθεί... Υπήρχαν όμως σοβαρά προβλήματα, όπως έγραφε κι ο Παπανούτσος (Το δίκαιο της πυγμής-1976):

"Η δυσκολία θα είναι να προετοιμαστούν ψυχολογικά οι άνθρωποι να δεχτούν να ζουν παρασιτικά και να μην πληγωθούν, όταν θα λάβουν από τη διοίκηση των επιχειρήσεων την ειδοποίηση: Από τον ερχόμενο μήνα θα εργάζεστε μόνο τρεις μέρες την εβδομάδα (ή καθόλου). Θα περνάτε όμως κάθε Παρασκευή απόγευμα από το κατάστημα. Στην είσοδο το αυτόματο ταμείο μας. Σ' αυτό θα χτυπάτε τον κωδικό αριθμό σας και θα εισπράττετε αμέσως την αμοιβή σας για ολόκληρη την εβδομάδα ή τη σύνταξή σας για το ίδιο χρονικό διάστημα. Μη συγκινείστε γι' αυτό. Μήτε να ντρέπεστε. Αύριο θα κάνουν το ίδιο με σας πολλοί από τους συναδέλφους σας, και μεθαύριο ακόμα περισσότεροι. Στη διάθεσή σας θα έχετε τώρα όχι μόνο μία Κυριακή, αλλά τέσσερις (οι συνταξιούχοι εφτά). Καλή διασκέδαση λοιπόν".

Πέμπτη, 04 Φεβρουαρίου 2010

Βαγγέλης Κάσσος




Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ


τι στενό πέρασμα
που είναι το κορμί
δισταγμός που δεν καταλήγει
τρυπώνει στο φόβο όπως
το απελπισμένο αγρίμι στη φωλιά του
όπως ο διωγμένος νεκρός
στον τάφο του
επιτέλους πέρασε ο κίνδυνος
η ζωή λέω πέρασε
και δε με πέτυχε





Σημείωση: Το ποίημα προέρχεται από τη συλλογή του Βαγγέλη Κάσσου "Η πείρα του θανάτου", εκδ. Ίνδικτος. Το εικαστικό θέμα είναι του Γ. Ρόρρη με τίτλο "Γυναίκα και σκιά".

Δευτέρα, 01 Φεβρουαρίου 2010

Η απόπειρα

Χάρι Μούλις, εκδ. Καστανιώτης, μτφ.Ινώ Βαν Ντάικ-Μπαλτά.



"Είχε ξημερώσει κιόλας παντού, όμως εδώ ήταν ακόμα νύχτα, όχι, ήταν κάτι παραπάνω από νύχτα".

Πλίνιος ο Νεότερος








"Παλιά, πολύ παλιά στο Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, ζούσε κάποιος Άντον Στέινβεϊκ μαζί με τους γονείς του και τον αδελφό του στην άκρη του Χάαρλεμ. Σε μια προκυμαία που ακολουθούσε για εκατό περίπου μέτρα το νερό κι έπειτα με μια ελαφρά καμπή συνέχιζε σαν κανονικός δρόμος, υπήρχαν τέσσερα σπίτια σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο. Όλα με τους κήπους τους, με τα μικρά μπαλκόνια τους, τους εξώστες και τις μυτερές τους στέγες, έμοιαζαν με βίλες, παρόλο που ήταν μάλλον μικρά παρά μεγάλα. Στον επάνω όροφο όλα τα δωμάτια είχαν επικλινείς τοίχους. Χρειάζονταν βάψιμο κι η όψη τους ήταν ελαφρώς φθαρμένη..."







Έτσι ξεκινάει το πιο φημισμένο ίσως μυθιστόρημα του Ολλανδού Χάρι Μούλις, "Η απόπειρα" (1982). Παρακολουθούμε πέντε επεισόδια από την πολυτάραχη ζωή του Άντον Στέινβεϊκ. Το πρώτο εκτυλίσσεται το χειμώνα του 1945 κι ενώ το τέλος του πολέμου πλησιάζει. Έξω απ' το σπίτι των Στέινβεϊκ και μέσα στη νύχτα, αντηχούν έξι πυροβολισμοί. Ο Πλουχ, ένας Ολλανδός διαβόητος συνεργάτης των Ναζί, πέφτει νεκρός από σφαίρες αντιστασιακών. Οι συνέπειες αυτού του συμβάντος θα είναι μοιραίες για τον δωδεκάχρονο Άντον. Χωρίς ο ίδιος να καταλάβει το πώς και γιατί, θα χάσει την οικογένειά του και θα μεγαλώσει με συγγενείς στο Άμστερνταμ προσπαθώντας, μάταια, ν' αποφύγει σε όλη του τη μετέπειτα ζωή αυτό το παρελθόν. Ένα παρελθόν επίμονο, που θα τον επισκέπτεται με διάφορες μορφές, ώσπου να του αποκαλυφθούν τα πραγματικά γεγονότα εκείνης της νύχτας.

"Και ό,τι πρέπει να μείνει θαμμένο πρέπει διαρκώς να το ξεχνάς, αλλά μάταιος κόπος γιατί τα πάντα συνδέονται μεταξύ τους σ' αυτό τον κόσμο. Δε σβήνει ποτέ κάτι που άρχισε, ακόμα κι όταν έχει τελειώσει".





1952. Επίσκεψη πρώτη ή "τα αγγουράκια τουρσί μοιάζουν με κροκόδειλους". Πηγαίνει, για πρώτη φορά μετά τα γεγονότα, στο Χάαρλεμ για να επισκεφτεί ένα συμφοιτητή του και ανακαλύπτει στην παλιά του γειτονιά ένα μνημείο με τα ονόματα των ομήρων, που εκτελέστηκαν εκείνη τη μέρα του '45.
1956. Επίσκεψη δεύτερη ή "η πραγματική λειτουργία της νάρκωσης". Ο Άντον, που κάνει ως απόφοιτος Ιατρικής την ειδικότητα του στην αναισθησιολογία, συναντά απρόσμενα τον Φάκε Πλουχ, παλιό συμμαθητή του και γιο του δολοφονημένου συνεργάτη των Γερμανών.
1966. Επίσκεψη τρίτη ή "δυο νεκρόφιλοι στο τούνελ του παρελθόντος". Μετά το γάμο του με την κόρη ενός από τους αρχηγούς της Αντίστασης, γνωρίζει τον δολοφόνο του Πλουχ.
1981. Επίσκεψη τέταρτη ή "η ενοχή των ερπετών". Σε μια αντιπολεμική διαδήλωση ο Άντον συναντά μια γειτόνισσα του Χάαρλεμ εκείνων των σκοτεινών ημερών, που θα του καλύψει και τα τελευταία κενά του περίπλοκου παζλ του παρελθόντος.





"Η Απόπειρα" θα μπορούσε να διαβαστεί ως ένα αστυνομικό μυθιστόρημα καθώς ξεκινάει με ένα έγκλημα και μέχρι το τέλος, η πλήρης διαλεύκανσή του, κρατά τον αναγνώστη σε συνεχή ένταση. Οι πρώτες σελίδες είναι τόσο συγκλονιστικές, που δεν υπάρχει περίπτωση να το αφήσει απ' τα χέρια του. Πέρα όμως απ' αυτό, ο Μούλις κάνοντας ένα βήμα πιο μπροστά, μας δείχνει πόσο ασαφή μπορούν να είναι τα όρια μεταξύ ενοχής και αθωότητας, όπως και για το πώς ένα τυχαίο γεγονός που συνέβη στο παρελθόν μπορεί να επηρεάσει ζωές και ν' αλλάξει τη μοίρα πολλών ανθρώπων. Για τον Ολλανδό δημιουργό το παρόν πρέπει να κινείται προς το μέλλον έχοντας όμως το πρόσωπο στραμμένο προς το παρελθόν!

Διαβάζοντας την "Απόπειρα" μού γεννήθηκε το ερώτημα: "πότε πραγματικά τελειώνει ένας πόλεμος;" Σύμφωνα με μιαν άποψη: "όταν πεθάνει κι ο τελευταίος απ' αυτούς που τον έζησαν". Για τον Μούλις όμως η απάντηση είναι πιο σύνθετη και πιο ζοφερή:

"Ο κόσμος είναι η κόλαση, σκέφτηκε, η κόλαση. Ακόμα κι αν αύριο γινόταν να εγκατασταθεί ο παράδεισος επί της γης, ακόμα και τότε, με όλα αυτά που έχουν γίνει στο παρελθόν, δε θα μπορούσε να είναι ο παράδεισος. Ποτέ δε θα μπορούσαν να φτιάξουν τα πράγματα. Η ζωή στο σύμπαν ήταν μια αποτυχία, μια μεγάλη απάτη, και θα ήταν καλύτερα να μην είχε δημιουργηθεί. Μόνο όταν δε θα υπήρχε, και επομένως δε θα υπήρχε καμιά ανάμνηση όλων αυτών των επιθανάτιων κραυγών, μόνο τότε ο κόσμος θα ήταν και πάλι εντάξει".








Σημειώσεις: Στην πρώτη φωτογραφία ένα παραδοσιακό σπίτι της εξοχής στην Ολλανδία ενώ στην τρίτη μια άποψη του Χάαρλεμ. Η δεύτερη είναι από την κινηματογραφική εκδοχή του έργου, που γυρίστηκε το 1986 από τον Fons Rademakers και κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας. Τους υπότιτλους των "επισκέψεων" τους έχω φτιάξει χρησιμοποιώντας επιλεγμένες φράσεις του μυθιστορήματος από τα αντίστοιχα κεφάλαια. (6/10)

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

Απ' το σεντούκι του Ναυτίλου

Β. Κρυμμένοι θησαυροί





Το περιοδικό "Σύγχρονος κινηματογράφος" το γνώρισα στις αρχές της δεκαετίας του '80. Φοιτητής τότε, σύχναζα στον κινηματογράφο STUDIO κάτω απ' την πλατεία Αμερικής και στην Αλκυονίδα. Δεν πέρναγε βδομάδα δίχως να τους επισκεφτώ. Υπήρξαν φορές, στα αφιερώματα με 3-4 ταινίες τη μέρα, που έμπαινα στις αίθουσες μέρα κι έβγαινα νύχτα! Ο "Σύγχρονος κινηματογράφος" ήταν για μένα κάτι σαν ευαγγέλιο.
Το πρώτο τεύχος του βγήκε το Σεμπτέμβριο του 1969, εν μέσω δικτατορίας. Ιδρυτές του υπήρξαν ο Βασίλης Ραφαηλίδης κι ο Θόδωρος Αγγελόπουλος ενώ στη συντακτική επιτροπή κατά καιρούς συμμετείχαν ο Κώστας Σφήκας, ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος, ο Τέλης Σαμαντάς, ο Νίκος Λυγγούρης και άλλοι. Θεωρία κινηματογράφου, αναφορές στη λογοτεχνία, αφιερώματα σε σκηνοθέτες όπως ο Όσιμα, ο Τατί, ο Αϊζενστάιν, ο Γιάντσο, κριτικές ταινιών, ανταποκρίσεις από φεστιβάλ... ήταν τα πιο συνήθη θέματά του. Το Μάη του 1973 βγήκε το τελευταίο τεύχος (27-28). Η μεγάλη έλλειψη χρημάτων και η απόφαση του περιοδικού να μην επαναλάβει την αίτηση χορηγίας στο ίδρυμα Φορντ ήταν οι κύριοι λόγοι διακοπής της κυκλοφορίας του.





Το Σεπτέμβρη του 1974 ο "Σύγχρονος Κινηματογράφος" επανεμφανίζεται από τον Μιχάλη Δημόπουλο και κρατάει ως το καλοκαίρι του 1984 (τεύχος 36). Συνεργάτες του σ' αυτή τη δεύτερη περίοδο υπήρξαν μεταξύ άλλων η Κλαίρη Μιτσοτάκη, η Φρίντα Λιάππα, η Τώνια Μαρκετάκη, ο Θόδωρος Σούμας, ο Χρήστος Βακαλόπουλος, ο Νίκος Σαββάτης και η Μαρία Γαβαλά. Το περιοδικό, σε αυτή του τη φάση, απογειώθηκε! Η θεματολογία του διευρύνθηκε, εμπλουτίσθηκε με περισσότερες φωτογραφίες και η εμφάνισή του έγινε σαφώς ελκυστικότερη.
Ο "Σύγχρονος Κινηματογράφος" υπήρξε ένα περιοδικό μοναδικό. To μόνο περιοδικό που θα μπορούσε ίσως να συγκριθεί μαζί του, εκείνη την εποχή τουλάχιστον, είναι το γαλλικό "Cahiers du Cinema"! Όσο για τη χώρα μας, κανένα κινηματογραφικό περιοδικό δεν το έφτασε ποτέ. Θα έλεγα μάλιστα πως ούτε καν το πλησίασε, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της "Οθόνης".





Σημείωση: Με το που άρχισα να το παίρνω, λίγο καιρό μετά, σταμάτησε η κυκλοφορία του. Και τότε ξεκίνησε η οδύσσεια της αναζήτησης των παλαιότερων τευχών. Δυστυχώς, αυτά της πρώτης περιόδου ήταν απίστευτα δυσεύρετα και λόγω κάποιων κατασχέσεων που είχαν γίνει κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Γύρω στα 1985 έβαλα μια αγγελία στο περιοδικό "Διαβάζω" και βρέθηκε κάποιος που μου έδωσε όλα τα τεύχη για 5.000 δραχμές, ποσό υψηλό για κείνη την εποχή αλλά όχι απαγορευτικό. Η ανάρτηση αφιερώνεται στον Kioy (blog: cinema)

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

Το παιχνίδι του Ρίπλεϋ

Πατρίτσια Χάισμιθ, εκδ. Άγρα, μτφ. Ανδρέας Αποστολίδης.



"Η υποταγή στην ηθική... αυτή καθαυτή δεν είναι κάτι ηθικό".

Νίτσε










Στον "Μπάρμπα-Γκοριό" (1834), ο Μπαλζάκ θέτει το εξής ερώτημα: Τι θα κάναμε αν είχαμε τη δυνατότητα να πλουτίσουμε σκοτώνοντας μόνο με τη θέλησή μας και χωρίς να κουνηθούμε από τη θέση μας, ένα γέρο μανδαρίνο στη Κίνα;
Στην "Παγίδα" (Klopka-2007), μια συγκλονιστική ταινία του Σέρβου Σέρνταν Γκολούμποβιτς, ένας απελπισμένος πατέρας πρέπει να βρει το συντομότερο, ένα μεγάλο ποσό για να σώσει τη ζωή του άρρωστου γιου του. Τα χρήματα θα του τα δώσει ένας άγνωστος, μόνον αν δολοφονήσει έναν γκάγκστερ...
Στο "Παιχνίδι του Ρίπλεϋ" (1974) τα πράγματα δεν είναι ούτε τόσο αόριστα όσο στην πρώτη περίπτωση ούτε τόσο πιεστικά όσο στη δεύτερη. Ο Τζόναθαν ένας φτωχός αλλά έντιμος οικογενειάρχης, που πάσχει από λευχαιμία και γνωρίζει ότι δεν του μένουν πολλά χρόνια ζωής γίνεται αποδέκτης μιας πρωτοφανούς πρότασης: Να σκοτώσει έναν ή και δύο μαφιόζους και να εισπράξει ένα διόλου ευκαταφρόνητο χρηματικό ποσό που θα εξασφάλιζε οικονομικά τη γυναίκα του και το μικρό του γιο μετά τον επικείμενο θάνατό του. Πίσω απ' όλα αυτά, βέβαια, κρύβεται ένας σατανικός Ρίπλεϋ, που παίζει μαζί του σαν τη γάτα με το ποντίκι.





Πόσο ελαστική μπορεί να είναι η συνείδηση ενός ανθρώπου; Πόσο σταθεροί παραμένουμε στις ηθικές μας αρχές; Εάν εξασφαλίζαμε την ατιμωρησία και το όφελος ήταν σημαντικό έως και σωτήριο για μας, θα εξακολουθούσαμε να τις υποστηρίζουμε;

Ο Τομ Ρίπλεϋ αργά και μεθοδικά διαφθείρει ένα συνηθισμένο και "ηθικό" άτομο. Σαν μαριονετίστας κινεί τα νήματα και "ξεγυμνώνει" όχι μόνο τον Τζόναθαν αλλά σιγά σιγά και τη γυναίκα του, πρότυπο ηθικής. Παίζει σα μικρός Θεός ή μάλλον σαν ένας σαγηνευτικός Εωσφόρος δείχνοντας ότι όλοι είμαστε δυνάμει εγκληματίες.

"Ο Τομ σταμάτησε... και προχώρησε προς τον Τζόναθαν, κουνώντας του χαρούμενα το χέρι. Εκείνη τη στιγμή και ο Τζόναθαν έσβηνε τη μηχανή και τα φώτα του. Η εικόνα του Τομ με το φαρδύ παντελόνι και το πράσινο σουέντ σακάκι έμεινε για λίγο στα μάτια του Τζόναθαν, λες και ο Τομ ήταν φτιαγμένος από φως".





Εξάλλου, πίσω απ' το "παιχνίδι" του Ρίπλεϋ υπάρχει το "παιχνίδι" της Χάισμιθ με τους αναγνώστες. Η Αμερικανίδα δημιουργός αφήνει να εννοηθεί ότι όσο ηθικοί και συγκροτημένοι κι αν πιστεύουμε πως είμαστε, υπό κατάλληλες συνθήκες, μπορούμε θαυμάσια να μετατραπούμε σε κάτι, που ούτε εμείς οι ίδιοι δε θα φανταζόμασταν. Στο τρίτο βιβλίο της Ριπλειάδας της, έχοντας πια καθιερώσει τον ήρωά της, μας παρασύρει να ταυτιστούμε μαζί του και μας κάνει να αγωνιούμε για την αίσια κατάληξη των περιπετειών του. Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ταύτιση με ένα πρόσωπο που δεν έχει πρόβλημα να σκοτώνει προκειμένου να εξασφαλίζει την ευημερία του. Θα μπορούσαμε συνεπώς να πούμε, ότι ο Ρίπλεϋ είναι "ένας δυνητικός εαυτός μας"!







Σημειώσεις: Το μότο είναι απόσπασμα ενός αφορισμού του Νίτσε από την "Χαραυγή". H πρώτη φωτογραφία είναι από την ενδιαφέρουσα ταινία της Λιλιάνα Καβάνι (2002) με τον Τζον Μάλκοβιτς (η απόλυτη ενσάρκωση του Ρίπλεϋ) και η δεύτερη από την εξαιρετική ταινία του Βιμ Βέντερς με τίτλο "Ένας Αμερικανός φίλος" (1977) με τον Ντένις Χόπερ και τον Μπρούνο Γκανζ. Την ίδια χρονιά με την "Παγίδα" βγήκε στους κινηματογράφους και μια ταινία του Γούντυ Άλλεν "Το όνειρο της Κασσάνδρας" με παρόμοιο θέμα. Το ερώτημα του Μπαλζάκ στον "Μπάρμπα-Γκοριό" είχε επηρεάσει ιδιαίτερα τον Ντοστογιέφσκι, που το μνημόνευε συχνά. Με λίγο διαφορετική μορφή πρωτοσυναντάται σε ένα κείμενο του Σατωμπριάν (Genie du Christianisme-1802), παρόλο που ο Μπαλζάκ αναφέρει ως πηγή του τον Ρουσσώ. Η φράση "ένας δυνητικός εαυτός μας" είναι τίτλος ενός εξαιρετικού άρθρου για τον Ρίπλεϋ, του Σπύρου Γιανναρά, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην "Κυριακάτικη Καθημερινή" και έχει αναρτηθεί στο ιστολόγιό του (βλ. "λοξή αράδα" στα links). Εκεί, μεταξύ άλλων γράφει: "Ο Ρίπλεϋ είναι το ακραίο παράδειγμα του καταναλωτικού, υλιστικού, κυνικού, μηδενιστικού εαυτού μας. Το μεγάλο εύρημα της Χάισμιθ, το οποίο καθιστά τόσο συμπαθητικά ελκυστικό τον Ρίπλεϋ είναι ότι αναγνωρίζουμε στο πρόσωπό του τις δικές μας κρυφές επιθυμίες για την κατάκτηση του μέγιστου δυνατού επιπέδου καταναλωτικής ευχέρειας". (6/10)

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

Ποζιτάνο




Ώχρα, κεραμιδί, λευκό, μέσα στο άφθονο πράσινο των φυλλωμάτων,
μέσα στο γαλανό τ' ουρανού και της θάλασσας. Ωραίες αναλογίες,
κι αυτή η χαρά της φιλικής συμμετοχής, σαν να 'χαμε
συντελέσει κι εμείς στη διαλογή και στη διάταξη χρωμάτων και σχημάτων
κρατώντας μιαν ευγενικήν ανωνυμία.

Ωστόσο,
αυτά τα πέντε θολωτά παράθυρα, όπου πέντε κορίτσια
παραμερίσαν τις άσπρες κουρτίνες να κοιτάξουν τη θάλασσα,
- η μια κρατούσε ένα σταφύλι ραμφίζοντας μία μία
τις μαβιές ρώγες. Η άλλη χτένιζε τα μαύρα μαλλιά της.
Η τρίτη κρατούσε ένα μαντίλι -κι ίσως ένευε στην άσπρη βάρκα.
Οι δύο άλλες στρογγύλευαν τα χείλη τους, σαν να 'ταν
να σφυρίξουν ένα μικρό τραγούδι ερωτικό.

Λοιπόν
αυτά τα πέντε παράθυρα θα 'θελα, σαν ένα πεντάστιχο ποίημα,
να τα υπογράψω καλλιγραφικά και ολογράφως με τ' όνομά μου.

Γιάννης Ρίτσος
Ποζιτάνο 17. IX .78




Σημειώσεις: Το ποίημα έχει τίτλο "Το ποίημα- Ποζιτάνο" και προέρχεται από τον ΙΔ΄ τόμο των Απάντων του Γιάννη Ρίτσου. Η ανάρτηση έγινε με αφορμή τη διαμονή της Πατρίσια Χάισμιθ στο Ποζιτάνο της νότιας Ιταλίας, το 1952. Εκεί η συγγραφέας θα νοικιάσει ένα σπίτι και θα συναντήσει τον άνθρωπο που θα αποτελέσει το μοντέλο του Ρίπλεϋ. Το Ποζιτάνο αποτελεί το κύριο σκηνικό του "Ταλαντούχου κου Ρίπλεϋ ". Στο μυθιστόρημα το αποκαλεί Μοντζιμπέλο, που είναι το άλλο όνομα της Αίτνας. Οι φωτογραφίες είναι από το Ποζιτάνο.