Παρασκευή, 1 Μαΐου 2009

Ο άνδρας της ζωής μου

Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, εκδ. Καστανιώτης, μτφ. Κ. Τζωρίδου.





"Πατρίδα μου... η παιδική μου ηλικία"








Ο Καταλανός Μανουέλ Μονταλμπάν (1939-2003) αν και έχει γράψει ποιήματα, δοκίμια και δημοσιογραφικά άρθρα είναι γνωστός ως συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων με ήρωα τον ντετέκτιβ Πέπε Καρβάλιο. Ο ίδιος υποστήριζε σε μια συνέντευξή του πως ολόκληρη η λογοτεχνία, χωρίς εξαίρεση, αποτελείται είτε από ερωτικά μυθιστορήματα είτε από αστυνομικά. Κι αυτός επέλεξε να ασχοληθεί με το δεύτερο είδος. Ωστόσο "Ο άνδρας της ζωής μου" είναι ένα μυθιστόρημα κυρίως ερωτικό. Μόνο που δεν πρόκειται για τον έρωτα του Καρβάλιο για μία από τις τρεις πρωταγωνίστριες του βιβλίου του αλλά για τον έρωτα του Μονταλμπάν-Καρβάλιο για τη Βαρκελώνη και μάλιστα τη Βαρκελώνη των παιδικών του χρόνων, που σταδιακά μεταλάσσεται.

"Η Βαρκελώνη είχε μετατραπεί σε μια όμορφη μα άψυχη πόλη, θυμίζοντας κάποια αγάλματα, ή μπορεί και να είχε μια νέα ψυχή που ο Καρβάλιο αναζητούσε στος περιπάτους του, έως ότου να παραδεχτεί ότι ίσως η ηλικία δεν του επέτρεπε πια ν' ανακαλύψει το πνεύμα των νέων καιρών, το πνεύμα που μερικοί ειδήμονες αποκαλούσαν "μεταμοντερνισμό" και που ο Καρβάλιο θεωρούσε ότι ήταν μια ανόητη εποχή ανάμεσα σε δύο τραγικές".



Ποια είναι όμως η αστυνομική πλοκή του ενδιαφέροντος αυτού μυθιστορήματος; Μάλλον δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ούτε για τον ίδιο τον συγγραφέα... εγώ πάντως, σχεδόν την ξέχασα. Ένα πλήθος από παντοδύναμους επιχειρηματίες , μπράβους, σατανιστές, εθνικιστές και ωραίες γυναίκες από το παρελθόν του στροβιλίζονται γύρω από τον απαθή Καρβάλιο, που με σαρκαστικό χιούμορ σχολιάζει τα πάντα γύρω του.

"Ζούμε σε εποχές δημοκρατίας. Κάποιος χτυπάει την πόρτα του σπιτιού σου στις τέσσερις τα χαράματα. Κατά συνέπεια, όπως λένε οι πολιτικοί επιστήμονες, δεν μπορεί παρά να είναι ο γαλατάς. Μα ο Καρβάλιο θυμάται ότι δεν πίνει γάλα, ότι πάει πολύς καιρός που δεν πίνει γάλα και το χρησιμοποιεί μόνο για να φτιάξει μπεσαμέλ ή σοκολάτα. Για το λόγο αυτό δεν μπορεί να είναι ο γαλατάς. Το πιστόλι του είναι ξεχασμένο σε κάποια γωνία του σπιτιού που δεν θέλει να θυμηθεί και βγαίνει στο μπαλκόνι παρά τον τσουχτερό αέρα του Δεκέμβρη κι ανακαλύπτει στο κατώφλι του έναν κουκουλωμένο άνδρα..."

Ο τόνος της αφήγησης είναι ελεγειακός. Ο Πέπε προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει γύρω του. Τι αλλάζει στην κοινωνία του τώρα, στο κατώφλι της νέας χιλιετίας; Τι συμβαίνει στην πόλη του;

"...προχώρησε προς τη λεωφόρο που είχαν ανοίξει δυο μπουλντόζες στα σωθικά της γειτονιάς με τα πορνεία, στα σωθικά της χώρας της παιδικής του ηλικίας από την οποία πια άρχιζε να μην απομένει πέτρα πάνω στην πέτρα... "Loin tres loin de Brest, dont il ne reste rien".




Το βιβλίο διαβάζεται αργά χωρίς αγωνία για τη λύση του μυστηρίου και το απολαμβάνεις όπως έναν περίπατο στα όμορφα σοκάκια της παλιάς πόλης της Βαρκελώνης. Ακόμη και τον Πέπε Καρβάλιο η μόνη αγωνία που τον διακατέχει είναι το πώς να διατηρήσει ακέραιη μέσα του την εικόνα της πόλης που αγάπησε. Γι' αυτό αναζητά καταφύγιο στις αναμνήσεις του και... στην καταλανική κουζίνα. Ο Πέπε μαγειρεύει και μέσα από τα αρώματα και τις γεύσεις τελικά, ανακαλεί το παρελθόν της πόλης. Μιας πόλης που για δεκαετίες βασανίστηκε να επουλώσει τα τραύματα του εμφυλίου πολέμου και τώρα κινδυνεύει να χάσει την ταυτότητά της.

"Όλοι οι μεταφορικοί χαρακτηρισμοί της πόλης είχαν περάσει σε αχρηστία: δεν ήταν πια η χήρα πόλη, χήρα από εξουσία, γιατί της την προσέφερε το σύστημα των Αυτονομιών -ούτε και το φλογερό ρόδο των αναρχικών ήταν, επειδή οι αστοί είχαν νικήσει οριστικά στη διαδικασία μετονομασίας τους- τώρα ονομάζονταν "αναδυόμενος τομέας", και πώς μπορεί κανείς να βάλει μια βόμβα ή να υψώσει ένα οδόφραγμα στον "αναδυόμενο τομέα";"








Σημειώσεις: Το μότο με τους μπλε χαρακτήρες είναι μια ελεύθερη μετάφραση της ρήσης του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ "Je suis de mon enfance comme d' un pays", που ο Μονταλμπάν είχε αναφέρει ελαφρώς τροποποιημένη στην ίδια συνέντευξη, την οποία βρήκα στο δικτυακό τόπο της Ουνέσκο. Σ' αυτή τη συνέντευξη όταν ερωτάται γιατί η κουζίνα παίζει τόσο σημαντικό ρόλο στα έργα του, μεταξύ άλλων απαντά ότι στη μαγειρική αντανακλάται η κουλτούρα η ίδια. "Η κουζίνα είναι μια μάσκα του θανάτου. Για να φας πρέπει να σκοτώσεις. Σκοτώνεις, τρως: μια πράξη βαρβαρότητας. Όταν όμως σκοτώνεις, μαγειρεύεις και τρως, είναι μια πράξη πολιτισμού".
Το βιβλίο το διάβασα κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στη Βαρκελώνη και λειτούργησε ως ένας αρκετά ιδιότυπος ξεναγός μου στην πόλη. Αφορμή για τη γνωριμία μου με το βιβλίο στάθηκε η ανάρτηση του Χ. Γιαννακόπουλου (ημερολόγιο ανάγνωσης) στις 4/9/2008. (14/20)

3 σχόλια:

κωνσταντίνα είπε...

Πολύ ωραία ανάρτηση γι' ακόμα μία φορά! Το βιβλίο πρέπει να είναι πολύ ωραίο...με την πρώτη ευκαιρία θα το διαβάσω. Καλό σας βράδυ!

substratum είπε...

΄Αρχισα να διαβάζω το βιβλίο - Κυριακή απομεσήμερο.
Σε ευχαριστώ για την ανάρτηση
Βαγγέλης Ιντζίδης

kira είπε...

"περίπατος στα όμορφα σοκάκια της παλιάς πόλης της Βαρκελώνης"...
τι όμορφα! ήμουν εκεί πριν είκοσι χρόνια και πολύ θα ήθελα να ξαναπάω.
Ωραία ανάρτηση.