Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

γυναικών

Μιχάλης Γκανάς, εκδ. Μελάνι.



"Μικρή μου Βαρβάρα, μικρή μου Ιουλία
μικρή μου Ιωάννα , πω πω σας ξέχασα..."

Μ.Μέσκος









"Βαδίζει στο απέναντι πεζοδρόμιο... Μεσόκοπη. Γυναίκα μέσης ηλικίας εννοείται, ενώ υπονοείται σαφώς ότι πρόκειται για μια γυναίκα στα πρόθυρα της τρίτης ηλικίας. Άλλο κι ετούτο. Από πού ξεφύτρωσε αλήθεια αυτή η τρίτη ηλικία; Ούτε πρώτη ακούσαμε ούτε δεύτερη, και μια ωραία πρωία ή εσπέρα -εσπέρα συνήθως- προσγειώνεσαι στην τρίτη... Και δεν μπορείς να φύγεις αποκεί ούτε για τη δεύτερη ούτε και την πρώτη, ούτε καν για την τέταρτη και την πέμπτη ηλικία. Δεν έχεις να πας πουθενά. Η τρίτη ηλικία είναι και η τελευταία, αφού είναι ισόβια... Μεσόκοπη λοιπόν. Απεχθέστατον! Ας το δεχτούμε όμως για να πάμε παρακάτω. Δεν είναι να χρονοτριβείς σ' αυτές τις ηλικίες, να επιμένεις, να το ψιλοκοσκινίζεις, κακό του κεφαλιού σου. Ένα κεφάλι παρεμπιπτόντως, με ψαθάκι, σαν ελάχιστη προκαταβολή από το φωτοστέφανο που σε περιμένει όταν έρθει η ώρα σου. Έτσι, σα να σου παίρνουνε τα μέτρα. Όσο για τα φτερά, το νιώθεις ήδη ότι αρχίζουν (ποιοι;) να δοκιμάζουν τις βίδες στην πλάτη σου, από τους πόνους στις κλειδώσεις. Αυτά βέβαια αν γίνεις άγγελος και πας κατά Παράδεισο μεριά. Εκτός κι αν είσαι ήδη άγγελος, τώρα που έχασες το φύλο σου και το σαλπίζουν αναιδέστατα τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ στα μπαρ, στις καφετέριες, στις παραλίες."
Γραφή παιχνιδιάρα, σπινθηροβόλα και με σοφές δόσεις χιούμορ. Πραγματικά δεν χορταίνεις να διαβάζεις αυτές τις "μικρές και πολύ μικρές ιστορίες" του Μιχάλη Γκανά και τελειώνοντας αυτό το βιβλιαράκι δεν μπορείς παρά να λυπηθείς που δεν έχει λίγες ακόμα... Ένας από τους πιο αγαπημένους μου ποιητές, ο Γκανάς, καταπιάνεται για δεύτερη φορά με τον πεζό λόγο και πάλι με εξαιρετικά αποτελέσματα.





Το βιβλίο το διαβάσαμε στη Νίσυρο. Κάθε μέρα ενώ παίρναμε το πρωινό μας στο Μανδράκι, μπρος στη θάλασσα και με το Γυαλί απέναντί μας, διαβάζαμε και από δυο-τρεις ιστορίες. Το "γυναικών" είναι στην ουσία ένα Εγκώμιο γυναικών φιλοτεχνημένο από ένα λάτρη τους. Είτε πρόκειται για την πανέμορφη Ουκρανή του Flocafe είτε για μια ηλικιωμένη σε Ίδρυμα είτε για την Πηνελόπη που θά 'πρεπε να τη λέγανε Κυμοθόη, ο συγγραφέας τις παρατηρεί με θαυμασμό και προσπαθεί, ποιητική αδεία, να εισχωρήσει στις σκέψεις τους.




"Κοιτάζει τα χέρια της σα να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται, καθώς κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της σαν προσφυγάκια. Έτσι της έρχεται να τα χαϊδέψει. Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πως δεν τα κοιτάει, την κοιτάνε αυτά. Άνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άς' τα να κοιτάνε, είναι που κοιτάνε σα να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει. Δεν θα τους κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γριά γυναίκα, να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα..."












Στις περισσότερες ιστορίες οι ποιητικές καταβολές του Γκανά είναι φανερές, χωρίς όμως να βαραίνουν το κείμενο αλλά αντίθετα να του χαρίζουν μια ελαφράδα. Συχνά, μέσα σε δυο με τρεις σελίδες καταφέρνει να ξετυλίξει μια ολόκληρη ιστορία και να την οδηγήσει σε μια ευρηματική κορύφωση. Ο συγγραφέας κουβεντιάζει με τον αναγνώστη σε τόνο οικείο παρασύροντάς τον, συχνά κι αυτόν σε στάση λατρευτική απέναντι στις ηρωίδες του.

"Κυμοθόη, έτσι έπρεπε να τη λένε και όχι Πηνελόπη. Λόπη τη φώναζαν μικρή και της έμεινε. Τρισχειρότερα δηλαδή, καλύτερα Πηνελόπη. Τι καλύτερα, δεν ξέρω αν φταίει το όνομα αλλά όλοι ήθελαν να την παντρευτούν. Από το Δημοτικό, μην πω από το Νηπιαγωγείο, μέχρι σήμερα, μάτσο οι μνηστήρες. Τους σκότωνε η ίδια με φρικτά βασανιστήρια, δεν περίμενε να το κάνει, πιο γρήγορα και επαγγελματικά, ο Οδυσσέας, που στην περίπτωσή της λεγόταν Γιάννης και ήταν ο πατέρας της... Ήταν ο τύπος της καστανής Ελληνίδας που έτσι και πετύχει, τύφλα να 'χουν όλες οι ξανθές και οι μελαχρινές του κόσμου..."






Σημειώσεις: Το δίστιχο του Μάρκου Μέσκου αναφέρεται στο βιβλίο και είναι από το ποίημά του "Η άσπρη πόρτα". Ο πίνακας είναι του Γκούσταβ Κλιμτ, ένας ακόμη λάτρης των γυναικών, με τίτλο Wasserschlangen (νεροφίδες). Ο τίτλος του βιβλίου είναι "γυναικών" με μικρό γ κι όχι με κεφαλαίο, όπως λανθασμένα το δείχνει η φωτογραφία του εκδότη. Ίσως γιατί ο συγγραφέας υπονοεί ότι προηγείται κάποια άλλη λέξη: "Εγκώμιο" ή "Υπέρ" , πιθανόν σε αντιπαράθεση με τον ίαμβο του Σιμωνίδου του Αμοργινού "Κατά γυναικών", όπου υποστηρίζεται η κακή φύση των γυνακών καθώς μάλιστα κατάγονται από βρωμερά και ύπουλα ζώα.(16/20)

4 σχόλια:

Dynx είπε...

Μου κίνησες την περιέργεια τώρα. Μου αρέσει πολύ η ποίησή του Γκανά, ίσως είναι καιρός λοιπόν να διαβάσω και τα πεζά του...

ναυτίλος είπε...

Και τη Μητριά πατρίδα του... Dynx

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ είπε...

Γενικά είμαι κατά της παράθεσης αποσπασμάτων από ένα πεζογράφημα, γιατί δίνεται έμφαση στο μικροκείμενο και χάνεται η γενικότερη οικονομία του έργου, αλλά... στον Γκανά αυτό επιβάλλεται, αφού πρώτιστα η γραφή-του είναι ατμόσφαιρα, λεκτική επένδυση, γλωσσική χαρτογράφηση του πλανήτη γυναίκα. Ένα ανάγνωσμα που, όπως λες, είναι να το διαβάζεις λίγο λίγο κάθε μέρα, σε ώρα χαλάρωσης και ανεμελιάς. Το ίδιο έκανα κι εγώ.
Καλό χειμώνα
Πατριάρχης Φώτιος

ναυτίλος είπε...

Φώτιε, αναμένω την ανάρτησή σου!
Καλό φθινόπωρο!