Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Οι Ξεριζωμένοι - 2

Μαξ Ζέμπαλντ, εκδ. Άγρα, μτφ. Γιάννης Καλιφατίδης.


"Δύσκολες ιστορίες, οι πιο δύσκολες,
που ιστορούνται μόνο με κλειστό το στόμα"

Α. Χιόνης











"Μίλησε, μνήμη", ονομάζει ο Ναμπόκοφ, σκιώδης πρωταγωνιστής των "Ξεριζωμένων", ένα από τα πιο γνωστά του αυτοβιογραφικά βιβλία. Κι αυτό πρέπει να συμβεί: Να προστάξεις, για να ανασύρεις τις οδυνηρές μνήμες των ξεριζωμένων του προηγούμενου αιώνα ή ως ευαίσθητος παρατηρητής να τις ανιχνεύσεις και να τις καταγράψεις, όταν αυτές αναδύονται σαν πάχνη από τις κουβέντες, τις χειρονομίες και τις σιωπές τους. Και το πιο σημαντικό, να καταφέρεις να τις διακρίνεις στους τόπους: στα κτήρια, στους δρόμους, στα λιμάνια, στις γειτονιές... Γιατί, για τον Ζέμπαλντ, όχι μόνον οι άνθρωποι αλλά και οι τόποι σημαδεύονται ανεξίτηλα από τους ξεριζωμούς και μάλιστα οι τόποι, όπου αυτοί οι πρόσφυγες τελικά εγκαταστάθηκαν. Ο Γερμανός συγγραφέας ταξιδεύει διαρκώς πασχίζοντας με αυτόν τον τρόπο να διεισδύσει στο παρελθόν. Αναζητά με σχολαστική επιμονή στο χώρο, τα σημεία που θα του επιτρέψουν να ταξιδέψει στο χρόνο.
"Μια καλοκαιρινή βραδιά του '67, γύρω στους εννέα ή δέκα μήνες αφότου έφτασα στο Μάντσεστερ, βρέθηκα να βαδίζω πλάι στην όχθη της διώρυγας, περνώντας από τις συνοικίες Έκλς, Πάτρικροφτ και Μπάρτον-απόν-Έργουελ που εκτείνονταν πέρα από τα μαύρα νερά. Έχοντας αντίκρυ μας τον ήλιο που έδυε, φτάσαμε ως τα περίχωρα με την πυκνή και άτακτη δόμηση, απ' όπου το βλέμμα αφήνεται ως έναν βαθμό ελεύθερο, κάνοντας χώρο στη φαντασία να πλανηθεί ως τα απέραντα βαλτοτόπια, που μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα έφταναν ως εδώ... Στη θέα της στασιμότητας και της νεκρικής σιγής που απλώνεται σήμερα πάνω από το κανάλι, δύσκολα πιστεύει κανείς πως ακόμα και μετά τον τελευταίο πόλεμο έβλεπα με τα μάτια μου φορτηγά πλοία υπερφυσικών διαστάσεων να καταπλέουν στο λιμάνι. Γλιστρούσαν αργά πάνω στον πλωτό τάπητα. και πλησιάζοντας το λιμάνι, προσπερνούσαν τα σπίτια, ρίχνοντας τη σκιά τους πάνω στις μαύρες στέγες με τις πλάκες σχιστόλιθου. Και όταν το χειμώνα πρόβαλλαν αναπάντεχα μέσα από την ομίχλη, περνώντας αθόρυβα από μπροστά μου για να χαθούν ευθύς και πάλι μες στο κατάλευκο πέπλο της, ήταν για μένα κάθε φορά ένα πέρα ως πέρα αφάνταστο θέαμα που για κάποιο λόγο με συντάραζε βαθύτατα".




Ο Ζέμπαλντ μας αφηγείται στιγμιότυπα της ζωής του και για το πώς αυτή συνδέθηκε με τις ζωές τεσσάρων άλλων. Κι ενώ παρακολουθούμε να ξετυλίγονται σιγά σιγά κι αυτές, σα να πρόκειται για μπάμπουσκες, από μέσα τους ξεφυτρώνουν άλλοι βίοι πιο ελάσσονες, από τους οποίους δεν μπορούμε να εξαιρέσουμε κι αρκετούς τόπους, όπως την Ντωβίλ ή το Μάντσεστερ, που οι ιστορίες τους μπλέκονται αξεδιάλυτα με αυτές των ανθρώπων:
Ο Δρ Χένρυ Σέλγουιν, Εβραίος πρόσφυγας από τη Λιθουανία, φτάνει το 1899 σε ηλικία επτά χρονών στο Λονδίνο, όπου κάνει λαμπρή καριέρα ως χειρουργός, αλλά όσο περνάει ο καιρός, απομονώνεται όλο και περισσότερο από τον κόσμο καθώς οι εικόνες του ξεριζωμού, που είχαν χαθεί από τη μνήμη του, επιστρέφουν...
Ο Πάουλ Μπεράιτερ, δάσκαλος σε μια γερμανική κωμόπολη και κατά το 1/4 Εβραίος, απομακρύνθηκε από τη θέση του από το ναζιστικό καθεστώς και αυτοεξορίστηκε. Στη συνέχεια όμως, το 1939, αισθανόμενος πέρα ως πέρα Γερμανός, επιστρέφει για να καταταγεί στις τάξεις του Γ' Ράιχ, που αυτή τη φορά τον δέχεται...
Ο Άμπροζ Άντελβαρτ, Γερμανός μετανάστης των αρχών του 20ού αιώνα στη Νέα Υόρκη, γίνεται μπάτλερ στο σπίτι μιας πλούσιας εβραϊκής οικογένειας και στη συνέχεια υπηρέτης και σύντροφος του γόνου της στα μεγάλα του ταξίδια...


Ο ζωγράφος Μαξ Φέρμπερ, Εβραίος που έχασε τους γονείς του και σε ηλικία 15 χρονών, το 1939, φυγαδεύτηκε στην Αγγλία, προσπαθεί σε όλη του τη ζωή να επαναφέρει τις παιδικές του μνήμες, που ωστόσο έχουν επηρεάσει βαθύτατα το καλλιτεχνικό του έργο...







"Σχεδίαζε με σθένος και προσήλωση, συχνά καταναλώνοντας μισή δωδεκάδα κάρβουνο από ξύλο ιτιάς μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Μόλις τελείωνε το σχέδιο πάνω στο χοντρό χαρτί με τη δερμέτινη υφή, έπαιρνε ένα κομμάτι μάλλινο ύφασμα ποτισμένο στο κάρβουνο, και μουτζούρωνε τα πάντα, συντηρώντας έτσι την αναπαραγωγή της σκόνης, που έπαυε μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας. Έμενα πάντα με το στόμα ανοιχτό όταν μέρες αργότερα, ένα πορτρέτο σπάνιας αμεσότητας πρόβαλλε πίσω από τις λιγοστές γραμμές και τις σκιές που είχαν διαφύγει τον όλεθρο... Το επόμενο πρωί, μόλις το μοντέλο καθόταν στη θέση του, του έριχνε μια πρώτη ματιά, κι ύστερα ξανάσβηνε το πορτρέτο. Στη συνέχεια πάνω στο ίδιο φόντο, το τόσο κακοπαθημένο από τις αλλεπάλληλες εκδηλώσεις βίας, έκανε μια νέα απόπειρα να φέρει στο φως τα ασύλληπτα χαρακτηριστικά και τα μάτια του μοντέλου... Και όταν επιτέλους κάποια στιγμή αποφάσιζε πως είχε έρθει η ώρα να αποχωριστεί το πορτρέτο... ο αμέτοχος θεατής που το αντίκριζε είχε την αίσθηση πως έκρυβε πίσω του γενιές ολόκληρες προγόνων, που τα γκρίζα, αποτεφρωμένα τους πρόσωπα ακόμα στοίχειωναν το καταταλαιπωρημένο χαρτί".


Ο Ζέμπαλντ (1944-2001), ξεριζωμένος κι αυτός, σαν τους ήρωές του, από τη χώρα του, σε μια εποχή που όλοι ήθελαν να ξεχάσουν το παρελθόν, περιπλανιέται αδιάκοπα προσπαθώντας να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω απ' τις ζωές αυτών των τεσσάρων ανθρώπων. Κινείται στο μεταίχμιο παρόντος και παρελθόντος, ζωντανών και νεκρών, πραγματικότητας και φαντασίας... Τα όριά τους γίνονται τελικά αδιόρατα. Άλλωστε πόσες φορές δεν το έχουμε νιώσει: Το παρελθόν δεν είναι ποτέ νεκρό, δεν είναι καν παρελθόν, σύμφωνα με τη ρήση του Φώκνερ.
Ο συγγραφέας δεν κάνει λόγο για τα εγκλήματα, όπως το Ολοκαύτωμα, αλλά τα ιχνηλατεί στις ψυχές των ανθρώπων. Η αφήγησή του γήινη, διαυγής και μελαγχολική δημιουργεί στον αναγνώστη μια ατμόσφαιρα κλειστοφοβική, όπως στο πνιγμένο από το παρελθόν του, Μάντσεστερ. Ακόμα και οι ασπρόμαυρες και καταθλιπτικές φωτογραφίες, που συνοδεύουν το κείμενο, επιτείνουν αυτή την αίσθηση. Ο πρόωρα χαμένος Ζέμπαλντ αποδεικνύεται ένας σπουδαίος δημιουργός σ' αυτό το πρώτο του αλλά αριστουργηματικό μυθιστόρημα. Και επιμένω στον όρο μυθιστόρημα, αν και ο ίδιος διαφωνούσε μ' αυτόν, καθώς η ελληνική αυτή λέξη εκφράζει απόλυτα το δημιούργημά του.
Το βιβλίο το διάβασα στη Νίσυρο και ακόμη και τώρα δυσκολεύομαι να το τοποθετήσω στα ράφια με τα διαβασμένα... Η γοητεία που άσκησε πάνω μου ήταν μοναδική:
"Οι περιγραφές του, που εν μέρει ήταν θαυμάσιες, του είχαν φανεί σαν ένα από εκείνα τα μοχθηρά γερμανικά παραμύθια. Άπαξ και παγιδευόσουν στα μάγια τους, δεν μπορούσες να σταματήσεις παρά μόνο όταν έφτανες στο τέλος, μέχρις ότου η καρδιά σου έσπαγε -στη συγκεκριμένη περίπτωση από τις αναμνήσεις, από το γράψιμο, και την ανάγνωσή τους..."







"Κι αυτό που απομένει, το καταστρέφει η μνήμη".



Σημειώσεις: Το βιβλίο του Ναμπόκοφ κυκλοφορεί από τον Πατάκη (Speak, memory). Η πρώτη φωτογραφία είναι από το Μάντσεστερ. Η δεύτερη είναι του γερμανικής καταγωγής Άγγλου ζωγράφου Φρανκ Άουερμπαχ (Βερολίνο 1931), που ήταν το πρότυπο για τον Μαξ Φέρμπερ. Το βιογραφικό του είναι παρόμοιο, με κύρια διαφορά ότι ο Άουερμπαχ εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο κι όχι στο Μάντσεστερ. Άλλωστε στην πρώτη γερμανική έκδοση είχε το όνομα Μαξ Άουραχ και υπήρχαν και δυο φωτογραφίες, που αργότερα στην αγγλική μετάφραση τις αφαίρεσε. Στην πρώτη ήταν ο πίνακας, που έχω βάλει στη συνέχεια, με τίτλο: Head of Catherine Lambert VI και στη δεύτερη, μια κοντινή φωτογραφία του προσώπου του ζωγράφου (φαίνεται στη σελίδα της γερμανικής έκδοσης ακριβώς από κάτω). Τα αποσπάσματα με κόκκινους χαρακτήρες είναι όπως πάντα από το βιβλίο. Το μότο είναι του Αργύρη Χιόνη από τη συλλογή του: Ο ακίνητος δρομέας. (19/20)


4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Η συγκίνηση διαπνέει τις λέξεις και τις εικόνες της ανΑρτΥσης. Σας ευχαριστώ.

Johnny Panic είπε...

Σήμερα έκλεισα αυτό το μοναδικό,αλησμόνητα σταχτί βιβλίο.Παρόλο που δομικά,εκ πρώτης όψεως,δίνει την εντύπωση μιας απλής διαδοχής εξιστορήσεων,αισθάνθηκα ότι το νήμα της αυτοβιογραφικής φόρμας,το στωικό μα μελαγχολικό ύφος του Ζέμπαλντ,ακόμα και η ρητή ή άρρητη παρουσία του Ναμπόκοφ συνυφαίνουν τα πρόσωπα,τις ζωές,τους τόπους,τις αφηγήσεις σε ένα σχεδόν αδιαφοροποίητο,ομοιογενές εργόχειρο θλιμμένης ομορφιάς.Ωστόσο,θα ήθελα να εκφράσω την προτίμησή μου στο αφήγημα για τον Πάουλ Μπεράιτερ,που κυριολεκτικά με στοίχειωσε.

Ο τίτλος «Οι Ξεριζωμένοι» προδιαθέτει για μια γραφή εξίσου βίαιη κι ωμή με την ενέργεια του ξεριζωμού,εντούτοις η γραφή του Ζέμπαλντ δεν ξεριζώνει,αλλά ριζώνει, φύεται,αναδιπλώνεται,απλώνει κλαδιά και φύλλωμα σαν σπάνιο,σκοτεινό δέντρο- που με τη σειρά του δύσκολα ξεριζώνεται από τη μνήμη του αναγνώστη.Ένας άλλος τίτλος που θα εξέφραζε αρκετά καλά τον πυρήνα του βιβλίου(αν δε θύμιζε b-movie με ζόμπι!) θα ήταν: "Η επιστροφή των νεκρών".

"Να,λοιπόν,πώς επιστρέφουν,οι νεκροί.Καμιά φορά χρειάζεται να περάσουν πάνω από επτά δεκαετίες.Και τότε,εμφανίζονται μέσα απ’τους πάγους,πεταμένοι στην άκρη της μορένας,ένας μικρός σωρός από γυαλιστερά οστά κι ένα ζευγάρι αρβύλες με καρφωτές σόλες."

ΥΓ: Κι επειδή,όσο το όλον αποτελείται από λεπτομέρειες,τόσο η λεπτομέρεια περιέχει το όλον,νιώθω την ανάγκη να σε συγχαρώ για την επιλογή του ονόματος Μαξ αντί του W.G. Πράξη ευαισθησίας,φόρος τιμής κι αγάπης στον πρόωρα χαμένο συγγραφέα.

ναυτίλος είπε...

θα συμφωνήσω κι εγώ με την προτίμηση στη δεύτερη ιστορία. Αναμφίβολα πρόκειται για ένα σπουδαίο βιβλίο φιλοτεχνημένο σε τόνους ασπρόμαυρους αντίστοιχους με τις φωτογραφίες. Ανυπομονώ να διαβάσω τον Αούστερλιτς που για πολλούς θεωρείται το καλύτερό του. Φυσικά η γνωριμία με τον Ζέμπαλντ με οδήγησε και σ' άλλους δρόμους... στα ταξίδια του Σταντάλ στην Ιταλία... αλλά και στον Ζαν Αμερύ...
Σ' ευχαριστώ που μοιράστηκες τις σκέψεις σου για το βιβλίο μαζί μου, έστω και ετεροχρονισμένα... Αυτό το "ετεροχρονισμένα" είναι ίσως προτιμότερο γιατί μου δίνει την ευκαιρία να "επανέλθω" στο κείμενο αλλά και σε ένα συγγραφέα. Ευτυχώς έχω αρκετά βιβλία του ακόμη στη βιβλιοθήκη μου... υποθήκες για μελλοντικές συγκινήσεις.
Υ.Γ: Χθές αποπειράθηκα να ξαναδώ την περίφημη ταινία του Ρομέρο, "Η νύχτα των ζωντανών νεκρών" μαζί με τον γιο μου. Δυστυχώς, το dvd που κυκλοφορεί είναι κακέκτυπο της ασπρόμαυρης ταινίας του 68 με διαφορετικό μάλιστα τέλος. Κατά δήλωση μάλιστα του Ρομέρο είναι η ταινία που θα γύριζε αν το 1968 είχε τα λεφτά που απέκτησε, χάρη σε κείνη την ταινία, τη δεκαετία του 90. 'Ετσι τα εφέ ήταν πιο εντυπωσιακά και φυσικά ήταν έγχρωμη!!!
Θα μου πεις τώρα, τι σχέση έχει η ταινία με το βιβλίο. Καμία...

Johnny Panic είπε...

Ο Dynx τις προάλλες μου μιλούσε μαγεμένος για τον "Αούστερλιτς".Σκέπτομαι να το διαβάσω κι εγώ κάποια στιγμή αυτό,ίσως και τους "Δακτύλιους του χρόνου".Προς το παρόν,λέω να ξαναθυμηθώ το "Παλτό" του Γκόγκολ κι έπειτα να διαβάσω τον νέο Μπέρνχαρντ από την Εστία,που τον είδα ξαφνικά μπροστά μου και μου κόπηκε η ανάσα! Πρόκειται για κείμενα που βρέθηκαν στα κιτάπια του συγγραφέα κι εκδόθηκαν μόλις πέρυσι στα γερμανικά! Μου άρεσε πολύ και το εξώφυλλο,αλλά μάλλον μόνο σε μένα άρεσε... :(

ΥΓ: Δεν την έχω δει αυτή την ταινία!