Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής

Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ, εκδ. Άγρα, μτφ. Θ. Τσαπακίδης.




"The mass of men lead lives of quiet desperation"

H. D. Thoreau









Και άγνωστος να μου ήταν ο Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ (1942-1995), το αστυνομικό του μυθιστόρημα, "Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής" (Le petit bleu de la cote ouest), θα το έπαιρνα και μόνο για τον τίτλο του... Βέβαια, πριν από μερικά χρόνια είχα διαβάσει το υπέροχο: "Η πρηνής θέση του σκοπευτή"(18/20) και συνεπώς, ο,τιδήποτε δικό του θα κυκλοφορούσε στη συνέχεια, είχε εξασφαλισμένη τη θέση του στη βιβλιοθήκη μου. Μια βιβλιοθήκη που, απ' ό,τι φαίνεται, λειτουργεί λίγο-πολύ και σαν τον Περιοδικό πίνακα του Μεντελέγιεφ. Άλλωστε, αρκεί να διαβάσει κανείς τις δύο πρώτες σελίδες για να αντιληφθεί ότι έχει να κάνει με έναν συγγραφέα μοναδικό:

"Και συνέβαινε καμιά φορά αυτό που συμβαίνει τώρα: Ο Ζωρζ Ζερφώ τρέχει με τ' αμάξι του στον εξωτερικό περιφερειακό. Μπήκε στην Πορτ ντ' Ιβρύ. Είναι δύο και μισή το πρωί, ίσως τρεις και τέταρτο... Αρκετοί οδηγοί είναι μεθυσμένοι. Ο Ζωρζ Ζερφώ είναι. Έχει πιει πέντε μπέρμπον 4 Roses. Επίσης, πριν από τρεις περίπου ώρες, ήπιε δύο χάπια ισχυρού βαρβιτουρικού. Το ότι τα ανακάτεψε δεν τον νύσταξε, αντίθετα του προκάλεσε μια τεταμένη ευφορία που κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να μετατραπεί σε οργή ή σε ένα είδος μελαγχολίας, κατά κάποιον τρόπο τσεχωφικής και κυρίως πικρής, που είναι ένα συναίσθημα ούτε πολύ ανδρείο ούτε ενδιαφέρον. Ο Ζωρζ Ζερφώ τρέχει με 145 χιλιόμετρα την ώρα..."

"Είναι δύο και μισή το πρωί, ίσως τρεις και τέταρτο"... μια πρόταση που, με την εξοργιστική της ανακρίβεια, θα έκανε μερικούς προγόνους του, όπως ο Φλωμπέρ ή ο Μωπασάν να ανατριχιάσουν. Λέγεται μάλιστα, πως όταν αυτοί οι δύο έκαναν τον συνήθη περίπατό τους στο Παρίσι, ο πρώτος έβαζε, εν είδει λογοτεχνικής άσκησης, τον δεύτερο, να του περιγράφει κάποιον από τους αμέτρητους διαβάτες που προσπέρασαν, με τόση ακρίβεια, ώστε στην επόμενη βόλτα ο Φλωμπέρ να τον αναγνωρίζει. Ας δούμε όμως τώρα πώς περιγράφει ο Μανσέτ τον πρωταγωνιστή του:

"Ο Ζωρζ Ζερφώ είναι ένας άνδρας που δεν έχει κλείσει ακόμα τα σαράντα. Το αμάξι του είναι μια Μερσεντές, γκρι μεταλλικού χρώματος. Το δέρμα των καθισμάτων είναι ακαζού, όπως και όλη η εσωτερική επένδυση του αυτοκινήτου. Στο μυαλό του Ζωρζ Ζερφώ υπάρχει σκοτάδι και σύγχυση, ασαφώς μπορούμε να διακρίνουμε κάποιες αριστερές ιδέες... Μέσα από δύο ηχεία ακούγεται σε χαμηλή ένταση η μουσική που παίζει στο κασετόφωνο, τζαζ στο στυλ West Coast: Τζέρρυ Μάλλιγκαν, Τζίμμυ Τζιούφρε, Μπαντ Σανκ, Τσίκο Χάμιλτον..."


Και λίγες σελίδες παρακάτω μας τον περιγράφει στο σαλόνι του με ακόμη περισσότερες λεπτομέρειες:
"...κάθισε στον καναπέ και άναψε ένα Gitane φίλτρο με τον Κρίκετ του. Μετά πήγε στη γωνία να ανοίξει το στερεοφωνικό μάρκας Sanyo και να βάλει χαμηλά Σέλλυ Μαν. Τα τετραφωνικά ηχεία του εξέπεμπαν σιγανά την απαλή μουσική. Ο Ζερφώ κάπνιζε και κοίταζε το καθιστικό, όπου ένα μέρος μόνο του συστήματος φωτισμού, το πιο διακριτικό, φώτιζε αυτή την ώρα το χώρο. Έτσι που ένα θελκτικό ημίφως έλουε τις ασορτί με τον καναπέ πολυθρόνες, το τραπεζάκι, τους πλαστικούς κύβους -σπασμένο άσπρο χρώμα- πάνω στους οποίους υπήρχε μια κασετίνα με τσιγάρα, ένα φωτιστικό σαν μανιτάρι από πορτοκαλοκόκκινο πλαστικό, οι τελευταίες Express, Point, Nouvel Observateur και Monde, η αμερικάνικη έκδοση του Playboy, το Echo des Savanes, και άλλα περιοδικά. Και τη δισκοθήκη, όπου μπορούσε κανείς να βρει δίσκους συμφωνικής μουσικής, όπερας και τζαζ West Coast αξίας τεσσάρων ή πέντε χιλιάδων φράγκων. Και τα εντοιχισμένα ράφια από ξύλο τικ, τα οποία είχαν πάνω τους εκατοντάδες βιβλία, δηλαδή όλα σχεδόν τα αριστουργήματα της γραφής που παρήγαγε η ανθρωπότητα καθώς επίσης και σαβούρες".





Αντί λοιπόν να μας περιγράψει τον Ζερφώ, μας περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τα αντικείμενα που τον περιβάλλουν, δίνοντας μάλιστα έμφαση στις μάρκες των προϊόντων, που ως σύγχρονος καταναλωτής προτιμά. Δηλαδή, πες μου τι καταναλώνεις, να σου πω ποιος είσαι.
Αλλά ας επανέλθουμε στον περιφερειακό του Παρισιού...

"Την αιτία για την οποία ο Ζωρζ ξεχύνεται έτσι στον περιφερειακό, με μειωμένα αντανακλαστικά και ακούγοντας αυτή τη μουσική, θα πρέπει να την αναζητήσουμε κατά κύριο λόγο στη θέση του Ζωρζ στο πλέγμα των παραγωγικών σχέσεων. Το γεγονός ότι ο Ζωρζ σκότωσε τουλάχιστον δύο ανθρώπους στη διάρκεια του έτους δεν έχει να κάνει. Αυτό που συμβαίνει τώρα συνέβαινε καμιά φορά και στο παρελθόν".


Κι εδώ μπορεί μεν ο Ζωρζ να ξεχύνεται... αλλά ο δημιουργός του απογειώνεται.






Ο Ζωρζ Ζερφώ στέλεχος μιας εταιρείας, που στα νιάτα του υπήρξε ενεργό μέλος κάποιας αριστερίστικης οργάνωσης, δείχνει να έχει στην κατοχή του, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '70, όλα όσα θα ζήλευε "κάθε άνθρωπος του καιρού του" : Ωραίο σπίτι, ακριβό αυτοκίνητο, πανέμορφη γυναίκα, δυο κοριτσάκια και διακοπές κάθε καλοκαίρι στον Γαλλικό Νότο... Κι ξαφνικά ο δημιουργός του αποφασίζει να του τινάξει στον αέρα αυτή την αξιοζήλευτη "ευτυχία", βάζοντας μια νάρκη εκεί ακριβώς, που κανείς δεν θα το περίμενε: πίσω από μια καλή πράξη, που τόσο απρόθυμα έκανε ο Ζερφώ. Ένα βράδυ ενώ επέστρεφε σπίτι από τη δουλειά του σταμάτησε το αυτοκίνητό του, χωρίς μάλιστα να έχει καμιά διάθεση, για να βοηθήσει κάποιον που είχε ένα σοβαρό ατύχημα. Έκτοτε, μπήκε στο στόχαστρο δύο επαγγελματιών δολοφόνων που δεν άφησαν σπιθαμή για σπιθαμή της Γαλλίας χωρίς να τον αναζητήσουν. Και ο αξιολύπητος πια Ζερφώ θα κινδυνεύσει να πνιγεί και να σκοτωθεί από τις σφαίρες τους, θα πεταχτεί από ένα τρένο εν κινήσει, θα περιπλανηθεί με σπασμένο πόδι στις Γαλλικές Άλπεις και θα βρει καταφύγιο στην καλύβα ενός γέρου ξυλουργού για πολλούς μήνες... Ο Μανσέτ χωρίς κανένα έλεος τον παίρνει από την τόσο τακτοποιημένη αλλά κενή, μεσοαστική του ζωή και τον πετά στην ερημιά για να δούμε ίσως, αν θα αντιδράσει ως άλλος Thoreau στα δάση του Walden στα 1850.







Αλλά άλλο πράγμα τα μέσα του 19ου αιώνα κι άλλο τα τέλη του 20ου. Κι εκεί που θα περίμενε κανείς ο Ζερφώ να βιώσει μια υπαρξιακή κρίση που θα τον οδηγούσε σε μια αναθεώρηση της ζωής του, διαπιστώνουμε ότι η σύγχρονη ζωή και το "σύστημα" τον έχει τόσο απορροφήσει, που τίποτα δεν αλλάζει μέσα του. Και μπορεί, απρόσμενα εύκολα και μάλλον με ευχαρίστηση, να παράτησε την άδεια του ζωή χωρίς να ενδιαφερθεί στο παραμικρό για την τύχη της γυναίκας του ή των παιδιών του και να προσαρμόστηκε γρήγορα στις νέες συνθήκες, το ίδιο όμως εύκολα επέστρεψε πάλι στο "μαντρί" χωρίς τίποτα να έχει αλλάξει στην ουσία. Ο ήρωας του Μανσέτ κατάφερε να ξεφύγει από τους διώκτες του αλλά όχι από την καθημερινότητά του...

"Ίσως ο Ζωρζ να εκδηλώσει κάτι διαφορετικό από την υπομονή και τη δουλικότητα που εκδήλωνε πάντα. Είναι απίθανο. Κάποτε, υπό ασαφείς περιστάσεις, έζησε μια έντονη και αιματηρή περιπέτεια, και μετά, το μόνο που βρήκε να κάνει ήταν να επιστρέψει στο μαντρί. Και τώρα, κλεισμένος στο μαντρί,περιμένει. Το γεγονός ότι ο Ζωρζ μαζί με το μαντρί του γυρίζει γύρω από το Παρίσι με 145 χιλιόμετρα την ώρα δείχνει ότι ο Ζωρζ είναι άνθρωπος του καιρού του, όπως επίσης και του χώρου του".






Σημειώσεις: Ο πίνακας με το σαλόνι είναι του Roy Lichtenstein, ενώ ο επόμενος με το όπλο, τού Dave White. H φωτογραφία είναι από την κινηματογραφική εκδοχή του βιβλίου (Trois hommes a abattre) του Ζακ Ντερέ με τον Αλαίν Ντελόν και την Νταλιλά ντι Λαζαρό. Δυστυχώς, η ταινία είναι μετριότατη και ελάχιστη σχέση έχει με το βιβλίο. Παρόλ' αυτά, δεν μπόρεσα να μην βάλω μια φωτογραφία με τόσο ωραίους πρωταγωνιστές... Στην τελευταία φωτογραφία είναι βέβαια ο συγγραφέας. Το μότο είναι από το "Ουώλντεν" του Θορώ, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις "Διεθνής Βιβλιοθήκη" και "Κέδρος": "Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν ζωές σιωπηλής απελπισίας". Ο Μεντελέγιεφ στον Περιοδικό του πίνακα είχε προβλέψει να υπάρχουν συγκεκριμένες κενές θέσεις για τα στοιχεία που θα ανακαλύπτονταν στο μέλλον. (17/20)

6 σχόλια:

δύτης των νιπτήρων είπε...

Και σε ωραία κόμικ εκδοχή του Ταρντί -όπου όμως ένα ντεσεβώ (νομίζω) του βιβλίου, προς το τέλος, μετατράπηκε σε ρενώ κατρέλ, το παλιό αμαξάκι μου.

ναυτίλος είπε...

Αγαπητέ δύτη... σ' ευχαριστώ για το βιβλιογραφικό συμπλήρωμα. Θα πρέπει να προμηθευτώ κι αυτή την εκδοχή για να διαπιστώσω αν ο Ταρντί διασώζει το πνεύμα του βιβλίου ή δημιουργεί κάτι διαφορετικό.

Μύρων Κατσούνας είπε...

Τι πιο ωραίο και ειρωνικό να σκιαγραφείς αντί του χαρακτήρος του μικροαστού, τα lacrimae rerum...

ναυτίλος είπε...

Πράγματι...

Johnny Panic είπε...

Παρά και ενάντια στις απαιτήσεις των κριτικών λογοτεχνίας,εμένα μου αρέσουν πολύ οι ήρωες που ΔΕΝ εξελίσσονται...

ναυτίλος είπε...

Τζόνι, τους βρίσκω και γω, πολύ συχνά πιο ενδιαφέροντες. Και αλήθεια, πόσοι, σε τελευταία ανάλυση, στην πραγματική ζωή εξελίσσονται;