Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Τρία δωμάτια στο Μανχάταν

Ζωρζ Σιμενόν, εκδ. Άγρα, μτφ. Αργυρώ Μακάρωφ.


"Από σάρκα και χρόνο πλασμένοι"

Π. Μπουκάλας











Όταν συναντιούνται μέσα στη νύχτα σ' ένα μπαρ στο Μανχάταν, η Καίυ και ο Φρανσουά, είναι και οι δυο σε απόγνωση. Εκείνος, ένας Γάλλος γύρω στα πενήντα, έχει έρθει στη Νέα Υόρκη στην προσπάθειά του να ξεχάσει ότι η γυναίκα του τον άφησε για κάποιον νεαρό, εκείνη, διωγμένη από το δωμάτιο που μοιραζόταν με μια φίλη, δεν έχει καν ένα χώρο για να κοιμηθεί...

"Δυο φαρδιές λεωφόροι, σχεδόν άδειες, και κατά μήκος των πεζοδρομίων γιρλάντες με φώτα. Σε μια γωνία της διασταύρωσης, οι μακρόστενες τζαμαρίες μιας καντίνας φωτίζονταν με ένα φως βίαιο, επιθετικό, απίστευτης χυδαιότητας. Έμοιαζε μάλλον με μακρόστενο γυάλινο κλουβί, όπου έβλεπες τους ανθρώπους σαν σκουρόχρωμους λεκέδες, και όπου μπήκε ο Φρανσουά Κομπ, για να μην είναι πια μόνος. Κατά μήκος του ατέλειωτου πάγκου που ήταν φτιαγμένος από ένα κρύο πλαστικό υλικό, υπήρχαν ψηλά σκαμπό βιδωμένα στο πάτωμα. Δυο μεθυσμένοι ναύτες παραπατούσαν όρθιοι... Κάθισε τυχαία δίπλα σε μια γυναίκα, την οποία αντιλήφτηκε μόνο όταν ο σερβιτόρος με το λευκό σακάκι στάθηκε μπροστά του για να πάρει την παραγγελία. Η ατμόσφαιρα μύριζε πανηγύρι, λαϊκή χαλάρωση, νύχτες που σέρνεται κανείς χωρίς να αποφασίζει να πάει για ύπνο και επίσης μύριζε Νέα Υόρκη με το ζωώδες και συνάμα ήρεμο ξέδομά της."




Ο Σιμενόν μας οδηγεί μέσα στο Μανχάταν ακολουθώντας σα σκιά τις περιπλανήσεις του ζευγαριού. Από λεωφόρο σε λεωφόρο, από στενό σε στενό, από μπαρ σε μπαρ, από δωμάτιο σε δωμάτιο... Δύο μοναξιές που πασχίζουν να ενωθούν στην πιο πυκνοκατοικημένη αλλά και πιο μοναχική πόλη της Αμερικής. Ένα στα δύο διαμερίσματα αυτής της πόλης κατοικείται από έναν μόνον άνθρωπο, λένε οι στατιστικές και στο μυθιστόρημα του Σιμενόν η αποξένωση και η μοναξιά της μεγαλούπολης αναδεικνύονται με τρόπο υποβλητικό καθώς ο Κομπ τριγυρνά ακατάπαυστα ανάμεσα στα γκρίζα κτίριά της.

"Και όλα αυτά που έβλεπε γύρω του, αυτό το προσκύνημα σ' αυτόν τον γκρίζο κόσμο, με τους μαύρους που πηγαινοέρχονταν κάτω από τα φώτα, με τα μαγαζιά, τα σινεμά με τις φωτισμένες γιρλάντες, τις καντίνες με τα λουκάνικα ή τα λιγωτικά γλυκά τους, όλα αυτά τα μηχανήματα που βάζεις κέρματα για να ακούσεις μουσική ή για να εκσφενδονίσεις μπίλιες σε τρυπούλες, όλα όσα μπορεί να επινοήσει μια πόλη για να ξεγελάσει την ανθρώπινη μοναξιά...
Μια αγωνία που την κουβαλούσε από τετράγωνο σε τετράγωνο, με τις πολυκατοικίες σαν κύβους από τούβλα, που τις προσόψεις τους τις κάλυπταν σιδερένιες σκάλες πυρασφάλειας, και σε κάνουν να αναρωτιέσαι, όχι τόσο πού βρίσκουν το κουράγιο και ζουν εκεί μέσα οι άνθρωποι, πράγμα που είναι αρκετά εύκολο, αλλά το κουράγιο να πεθάνουν εκεί."





Σ' αυτό το αξιόλογο, ατμοσφαιρικό του έργο ο Βέλγος συγγραφέας βάζει τον ήρωά του να περνάει απ' όλα τα στάδια του έρωτα: Από την ανεξήγητη έλξη, στον πόθο και τέλος στον απόλυτο έρωτα μέσα από την παρανοϊκή ζήλεια αλλά και τον φόβο μην χάσει το αντικείμενο του πόθου του... Κι όλα αυτά μέσα στο κλειστοφοβικό, αποπνικτικό και σαρκοβόρο Μανχάταν, που τελικά μόνον ο έρωτας μπόρεσε να δαμάσει.

"Αύριο θα ήταν μια καινούρια μέρα, κι αυτή η ημέρα ήδη ξημέρωνε, ακούγονταν από μακριά οι θόρυβοι της πόλης που ξυπνάει. Για ποιο λόγο να βιάζονταν; Αυτή η μέρα ήταν η δική τους, και όλες οι υπόλοιπες που θα ακολουθούσαν, όπως και η πόλη, αυτή ή κάποια άλλη, δεν θα μπορούσε να τους φοβίσει πλέον."



Ο Σιμενόν αποδεικνύει για μια ακόμη φορά ότι τα καταφέρνει θαυμάσια και εκτός αστυνομικής λογοτεχνίας. Και λέω ακόμη μια φορά καθώς έχει προηγηθεί πριν από μερικά χρόνια η ανάγνωση του επίσης αξιόλογου "45 βαθμοί υπό σκιάν". Το "Τρία δωμάτια στο Μανχάταν" δημοσιεύτηκε το 1946. Είναι το πρώτο που έγραψε αμέσως μετά τη γνωριμία με τη δεύτερη σύζυγό του, την Denyse Quimet, στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου εγκαταστάθηκε στα τέλη του 1945 και αναμφίβολα περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία.
Το 1965 ο Μαρσέλ Καρνέ το μετέφερε με εξαιρετικό τρόπο στον κινηματογράφο. Πρωταγωνιστές ήταν ο Μωρίς Ρονέ και η Αννί Ζιραρντό.










Σημειώσεις: Λόγω του θέματος ο Έντουαρντ Χόππερ είχε την τιμητική του σ' αυτήν την ανάρτηση. Και οι τρεις πίνακες είναι δικοί του. Ο πρώτος είναι λεπτομέρεια από τον περίφημο "Nighthawks" (1942). Απέφυγα να τον βάλω ολόκληρο καθώς τον είχα ξαναχρησιμοποιήσει στην ανάρτησή μου για τον Μπερνέτ και τα "δικαιώματα" θα είχαν μεγαλύτερο κόστος... Το μότο είναι στίχος του Παντελή Μπουκάλα από το ποίημά του: "Ραγδαία ακινησία" ("Ρήματα", εκδ. Άγρα). Η ταραχώδης σχέση του Σιμενόν με την Ντενίζ είχε τραγικό τέλος: Η Ντενίζ οδηγήθηκε σταδιακά στην ψύχωση ενώ η κόρη τους Μαρί-Τζο αυτοκτόνησε. (15/20)

7 σχόλια:

Johnny Panic είπε...

Έχεις δίκιο,πράγματι ο Σιμενόν τα καταφέρνει θαυμάσια εκτός αστυνομικής λογοτεχνίας! Και τι κρίμα που συνήθως τον γνωρίζουν ως έναν τυπικό της εκπρόσωπο του είδους,ΑΝ τον γνωρίζουν βέβαια,μια που πρόσφατα διαπίστωσα προς μεγάλη μου έκπληξη ότι στη γενιά μου η φήμη του Βέλγου έχει ξεφτίσει,έχει σχεδόν αφανιστεί! Πρόσφατα διάβασα τον εκπληκτικό του "Γάτο",όπου ο Σιμενόν,αφήνοντας κατά μέρος τις αστυνομικές πλοκές,κινείται και περιελίσσεται αιλουροειδώς στο ακανθώδες πεδίο μιας αιμάσσουσας σχέσης άνδρα-γυναίκας,θυμίζοντας συχνά την έμφυλη φοβερότητα ενός Στρίντμπεργκ.Από την άλλη,αστυνομεύει ο άτιμος εκεί που δεν τον περιμένεις,ερευνώντας,ανιχνεύοντας και αναλύοντας με ντεντεκτιβίστικη επιμονή τα μικρά καθημερινά εγκλήματα πίσω από τις πόρτες μιας μεσοαστικής κατοικίας,αυτούς τους αθόρυβους και "αφανείς φόνους" για τους οποίους τόσο ενδιαφερότανε η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν.Το σίγουρο είναι πώς είτε αλλάζει διαδοχικά τόπους και τοπία,είτε τοπογραφεί την οικιακή κόλαση ενός ζευγαριού,ο Σιμενόν είναι ένας παμπόνηρος γάτος της λογοτεχνίας,ο οποίος εξαχνώνεται εκεί που νομίζαμε ότι τον τσακώσαμε,αφήνοντας μονάχα,ως άλλος γάτος του Λ.Κάρολ,μετέωρο το αινιγματικό του χαμόγελο.Ώσπου να σβήσει κι αυτό.

ΥΓ: Αν κρίνω από τα αποσπάσματα που παραθέτεις,ο Χόπερ πάει τρελά στο μυθιστόρημα! Επίσης,γουστάρω πολύ Μωρίς Ρονέ,ελπίζω κάποια στιγμή να δω και την ταινία...

ναυτίλος είπε...

Αγαπητέ Τζόνυ, ελπίζω να πέταξες τον χαρταετό και να μην έφερε η πτήση του αποτελέσματα αντίστοιχα με αυτά του φίλου Ρακά (πορτατίφ)...
Εγώ προτίμησα να περάσω τη μέρα μου τριγυρισμένος από φίλους "χάρτινους" χουχουλιάζοντας...
"I am madness maddened" αναφώνησε μόλις ο Αχαάβ ... στενός φίλος των τελευταίων ημερών....
Ο ¨Γάτος" δε θ' αργήσει... Όσο για τον Μωρίς Ρονέ τον λατρεύω. Είναι ο πιο αγαπημένος μου Γάλλος ηθοποιός... Κρίμα που 'φυγε νωρίς!

Johnny Panic είπε...

Αγαπητέ Ναυτίλε,ακόμα θυμάμαι τη βαρεμάρα που είχα παιδί όταν οι γονείς μου με σέρνανε για να πετάξουμε με το στανιό χαρταετό.Τους λέκιαζα την Καθαρά Δευτέρα με τη γκρίνια μου.Άσε που ποτέ δεν έφτανε στα ύψη που φανταζόμουν,ο αναθεματισμένος.Όπως καταλαβαίνεις,το ποίημα του Ρακά μού ήρθε κουτί! Σπεύδω να το προωθήσω μέσω mail!

Ανώνυμος είπε...

Υπέροχος ο Γάτος όμως η επιμέλεια εκδόσεων Αγρα έχει πάρα πολλά λάθη που μπερδεύουν.

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΧΩΡΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ είπε...

@Johnny Panic
Κρατώ στα χέρια μου τον "Γάτο".

Johnny Panic είπε...

Άνθρωπε,εγώ έναν σκύλο βλέπω :)

Ελπίζω πάντως να σου αρέσει,μη φάω βρίσιμο μετά...

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΧΩΡΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ είπε...

@Johnny Panic
Συγνώμη, ξέχασα να σας ενημερώσω ότι το σκυλάκι μου το φωνάζω "Γάτο".*
Καλό σας βράδυ
*Αν και είναι θηλυκό.