Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Λυσσασμένες αλεπούδες

Δημήτρης Πετσετίδης, εκδ. Κέδρος.


 
"Δάκρυα πολλά με καίγανε, μονάχος κι έγραφα, τι ήμουν εγώ, μιλώντας έτσι με,

χρόνια και χρόνια ζωντανεύοντας χαμένα πρόσωπα, κι απ' τα παράθυρα έμπαινε

δόξα, χρυσό σκοτεινιασμένο φως, τριγύρω μπάγκοι και τραπέζια και
 
παράθυρα, καθρέφτες ως τον κάτου κόσμο..."


Έτσι ξεκινάει ο συγκλονιστικός "Νεκρόδειπνος" του Τάκη Σινόπουλου για να συνεχίσει με το προσκλητήριο των νεκρών του. Μνήμες Εμφυλίου ξεδιπλώνονται και στην εξαιρετική συλλογή διηγημάτων του Δημήτρη Πετσετίδη. Άλλοτε διηγείται ιστορίες που ανήκουν αποκλειστικά στα κατοχικά ή μετακατοχικά χρόνια κι άλλοτε με αφορμή κάτι σημερινό, ταξιδεύει πάλι στα χρόνια που σημάδεψαν την παιδική του ηλικία. Άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά που ο Λάκωνας συγγραφέας ασχολείται με τον Εμφύλιο. Ιστορίες για αναίτιους φόνους, εκτελέσεις, προδοσίες, ανομολόγητες ενοχές... Όλες μέσα σε μια ατμόσφαιρα θανάτου και βίας. Ολόκληρη η συλλογή είναι ποτισμένη απ' το αίμα εκείνων των ζοφερών χρόνων. Τόσο αίμα, που λέρωσε ακόμα και το εξώφυλλο...






"Πήραμε τον ανήφορο, στάχτη παντού, καμένο χώμα, σίδερο, πάνω στις πόρτες ένα μαύρο Χ και τόξερες εδώ πέρασε ο θάνατος, μέρες και νύχτες με τα πολυβόλα που θερίζαμε
 
κι άκουγες ωχ και τίποτ' άλλο. Κι ήρθανε
 
πολλοί. Μπροστά τους ο Τζαννής, ο Παπαρίζος, ο Ελεμίνογλου, πιο πίσω ο Λαζαρίδης, ο Φλασκής, ο Κωνσταντόπουλος -σε τι εκκλησιές τους διάβασαν, τους θάψανε, κανείς δεν ξέρει σε τι χώματα..."


Ο συμβολαιογράφος Θεόδωρος Δριτσανάκης υπήρξε ένας σοβαρός και ευυπόληπτος συμπολίτης που φρόντιζε στοργικά σύζυγο και παιδιά. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί τι κοχλάζουσες ενοχές έκρυβε μέσα του, στο αριστουργηματικό διήγημα: "Μάρτυς κατηγορίας"; Πού να 'ξερε η Ελληνοαμερικανίδα εγγονή, στη "Δολοφονία ενός προέδρου", τι προδοσία και πόσο αίμα αδελφικό βρίσκεται πίσω από τον τρόπο με τον οποίο κληρονόμησε το πατρογονικό της σπίτι στο χωριό; Ποιος θα φανταζόταν πόση εγκληματική αιματοχυσία κρύβουν οι φλυαρίες ενός γεροντάκου στο "Είκοσι φορές εις θάνατον"; 
 




"Χαντάκια, σκουπιδότοποι, μαύρες μανάδες ολολύζοντας, ποιον σκότωσες εσύ, ποιον σκότωσες εσύ, πόσους σκοτώσαμε;"

Η αφήγηση του Πετσετίδη είναι λιτή και ο τόνος ελεγειακός. Θα τολμούσα να πω, χωρίς πιστεύω να υπερβάλλω, ότι υπάρχουν στιγμές που η γραφή του γίνεται ιδιαίτερα λυρική. Επιπροσθέτως, δεν της λείπει ο σαρκασμός και το χιούμορ, ως αντίβαρο στη ζοφερή και απαισιόδοξη ματιά του, ενώ η νοσταλγία για τον τόπο των παιδικών του χρόνων και τη χαμένη αθωότητα εκείνης της ηλικίας είναι πανταχού παρούσα. Όλα τα διηγήματα είναι αξιόλογα, ενώ πολλά απ' αυτά είναι τόσο καλά που τα διάβασα και δυο και τρεις φορές για να τα χαρώ. Κάποια μάλιστα, τα επέλεξα για οικογενειακή ανάγνωση.  
 



 
 
"Τόσο αίμα και τα χέρια του Λουκά, κι άλλα τόσα κομένα σύρριζα, τα βρίσκαμε στη ρεματιά μετά απο μήνες φεύγοντας,
 
σήμερα εδώ, τη νύχτα αλλού,
 
φονιάδες, καταδότες, κλέφτες και μοιχοί, φαντάροι, χωροφύλακες, νοικοκυραίοι και μαγαζάτορες
 
κι άλλοι πολλοί καβάλα στον καιρό..."
 
 
Πάλι για τον Εμφύλιο θ' ακούμε ιστορίες; Τι νόημα έχει στην εποχή μας να ανατρέχουμε σε κείνα τα χρόνια;
Στ' αλήθεια, είμαστε τόσο βέβαιοι ότι αυτά δε θα επαναληφθούν; Πίσω από τις διηγήσεις του Πετσετίδη διαισθάνομαι την ειρωνεία για την περίφημη Εθνική Συμφιλίωση, που έχει λάβει χώρα τα τελευταία 40 χρόνια. Μήπως αυτή η συμφιλίωση είναι λέξη κενή; Πιστεύω ακράδαντα ότι ιστορίες σαν αυτές του Πετσετίδη είναι απαραίτητες, για να μας θυμίζουν τι υπήρξαμε δυο γενιές πριν. Για να μην ξεχνάμε ότι ανάμεσά μας υπάρχουν "λυσσασμένες αλεπούδες". Ίσως κι εμείς ν' ανήκουμε σ' αυτές...
 
 
 

 
Θα τελειώσω την ανάρτηση με ένα απόσπασμα από την αρχή του διηγήματος: "Ο γερο-Ξεφτέρης". 
 
"Τα φραγκόσυκα τρώγονται κρύα. Έτσι, ξυπνούσαμε με το χάραμα, παίρναμε ένα μαχαίρι κι ένα πηρούνι, κόβαμε μια κλάρα από σκίνο για να τινάζουμε τ' αγκάθια και ανηφορίζαμε κατά το Μακροσπήλιο, στις φραγκοσυκιές. Ο πόλεμος είχε τελειώσει, αλλά εμείς δεν είχαμε ιδεί ακόμη τι θα πει ειρήνη. Τα φύλλα κάθε φραγκοσυκιάς ήσαν γεμάτα από χαραγμένα αρχικά ονομάτων και ημερομηνίες. Περνούσαν οι χίτες την ημέρα, άφηναν τα επισκεπτήριά τους με τους σουγιάδες, περνούσαν οι αντάρτες τις σεληνόφωτες νύχτες, χάραζαν κι αυτοί το όνομά τους πάνω στα φύλλα. Και οι φραγκοσυκιές, απτόητες, συνέχιζαν να καρποφορούν, χωρίς να επηρεάζονται από τέτοια τραύματα, όσο πολλά κι αν ήσαν αυτά".


 
 
 
 
Σημειώσεις: Τα αποσπάσματα με τους μωβ χαρακτήρες, που είναι εμβόλιμα στην ανάρτηση, προέρχονται από τον "Νεκρόδειπνο" του Σινόπουλου (εκδ. Ερμής). Η δεύτερη και τρίτη φωτογραφία από τον Εμφύλιο, είναι του Κώστα Μπαλάφα. Η πρώτη, που εικονίζει  Εγγλέζους στρατιώτες στα περίχωρα των Αθηνών, είναι μια σπάνια φωτογραφία που ανακάλυψα στο διαδίκτυο. Στην τελευταία εικονίζεται ο συγγραφέας. (17/20)
 

4 σχόλια:

Dimitrios Raptakis είπε...

Αγαπητέ Ναυτίλε, καλό φθινόπωρο!

Πολύ χαίρομαι που θυμήθηκες τον Πετσετίδη. Τον θεωρώ από τους πολύ καλούς διηγηματογράφους μας. Η φράση του είναι απλή και ακριβής - ίσως στη μαθηματική του παιδεία να χρωστά την ικανότητά του να ονομάζει τα πράγματα καθαρά και ξάστερα με το όνομά τους. Απ' αυτή την απλότητα της γλώσσας του κι από τις υποβλητικές, παραστατικές του εικόνες, προκύπτει ίσως κι ο λυρισμός του.

Εχοντας διαβάσει και τις προηγούμενες συλλογές του από τις εκδόσεις Νεφέλη, θα έλεγα ότι οι Λυσσασμένες Αλεπούδες είναι λιγότερο υπαινικτικές, πράγμα που για μένα μειώνει την απόλαυση. Ας είναι.
Η δεύτερη εικόνα είναι, θαρρώ, από κλάμα στη Μάνη - το χωριό εξάλλου της γιαγιάς του συγγραφέα, οι μύλοι της Μπαρδούνιας, είναι ακριβώς η παλιά μεθόριος Μάνης και Λακωνίας...

ναυτίλος είπε...

Δημήτρη, καλό φθινόπωρο σου εύχομαι!
Πράγματι και οι προηγούμενες συλλογές του, από την Νεφέλη, υπήρξαν εξαιρετικές. Τις έχω διαβάσει, σχεδόν όλες, πριν από χρόνια και δεν μπορώ να τις θυμηθώ αυτή τη στιγμή για να κάνω σύγκριση. Μόλις όμως βρεθώ στο παράρτημα της βιβλιοθήκης μου, θα τους ρίξω μια ματιά και τα ξαναλέμε.
Η δεύτερη εικόνα είναι μέρος (το κεντρικό της θέμα) μιας μεγαλύτερης φωτογραφίας. Θρήνος της Δωροθέας Λίλλης (στα αριστερά), στα Γιάννενα το 1944, για τα θάνατο του άντρα της, Αναστάση Λίλλη, δάσκαλου κι έφεδρου αξιωματικού.

Dimitrios Raptakis είπε...

Ναυτίλε, έχεις δίκιο, στο fb είχα τη δυνατότητα να δω την πλήρη εικόνα.

Stratos Fountoulis είπε...

Καλημέρα σας, σήμερα ανέβηκε στις Στάχτες. http://staxtes.com/2003/?p=4999
Ευχαριστώ πολύ!