Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Ο θάνατος της Μπελ

Ζωρζ Σιμενόν, εκδ. Άγρα, μτφ. Βάνα Χατζάκη.



 
 
 
"Συμβαίνει καμιά φορά ένας άνθρωπος να πηγαινοέρχεται μέσα στο σπίτι του, να κάνει τις συνηθισμένες του κινήσεις, τις κινήσεις της κάθε μέρας, χαλαρωμένος, μόνος με τον εαυτό του, και, σηκώνοντας ξαφνικά τα μάτια, ν’ αντιληφθεί ότι οι κουρτίνες δεν είναι τραβηγμένες και ότι ο κόσμος τον παρακολουθεί απ’ έξω... Υπήρχε άνθρωπος στον κόσμο που θα μπορούσε να προβλέψει ότι η βραδιά εκείνη θα έμπαινε εν συνεχεία στο μικροσκόπιο, πως θα τον ανάγκαζαν να την ξαναζήσει κάτω από το μεγεθυντικό φακό, κυριολεκτικά σχεδόν σαν έντομο;"
 
Αυτό το απόσπασμα είναι κλασικός Σιμενόν! Οι πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος είναι αριστουργηματικές, σχεδόν σε υπνωτίζουν και σε βυθίζουν στη ζωή μιας αμερικανικής κωμόπολης της δεκαετίας του '50. Εδώ ακριβώς θα ήθελα να διαμαρτυρηθώ ενάντια σ' αυτούς που υποστηρίζουν ότι όταν διαβάζεις ένα σπουδαίο βιβλίο, δραπετεύεις από τη ζωή. Λάθος, μέγα λάθος! Δεν δραπετεύεις, βυθίζεσαι σ' αυτήν...
 
 
 
 
 
 
Η ύπαρξη του Σπένσερ Άμπυ, ενός γλυκομίλητου καθηγητή σε μια κωμόπολη κοντά στη Νέα Υόρκη, καταρρέει μια ωραία πρωία όταν ανακαλύπτεται, σε ένα δωμάτιο του σπιτιού του, νεκρή η Μπελ, η κόρη μιας φίλης της γυναίκας του που τη φιλοξενούσαν. Ο κύριος ύποπτος είναι ο ίδιος. Κανείς δεν τον κατηγόρησε επισήμως, αλλά αυτός ο αφελής άνθρωπος, ντροπαλός και με κάποια απωθημένα, θα βιώσει τον εξευτελισμό των αστυνομικών ανακρίσεων, τον εξοστρακισμό από τους συναδέλφους του και την έχθρα της μικρής πόλης. Όταν μαθαίνει ότι όλες οι κατηγορίες εναντίον του αποσύρονται, όλοι φαντάζονται ότι η υπόθεση τελείωσε. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή όμως, η ζωή του θα αρχίσει να κλίνει προς την τραγωδία.
 
Θα πίστευε κανείς ότι το μυθιστόρημα θα επικεντρωνόταν στην απόδειξη της αθωότητας του Σπένσερ και στην ανακάλυψη του πραγματικού ενόχου. Άλλωστε αστυνομικό μυθιστόρημα δεν είναι; Όποιος πιστεύει ότι τα καλύτερα βιβλία του Σιμενόν ανήκουν στην κατηγορία της αστυνομικής λογοτεχνίας, μάλλον δεν έχει διαβάσει Σιμενόν... Ε λοιπόν, στο "Θάνατο της Μπελ", κανείς δεν ασχολείται με την ανακάλυψη του ενόχου! Όλοι ασχολούνται με τον "αθώο" Σπένσερ, ακόμα και ο ίδιος ο Σπένσερ!

Τα βασικά θέματα του δαιμόνιου Βέλγου, εδώ, φτάνουν στο αποκορύφωμά τους: Πόσο πιο ένοχος είναι αυτός που έκανε το έγκλημα απ' αυτόν που το επιθύμησε; Πόσο μόνοι είμαστε κατά βάθος; Είναι τελικά ο κοινωνικός περίγυρός μας ένας κλοιός προστασίας και αλληλεγγύης ή ένας μηχανισμός καταπίεσης ικανός να μας οδηγήσει έως και την εκμηδένιση; Τι είναι αυτό που κατασκευάζει τον εγκληματία; Μια ταραγμένη παιδική ηλικία γεμάτη ψυχικά τραύματα; Μια επιβαρυμένη κληρονομικότητα; Η κοινωνία που μας περιβάλλει;





Η δολοφονία της Μπελ και η ακόλουθη κοινωνική απομόνωση του Σπένσερ, έσπασαν το προστατευτικό κέλυφος μες στο οποίο είχε καταφύγει ο ίδιος μαζί με όλα του τα απωθημένα. Τα παλαιά ψυχικά τραύματα επανεμφανίστηκαν. Έως τότε, η τελετουργική, μέχρι μανίας, καθημερινότητά του είχε λειτουργήσει ως φράγμα στις καταστροφικές επιθυμίες του. Ο Σπένσερ είναι ένας άντρας κατά βάθος ευνουχισμένος. Ο αυθορμητισμός, οι σεξουαλικές του επιθυμίες, ακόμα και τυχόν ερωτικές σκέψεις έχουν ακρωτηριασθεί... Μόνη διέξοδος ο ρεμβασμός προς Ανατολάς: η κατά μόνας παρατήρηση, εκ του μακρόθεν, της γοητευτικής ασιάτισσας, κυρίας Κατζ. Όσο η ιστορία εξελίσσεται, τόσο ο Σπένσερ δείχνει να εγκλωβίζεται στο πεπρωμένο του. Η σύζυγός του, Κριστίν, έχει εξαρχής πάρει τη θέση της μητέρας του, ενώ αυτός κάνει τα πάντα για να μην πάρει τη θέση του αυτοκαταστροφικού, αλκοολικού πατέρα του... Προς το τέλος, εντελώς αναπάντεχα, θα τολμήσει την εξέγερση, που όμως δεν θα τον οδηγήσει στην απελευθέρωση από την οικογενειακή κατάρα, αλλά αντίθετα θα προκαλέσει την καταστροφή του. Ο Σπένσερ, ως κλασικός ήρωας του Σιμενόν, δεν θα απελευθερωθεί παρά μόνο για να υποταχθεί ακόμα περισσότερο, σ' αυτό που πίστευε από την αρχή πως ήταν το πεπρωμένο του! 
 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
Σημειώσεις: Τα εικαστικά είναι έργα του Εδουάρδου Σακαγιάν. Στην τελευταία φωτογραφία ο Σιμενόν μπροστά από το σπίτι του στο Λέικβιλ, κοντά στη Νέα Υόρκη, όπου ζούσε την εποχή που έγραψε το έργο (1951). Αναρωτιέμαι βέβαια με τόσα βιβλία που έγραφε, πού έβρισκε το χρόνο να κλαδεύει... Όλες οι λεπτομέρειες δείχνουν ότι εκεί εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα, παρόλο που δεν κατονομάζεται η κωμόπολη του Κονέκτικατ. Το βιβλίο το διάβασα παράλληλα με το γαλλικό κείμενο. Η μετάφραση της Χατζάκη είναι εξαιρετική. Στη σελίδα 19, στο τέλος της τρίτης παραγράφου, λείπουν δύο σειρές άνευ ιδιαίτερης σημασίας ("Μέχρι στιγμής ο Μπομπ Μίτσελ δεν άξιζε περισσότερο από ένα 6 στην Ιστορία και ο Σπένσερ σημείωσε το ψηφίο με κόκκινο μολύβι"). Ο Τζούλιαν Μπαρνς σε ένα κείμενό του στην Guardian, το 2012, γράφει: "Η ζωή και το διάβασμα δεν είναι χωριστές δραστηριότητες. Η διάκριση είναι πλαστή. Όταν διαβάζεις ένα σπουδαίο βιβλίο, δεν δραπετεύεις από τη ζωή, βυθίζεσαι σ' αυτήν. Μπορεί να υπάρχει μια επιφανειακή απόδραση -σε διαφορετικές χώρες, ήθη, γλωσσικά σχήματα-, όμως αυτό που κατά βάθος κάνεις είναι να διευρύνεις τους τρόπους με τους οποίους κατανοείς τις λεπτές αποχρώσεις της ζωής, τα παράδοξά της, τις χαρές της, τους πόνους και τις αλήθειες της. Η ανάγνωση και η ζωή δεν εξελίσσονται ξεχωριστά -συμβιώνουν". Το κείμενο υπάρχει ως ένθετο, σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά, στην "Ιστορία του κόσμου σε 10 1/2 κεφάλαια", εκδ. Μεταίχμιο. (19/20)
 

3 σχόλια:

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ είπε...

Καλημέρα, Ναυτίλε.
Κι εγώ όταν το διάβασα και θέλησα να γράψω τη γνώμη-μου,
είδα (πάλι και πάλι) ότι ο Σιμενόν τεντώνει το αστυνομικό είδος στα όριά-του,
εξαρθρώνει την κλασική δομή
και μπαίνει συνειδητά στο ψυχολογικό μυθιστόρημα.
Τότε, λες πλέον, ότι η αστυνομική λογοτεχνία έχει μέλλον,
αφού αυτή μπορεί να αφήσει τα εξωτερικά γεγονότα
και να πιάσει την ψυχολογία του "θύτη"
κι έπειτα να μετατραπεί σε κοινωνική θεώρηση της περιθωριοποίησης.
Τα λες καλά.
Καλή εβδομάδα
Πατριάρχης Φώτιος

ναυτίλος είπε...

Τη θυμάμαι την κριτική σου. Ακριβώς όπως τα λες είναι. Και να σκεφτείς ότι πριν από καμιά δεκαριά χρόνια σνόμπαρα τα έργα του Σιμενόν. Ας είναι καλά η Άγρα που με έκανε τον ανακαλύψω...

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΧΩΡΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ είπε...

Μπα; Ο κ. Μπάρνς τα γράφει αυτά; «Όταν διαβάζεις ένα σπουδαίο βιβλίο, δεν δραπετεύεις από τη ζωή, βυθίζεσαι σ’αυτήν.» Βεβαίως, βυθίζεσαι στη ζωή των 600 ευρώ, όπου υπάρχει, στη ζωή της ανεργίας, στη ζωή των κατασχέσεων και των εξώσεων, στη ζωή της εργατικής ανασφάλειας, στη ζωή με ελλιπή παιδεία, στη ζωή με άθλια νοσοκομεία, στη ζωή των απολύσεων, στη ζωή της ανεξέλεγκτης αυθαιρεσίας των εργοδοτών, στη ζωή των αστέγων, στη ζωή των συσσιτίων, στη ζωή της ζωώδους αστυνομικής καταστολής.
Ευτυχώς που «η ανάγνωση και η ζωή δεν εξελίσσονται ξεχωριστά- συμβιώνουν». Μόνο που αυτά τα λόγια δεν έπρεπε να γράφονται, αλλά να λέγονται, έξω από τα γραφεία του ΟΑΕΔ στις ουρές των ανέργων, στα παιδιά που ρωτούν πως θα σπουδάσουν, στους ανασφάλιστους που συνωστίζονται στα κοινωνικά ιατρεία, σ’αυτούς που κλείνουν τα μαγαζιά τους, σ’αυτούς που δουλεύουν χωρίς συλλογικές συμβάσεις, που κάνουν το σταυρό τους γιατί παρέμειναν ακόμη μια μέρα στη δουλειά, σ’αυτούς που το μόνο που μπορούν να νοιώσουν είναι η ανάγκη να διαβάσουν τον οικογενειακό ισολογισμό, που πάντα βγαίνει ελλειμματικός, να διαβαστούν στις ουρές των εφοριών, του ΙΚΑ, στους διαδρόμους των νοσοκομείων, στους εργαζόμενους που απολύονται κατά εκατοντάδες με απόφαση ενός υπουργού.
Τότε θα καταλάβουμε ότι «Η διάκριση είναι πλαστή». Στα οργισμένα πρόσωπα των ακροατών μας.