Σάββατο, 20 Μαρτίου 2010

Η κλειστή ζωή

Κώστας Στεργιόπουλος, εκδ. Κέδρος, 2002



"Μπροστά μου στάθηκε πάλι ο ασάλευτος κόσμος.
Πώς να παλέψεις μ' αυτές τις πέτρες και τους βράχους;
Κάθε στιγμή καταποντίζεσαι
μες στη σιωπή και την ακινησία"

(Απ' τον "Ασάλευτο κόσμο")







"Η κλειστή ζωή", το μοναδικό μυθιστόρημα του ποιητή Κώστα Στεργιόπουλου, πρωτοεκδόθηκε το 1952. Με αφορμή την ανάγνωσή του είχα την ευκαιρία να επανεκτιμήσω την ποίησή του. Μες στο χάος της βιβλιοθήκης μου βρίσκονταν ξεχασμένοι οι δύο συγκεντρωτικοί τόμοι ποιημάτων του, που είχε εκδώσει η Νεφέλη πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια. Κρίνοντας από τις πολλές άκοπες σελίδες τους δεν θα πρέπει να μου είχαν κάνει τότε ιδιαίτερη εντύπωση. Αλλά φαίνεται ότι κάποια βιβλία με την πάροδο του χρόνου ωριμάζουν... Συλλογές όπως "Ο κίνδυνος" ή τα "Τοπία του ήλιου" περιέχουν εξαιρετικά ποιήματα. Κάνω αναφορά στην ποίησή του, γιατί πιστεύω ότι οι συλλογές της πρώτης περιόδου του και το μυθιστόρημά του συνιστούν ένα ενιαίο σύνολο.

"Η κλειστή ζωή" εκτυλίσσεται στην Άνδρο. Με πρόσχημα την προετοιμασία για μια συναυλία, που διοργανώνεται από εξέχοντα μέλη της τοπικής κοινωνίας, ο συγγραφέας συνθέτει ένα πορτραίτο της επαρχιακής και νησιωτικής ζωής.




Πρόκειται για έναν κόσμο "ασάλευτο". Το τέλμα της επαρχιακής ζωής, η νωχέλεια με την οποία αντιμετωπίζονται όλες οι καταστάσεις, τα ίδια πρόσωπα, οι ίδιοι δρόμοι, οι ίδιες κινήσεις ακόμα και οι ίδιες σκέψεις... Όλα αυτά συνθέτουν το μινιμαλιστικό κόσμο της "Κλειστής ζωής". Ο αναγνώστης ακολουθεί κι αυτός τα κύρια πρόσωπα που κινούνται μες στην ακινησία της και το μόνο που αλλάζει, δημιουργώντας κι ανάλογες διαθέσεις στον ψυχικό κόσμο των ηρώων της, είναι η φύση. Ο ουρανός, η γαλήνια ή τρικυμισμένη θάλασσα, ο άνεμος, η βροχή, ο ήλιος και το σκοτάδι γίνονται τελικά οι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος. Αυτά ορίζουν την εξέλιξη αλλά και το πολύ ωραίο τέλος του έργου. Μοναδική εξαίρεση σ' αυτό το τοπίο αποτελεί ο Αργύρης, ο μουσικός που προέρχεται από την αστική ζωή της Αθήνας και βιώνει με καρυωτακική απόγνωση την ασφυξία της ελληνικής επαρχίας.

"Οκτώβρης μήνας, κι από τις τρεις είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει με το ύφος κάποιων παλιών απογευμάτων. Μέσα στο φαρμακείο, όλα ήταν βυθισμένα σ' ένα θαμπό μισόφωτο, σα να νύσταζαν ή σα να 'χανε κιόλας αποκοιμηθεί: και τα ντουλάπια, δεξιά κι αριστερά, κι εκείνη η μυρωδιά απ' τα πολυκαιρισμένα φάρμακα και τα κινίνα κι ο φαρμακοποιός, που καθόταν στη γωνία, στο γραφείο του και σώπαινε... Κι η ώρα είχε γίνει όμοια με όσες πέρασαν και με όσες θα 'ρχονταν, ώσπου να σκοτεινιάσει".

Ο Κώστας Στεργιόπουλος καταφέρνει με την απλή και ρεαλιστική του αφήγηση να δημιουργήσει μια υποβλητική ατμόσφαιρα. Ο αναγνώστης βυθίζεται κι αυτός, σχεδόν ναρκωμένος, στα στάσιμα νερά της "Κλειστής ζωής". Η υπαινικτική γραφή, το πικρό χιούμορ, το ξετύλιγμα των μικρολεπτομερειών, και η αντιστικτική ενορχήστρωση των περιγραφών της φύσης συνθέτουν το αξιόλογο αυτό μυθιστόρημα.







Αναμφίβολα ο Στεργιόπουλος δούλεψε τη δομή του έργου του ως συνθέτης. Η μουσική αίσθηση είναι έντονη από την αρχή έως το τέλος του βιβλίου. Οι ήχοι, οι σιωπές, οι επαναλαμβανόμενες φράσεις και οι εναλλαγές του ρυθμού της αφήγησης μου έφερναν στο νου μουσικές συμφωνίες.

Το μυθιστόρημα οδηγείται στην κορύφωσή του με τη συναυλία. Όλοι αλλά και όλα δείχνουν από την αρχή να προετοιμάζουν, εν μέσω δισταγμών, αναβολών ή και ματαιώσεων, το μέγα αυτό γεγονός, που εκτυλίσσεται, με αλλαγή του tempo σε presto, μέσα σ' ελάχιστες σελίδες...

"Αύριον και περί ώραν την έκτην απογευματινήν, δίδεται εις τον κήπον της Λέσχης η προ καιρού αναγγελθείσα επίδειξις της χορωδίας και μανδολινάτας".

Αλλά βέβαια, κάθε υποψιασμένος αναγνώστης θα αμφέβαλε για την αίσια έκβαση του όλου εγχειρήματος...




"Η μικρή, θαλασσιά αυλαία έμενε πάντα κλειστή. Πότε-πότε, αλαφροφύσαγε κι ανασηκωνόταν, και τότε έβλεπες μερικά βιαστικά πόδια να τρέχουν, άκουγες κάμποσες φωνές να λένε κάτι σε τόνο ερωτηματικό, αλλά ίσαμε να ξεχωρίσεις καλά-καλά τις κουβέντες, ένα χέρι έσφιγγε τις δυο άκρες, στο σημείο που άνοιγαν, κι όλα πάλι έμεναν άγνωστα και κρυμμένα πίσω απ' τη μικρή, θαλασσιά αυλαία".




Σημειώσεις: Το μότο είναι από ποίημα του Στεργιόπουλου. Η πρώτη φωτογραφία είναι από τη Χώρα της Άνδρου ενώ ο πίνακας στο τέλος είναι του Έντουαρντ Χόπερ.Tempo είναι η ταχύτητα με την οποία παίζεται η μουσική και presto σημαίνει γρήγορα.(15/20)

Δεν υπάρχουν σχόλια: