Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Ο άχρηστος Δημήτρης

Γιώργος Συμπάρδης, εκδ. Κέδρος, 1998.


"Time is flowing in the middle of the night"

Alfred Tennyson












"Ο άχρηστος Δημήτρης" είναι η ιστορία μιας μακρόχρονης φιλίας ανάμεσα στον Γιώργο, που είναι δικηγόρος και τον Δημήτρη, πρώην σερβιτόρο, μπάρμαν, ναυτικό κι ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς... Τον Δημήτρη, που παραπαίει από σχέση σε σχέση με τον ίδιο τρόπο που βρίσκεται απ' το 'να επάγγελμα στ' άλλο. Με τις γυναίκες να κάνουν γαϊτανάκι γύρω του ενώ αυτός προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει το δρόμο του στη ζωή.

- Βόηθα με, Γιώργο μου, γιατί εγώ είμαι άχρηστος, μου έλεγε. Μ' ακούς; Άχρηστος. Είμαι άχρηστος, άχρηστος, άχρηστος...

Άντε τώρα στις πέντε και στις έξι το πρωί να τον παρηγορήσεις. Να βρεις τα κατάλληλα επιχειρήματα για να τον πείσεις ότι δεν ήταν καθόλου άχρηστος. Πρώτα απ' όλα ήταν όμορφος, ο πιο γοητευτικός άνδρας που κυκλοφορούσε στην Αθήνα. Στο πρόσωπο και στο σώμα του συγκεντρώνονταν όλα αυτά που η ποικιλία της φύσης, τυχαία αλλά και πολύ σπάνια, επιφυλάσσει σε ένα και μόνο πλάσμα της... Η μορφή του, ιδίως όταν έκλαιγε, η μορφή του σου έφερνε κι εσένα δάκρυα στα μάτια. Και τι δεν είχε ο Δημήτρης. Έπειτα, ποιο πλάσμα του Θεού είναι άχρηστο;








Η ιστορία αρχίζει κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '70 και τελειώνει περίπου στα μέσα του '80. Οι δύο πρωταγωνιστές τριγυρίζουν στην Αθήνα, γνωρίζουν και σχετίζονται με διάφορους ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες, που αργότερα τους ξεχνάνε κι η ιστορία πάει λέγοντας... Τη μια σ' ένα μπαρ, την άλλη σε μια χαρτοπαιχτική λέσχη κάπου στα Πατήσια, αργότερα σε ένα μπουρδελοξενοδοχείο στο Σκαραμαγκά, ακόμα και στον Πόρο σε ένα αγρόκτημα με κάθε καρυδιάς καρύδι... Ιστορίες μικρές, άλλοτε γοητευτικές, άλλοτε ενδιαφέρουσες κι άλλοτε ανούσιες, οι περισσότερες όμως ανολοκλήρωτες, όπως άλλωστε είναι και οι περισσότερες ιστορίες στη ζωή. Ιστορίες που τελικά συνθέτουν τον έξοχο καμβά πάνω στον οποίο υφαίνεται η σχέση των δύο φίλων.

Διαβάζοντας το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Συμπάρδη είχα μια αίσθηση μουσική. Μικρές μελωδικές γραμμές που διαδέχονται η μία την άλλη και λειτουργούν αντιστικτικά προς το κύριο θέμα του βιβλίου: Τη λανθάνουσα ομοφυλοφιλική σχέση του Γιώργου και του Δημήτρη.Ο κύριος όμως πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος είναι ο χρόνος. Οι ιστορίες διαδέχονται η μία την άλλη, οι εικόνες εναλλάσσονται, πλήθος χαρακτήρων παρελαύνει στις σελίδες του βιβλίου, με το σιωπηλό κι αόρατο ποτάμι του χρόνου να κυλάει ανάμεσά τους αφήνοντας να εξελιχθεί η σχέση των δύο κεντρικών προσώπων. Γιατί αυτό ακριβώς είναι ο χρόνος: η διαδοχή. Όταν διάβασα και την τελευταία σελίδα του βιβλίου είχα την εντύπωση ότι τίποτα δεν τέλειωσε. Ότι όλα μπορούν κάλλιστα να συνεχιστούν με τους πρωταγωνιστές να ξαναβρίσκονται και να ξαναχάνονται κι ο κόσμος γύρω τους, σε τροχιές ηλεκτρονίων, να πυκνώνει και να αραιώνει...



Είναι το πρώτο βιβλίο του Γιώργου Συμπάρδη που διαβάζω. Άλλωστε μόνο τρία έχει γράψει, μέσα σε 25 περίπου χρόνια συγγραφικής πορείας. Η γραφή του είναι υπέροχη. Απλή, υπαινικτική, με χιούμορ, κυλά αβίαστα σαν τις ιστορίες του. Πρόκειται για ένα ιδιότυπο κράμα γραπτού και προφορικού λόγου, που ανασαίνει με μια φυσικότητα μοναδική, ζωντανεύοντας όλους τους χαρακτήρες. Τίποτα το εξεζητημένο, τίποτα επιτηδευμένο, τόσο απλό που ούτε το προσέχεις. Στο μυθιστόρημά του δεν υπάρχουν κορυφώσεις. Λίγα λέγονται για τα πρόσωπα και τις αναμεταξύ τους σχέσεις κι ακόμα λιγότερα επεξηγούνται. Κι όμως, το κλίμα μιας ολόκληρης δεκαετίας αποδίδεται θαυμάσια! Θεωρώ το επίτευγμά του σημαντικό και σπάνιο.



"Η Ρένα στο σκαμπό του μπαρ, όρθιος στο πόστο του πιο πέρα ο Δημήτρης και κάτι σαν αγγελιοφόρος τους κάτω στην αίθουσα, ένα μικρό κορίτσι. Ένα πλάσμα κοντοκουρεμένο και χειροδύναμο, φτιαγμένο από αέρα μάλλον, παρά από νερό, που δε φτούρησε για πολύ στο μαγαζί, αλλά που όσο καιρό δούλευε εκεί, έτρεχε συνεχώς και μιλούσε ακατάπαυστα, που εξαφανιζόταν κάθε δέκα λεπτά στην κουζίνα, σηκώνοντας τον τεράστιο δίσκο με τα χρησιμοποιημένα ποτήρια κι έφερνε στα τραπέζια πέντε πέντε τα ποτά, που έμπαινε μέσα σ' όλα κι έπαιρνε μέρος και διέκοπτε όλες τις συζητήσεις, προκειμένου να την προσέξουν, αφού ήταν γνωστό ότι κανείς δεν της έδινε, μέχρι που πήρε πόδι, καμία σημασία. Ας την περίμεναν όμως, γιατί αργά ή γρήγορα θα ξαναγύριζε -έτσι όπως όλα αυτά τα πλάσματα ξαναγυρίζουν σαν έρθει ο καιρός τους -και τότε θα έβλεπαν! Για το γυρισμό της ας μην είχαν την παραμικρή αμφιβολία την ημέρα που την έδιωχναν".







Σημειώσεις: Ο πρώτος πίνακας είναι του Γιάννη Τσαρούχη κι ο δεύτερος του Πέτρου Ζουμπουλάκη. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1998 από τον Κέδρο. Πριν λίγο καιρό επανακυκλοφόρησε από το Μεταίχμιο. Πρόσφατα εκδόθηκε και το τρίτο του βιβλίο: "Υπόσχεση γάμου". Το πρώτο του ήταν το "Μέντιουμ".(17/20)

3 σχόλια:

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ είπε...

Φίλε Ναυτίλε,
είπαμε ότι διαφωνούμε συχνά, αλλά αυτό δεν μειώνει σε τίποτα την αξία κάθε-μας συζήτησης.
Επί του προκειμένου τώρα:
1. περιγράφεις ένα μυθιστόρημα σαν να είναι ποίημα. Άλλος κώδικας, άλλη ατμόσφαιρα, άλλα εκφραστικά μέσα. Όχι ότι ένα μυθιστόρημα δεν μπορεί να δανειστεί λυρικά μέσα, αλλά...
2. Το σύνολο έργο επιμερίζεται, όπως λες, σε επιμέρους ιστορίες χωρίς αυτές να τελειώνουν ποτέ. Το όλο δηλαδή θυσιάζεται για το μέρος, κάτι που θα μπορούσε να διαρκέσει 1000 σελίδες αλλά και 80. Στη δεύτερη περίπτωση ίσως θα μπορούσα να δω το συνολικό σχέδιο και να παρατηρήσω και τις λεπτομέρειες, αλλά τώρα όχι.
3. Οι ήρωες, όπως λες, δεν είναι πρωταγωνιστές. Εγώ είδα μια μίμηση Ζορμπά, και αν στηριχτώ στις σκέψεις-σου, ούτε αυτοί μπορούν να σηκώσουν το βάρος ενός πολυσέλιδου μυθιστορήματος.
4. Προσωπικά αυτό που λες για απουσία κορύφωσης και λόγο καθόλου "εξεζητημένο, τίποτα επιτηδευμένο, τόσο απλό που ούτε το προσέχεις" εμένα μου φάνηκε, όταν το διάβασα, αρνητικό.

Τα επιχειρήματά-σου για την αξία του βιβλίου μπορούν κάλλιστα να γυρίσουν μπούμερανγκ εναντίον-του, αλλά προφανώς και τα δικά-μου να ιδωθούν από κάποιον άλλο ως αρετές του έργου.
Καλημέρα
Πατριάρχης Φώτιος

ναυτίλος είπε...

Αγαπητέ Φώτιε, είχα ακούσει κάποτε για την περίπτωση ενός φημισμένου κριτικού που καυχιόταν ότι μπορούσε με τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα να εγκωμιάσει ή να θάψει ένα έργο...
Ωστόσο μερικές παρατηρήσεις στα γραφόμενά σου:
1.Δεν θεωρώ το συγκεκριμένο μυθιστόρημα ποιητικό έτσι όπως το εννοείς. Μουσική αίσθηση μπορεί να έχεις και από ένα πεζό του Βαλτινού (το αριστουργηματικό "Κάθοδος των εννιά") ή από ένα μυθιστόρημα σαν το "Κιβώτιο"... Δεν είναι απαραίτητο να χρησιμοποιεί ο συγγραφέας κάποια από τα ποιητικά μέσα με την αυστηρή έννοια του όρου.
2.Ιδιαίτερη σχέση με Ζορμπά δεν βλέπω. Ο Γιώργος παρατηρεί τον Δημήτρη και σα μορφωμένος μας διηγείται την ιστορία που βασίζεται στη σχέση τους. Εδώ σταματάει και κάθε σχέση με τον Ζορμπά. Εκεί, ο αφηγητής είναι συγγραφέας με τη Θεία Κωμωδία πάντα στο πλάι του, με μεταφυσικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις ενώ μεγάλο μέρος του βιβλίου αναλώνεται στις μακριές συζητήσεις των δύο ηρώων περί ηθικής, θρησκείας κλπ κλπ. Στο βιβλίο του Συμπάρδη δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο. Το αντίθετο μάλιστα.
Και ο χαρισματικός εξηντάχρονος Ζορμπάς που τα "καταφέρνει" σε ένα σωρό τομείς δεν έχει και τόση σχέση με τον ταλαίπωρο Δημήτρη που ακόμα και στις γυναίκες αποδεικνύεται... άχρηστος!
Ωστόσο, γράφοντας αυτή τη στιγμή τα παραπάνω, θα μπορούσα να μιλήσω για έναν αντεστραμμένο Ζορμπά! Πάντως με τίποτα μίμηση!
3. Για μένα ο απλός (όχι απλοϊκός), ανεπιτήδευτος λόγος, αυτός στον οποίο δε κραυγάζουν οι εμμονές και οι προθέσεις του συγγραφέα (καμία πάλι σχέση με Καζαντζάκη), που έχει "σβηστεί" μέσα στο κείμενο του, είναι μέγα προσόν. Είναι και χάρισμα και προϊόν (φαντάζομαι) κοπιώδους προσπάθειας. Ίσως γι' αυτό οι συγγραφείς που το επιτυγχάνουν δεν γράφουν πολλά βιβλία. Αν δεν απατώμαι αυτό ήταν και το ιδανικό του Φλωμπέρ.
Με τα παραπάνω δε θέλω να πω βέβαια ότι δεν εκτιμώ τον Καζαντζάκη (αν και σε μερικά έργα του τον θεωρώ ξεπερασμένο). Αλλά άλλο είναι το θέμα μας...

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ είπε...

Καλημέρα Ναυτίλε.
Ακριβώς αυτόν τον "αντεστραμμένο Ζορμπά" είδα κι εγώ, χωρίς όμως να θεωρώ ότι πέτυχε ό,τι ήθελε να κάνει. Μη μου ζητήσεις λεπτομέρειες, είναι χρόνια που το έχω διαβάσει...

Από την άλλη,
φυσικά το Χ ύφος, η Ψ πλοκή, η Ζ ατμόσφαιρα, το τάδε τέχνασμα, η δείνα γλώσσα, η καθημερινότητα, κ.ο.κ. μπορεί να αρέσει σε έναν και σε έναν άλλο να μην αρέσει. Και μάλιστα με επιχειρήματα!

Θα μπορούσαμε λοιπόν να γράψουμε μια "κριτική" όπου θα συμφωνούμε ακριβώς στα ίδια σημεία, θα τα περιγράφαμε με απόλυτη ταύτιση και θα αφήναμε έναν επίλογο, όπου εσύ θα έγραφες ότι δεν σε ικανοποίησε το Τάδε έργο κι εγώ ότι με ικανοποίησε ή το ανάποδο...
Αυτή είναι η μαγεία αλλά και η ρευστότητα της λογοτεχνίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι επιμένω στα υποκειμενικά κριτήρια του καθενός που δεν σηκώνουν διάλογο.
Την ευλογία-μου
Πατριάρχης Φώτιος