Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Οδυσσέας - 4

Τζέημς Τζόυς, εκδ. Κέδρος, μτφ. Σωκράτης Καψάσκης.
James Joyce: Ulysses. Folio Society, 2004 (1926).
James Joyce: Ulysses. Penguin 1992 (annotated) (1960)



3. Πρωτέας

Ακτή Σάντυμαουντ, 11 το πρωί.




"Ο σκύλος τους ξεμάκρυνε κατά την αμμώδη απλωσιά, τρέχοντας, μυρίζοντας προς όλες τις μεριές. Ψάχνει για κάτι που χάθηκε στην περασμένη ζωή. Ξαφνικά, μ' ένα πήδημα λαγού, όρμησε με κατεβασμένα αυτιά, κυνηγώντας τη σκιά ενός γλάρου που πέταγε χαμηλά. Το συριστικό σφύριγμα του άντρα αντήχησε στα κρεμασμένα αυτιά του. Έστριψε το σώμα του, ξαναπήδησε, πλησίασε, έτρεξε με μπλεγμένα πόδια. Μέσα από το πορτοκαλί φως φάνηκε ένα ελάφι, τρέχοντας με γρήγορα βήματα, καθαρό, αψεγάδιαστο. Στις παρυφές της παλίρροιας σταμάτησε με αλύγιστα τα μπροστινά πόδια του, με τα αυτιά στραμμένα κατά τη θάλασσα. Το ανασηκωμένο ρύγχος του μούγκρισε καταντικρύ στον ήχο των κυμάτων, κοπάδι θαλασσινών ελεφάντων. Αυτά έρποντας, πλησίασαν τις οπλές του, στριφογύρισαν, πρόσθεταν μικρά κομμάτια στεριάς, κάθε ένατο απ' αυτά καλπάζοντας και παφλάζοντας, από τα βαθιά, φτάνοντας ολοένα και περισσότερα, κύματα και κύματα".


Ο Στήβεν, φεύγοντας από το σχολείο, κάνει ένα μοναχικό περίπατο στην παραλία. Γύρω του, η παλίρροια, οι βράχοι, η απέραντη αμμουδιά, δυο γυναίκες, ένας σκύλος, ένα ζευγάρι τσιγγάνων που μαζεύει κοχύλια... Εντός του, οι αναμνήσεις του από το Παρίσι, οι φαντασιώσεις του, οι υπαρξιακοί στοχασμοί του, οι καημοί του...




Στο τρίτο κεφάλαιο έφτασε η στιγμή να βουτήξουμε στα βαθιά της τζοϋσικής γραφής. Ο εσωτερικός μονόλογος του Στήβεν κυριαρχεί καθώς η τριτοπρόσωπη αφήγηση περιορίζεται στο ελάχιστο. Ο Δαίδαλος γίνεται κυματοθραύστης των ήχων και των εικόνων, που τον κατακλύζουν. Μέσα από τις ρωγμές του εισχωρούν μεταμορφωμένα, σαν τον Πρωτέα, είτε η ιστορία και οι θρύλοι του μακρινού και πρόσφατου παρελθόντος της πολύπαθης Ιρλανδίας είτε οι μνήμες του, δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό μωσαϊκό. Ο Τζόυς γράφει με τον τρόπο που λειτουργεί η ανθρώπινη συνείδηση, προσπαθεί να συλλάβει το χάος που την κυβερνά και τη ρευστότητα των σκέψεων, οδηγώντας τη γλώσσα του στα όριά της, επινοώντας νέους τρόπους έκφρασης...


"Τα χείλια του χείλισαν και στομάτισαν άσαρκα αέρινα χείλια: στόμα στη μήτρα της. Μνμαα, μνήμα όλο μήτρα. Το στόμα του έγινε καλούπι βγάζοντας ανείπωτη ανάσα: οοεεεααααα: βρυχηθμός καταρράκτη πλανητών, σφαιρικών, φλεγόμενων, που βρυχώνται εραπεραπεραπεραπεραπέρα"






Κατά πόσο μπορεί να απολαύσει ο Έλληνας αναγνώστης τον "Οδυσσέα", που βρίθει αναφορών; Του είναι άγνωστη όχι μόνον η ιστορία κι οι θρύλοι της Ιρλανδίας αλλά και τα βιώματα των καθολικών. Αναμφίβολα είναι απαραίτητο ένα ολόκληρο βιβλίο που να τα εξηγεί όλα αυτά. Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, κατά τ' άλλα μεγάλος θαυμαστής του Τζόυς, έγραφε στα περίφημα Collectanea αναφερόμενος και στον Ιρλανδό δημιουργό: "Η λογοτεχνία που χρειάζεται ειδικούς εξηγητές για να φτάσει στο κοινό -όταν δεν υπάρχει κοινό, δεν υπάρχει και λογοτεχνία- δε θα καρποφορήσει ποτέ, δε θα πλουτήνει με καρπούς τις ερχόμενες γενιές... Η λογοτεχνία δεν είναι καμιά "Φιλική Εταιρία" να λειτουργεί με μέλη, ορκισμένα ή μη. Η λογοτεχνία λειτουργεί με ένα μικρό ή μεγάλο κοινό". Ωστόσο, θα διαφωνήσω, πιστεύοντας ότι η απόλαυση κατακτιέται και μέσω μύησης, απαραίτητης για γίνεις δεκτός σε μια "μυστική αδελφότητα" αναγνωστών... Την πρώτη φορά διάβασα τον Πρωτέα σα βιβλιοκάμπια, λέξη προς λέξη, ανατρέχοντας στις λεπτομερείς σημειώσεις του Gifford, στον σχολιασμό του Μαραγκόπουλου, στα λεξικά και στο διαδίκτυο. Τη δεύτερη όμως φορά ένιωσα σαν τον Μενέλαο τη στιγμή που καταφέρνει να γραπώσει τον Πρωτέα και ηδονικά ν' ακούσει τα λόγια του. Λόγια του νερού σαν το ρευστό τζοϋσικό κείμενο που "τρέχει αφρίζοντας, σα φλοίσβος φλάουτου, σε παφλάζουσες αφρισμένες φούσκες, φύλλα και φτερά".





Μεταφραστικά σχόλια



1. σελ. 61. Ο Στήβεν προχωράει στην ακρογιαλιά πατώντας ξερά φύκια και κοχύλια: "Σπάζουν, σπάσιμο, σπαστ, σπα" ("Crush, crack, crick, crick). Πιστεύω ότι πιο σωστή απόδοση θα ήταν: "Κομματιάζονται, κρακ, κρικ, κρικ".

2. σελ. 62, αρχή 4ης παραγράφου. "Αυτές οι Frauenzimmer κατέβηκαν προσεκτικά τα σκαλοπάτια από την οδό Λήρυ και με ύφος Λούρδης βύθισαν στην κοσκινισμένη άμμο της κατηφορικής ακρογιαλιάς τα ανοιγμένα δάχτυλα των ποδιών τους... Η πρώτη κούναγε ανόητα, πέρα δώθε μια τσάντα μαμής, η ομπρέλα της άλλης καρφωνόταν στην άμμο. Άφησαν τη γειτονιά τους στα προάστια, για να περάσουν τη μέρα τους". Πέρα από το τυπογραφικό λάθος: Λήχυ αντί Λήρυ, το "ύφος Λούρδης" δεν υπάρχει στο πρωτότυπο. Υπάρχει το επίρρημα (βύθισαν) "πλαδαρά". Εδώ μυρίζομαι πάλι "γαλλικό" άρωμα μετάφρασης... Επίσης, αντί για "ανόητα πέρα δώθε" υπάρχει το "βαριά" και τέλος: "άφησαν τις liberties" (γειτονιά στο κέντρο του Δουβλίνου) κι όχι "άφησαν τη γειτονιά τους στα προάστια". Δεν υπήρχε λόγος επεξήγησης. Άλλωστε τα τοπωνύμια του Δουβλίνου στον "Οδυσσέα" έχουν μεγάλη βαρύτητα.


3. σελ. 63, στη μέση περίπου: "Περιώνυμοι ληστές της Καλαβρίας" (Highly respectable gondoliers"). Δηλ. το κείμενο λέει: "Αξιότιμοι γονδολιέρηδες". Πρόκειται για μια κωμική όπερα των Gilbert & Sullivan. Μάλλον ο Γάλλος δαίμων της μετάφρασης χτύπησε πάλι, καθώς οι ληστές της Καλαβρίας είναι θεατρικό του Αλφρέντ Ζαρρύ.


4. σελ.66, περίπου στη μέση: "Σπούδασε τη φυσιολογία των γυναικών στον οδηγό Μισελέ". Το κείμενο λέει απλώς: "Διάβασε για τη φύση των γυναικών στον Μισελέ". Πρόκειται βέβαια για τον Γάλλο συγγραφέα Ζυλ Μισελέ, ο οποίος είχε γράψει ένα βιβλίο για τις γυναίκες με τίτλο "La femme". Σίγουρα πάντως δεν πρόκειται για οδηγό τύπου Μισελέ(ν).


5. σελ. 68, 4η σειρά: "... ρουφώντας αψέντι, την πράσινη νεράιδά του, όπως ο Πατρίς ρούφαγε το γάλα, τη λευκή του νεράιδα". Ο Καψάσκης πάλι μεταφράζει επεξηγώντας. Το κείμενο λέει:"...ρουφώντας την πράσινη νεράιδά του, όπως ο Πατρίς τη λευκή του". Και λίγο πιο κάτω παρόμοια: "... που αποκαλούσε το πήδημα μεταδείπνιό του", ενώ είναι: "... που το αποκαλούσε μεταδείπνιό του". Το παράξενο είναι ότι όχι μόνο η λέξη πήδημα δεν αναφέρεται καθόλου στο κείμενο, ούτε πριν, ούτε μετά, αλλά το "μεταδείπνιο" με βάση τα συμφραζόμενα είναι αμφίσημο. Η πρώτη σημασία είναι απλά: επιδόρπιο, καθώς μιλάνε για τυρί! Στη συνέχεια καταλαβαίνεις, από τον περιπαικτικό τρόπο με τον οποίο λέγεται στο κείμενο, ότι μπορεί να έχει και μια πιο πονηρή ερμηνεία. Αλλά αυτό επ' ουδενί δεν δηλώνεται.


6. σελ. 69, 2η σειρά: "Ένας εραστής, που για τη δική της αγάπη περιπλανήθηκε μαζί με τον συνταγματάρχη Ρίτσαρντ Μπερκ, τον συνεχιστή της φάρας του, κάτω από τα τείχη του Κλάρκενγουελ και, έρποντας, όπως τα αιλουροειδή, είδαν μια εκδικητική φλόγα να τινάζεται ψηλά μες στην ομίχλη". Ο Ήγκαν (ο εραστής της Ιρλανδίας, ο Joseph Casey) με τον Μπερκ, ήταν το 1867 στη φυλακή του Λονδίνου, Κλάρκενγουέλ, όταν οι Φένιοι προσπάθησαν να τους απελευθερώσουν ανατινάζοντας τον εξωτερικό τοίχο της φυλακής την ώρα του προαυλισμού τους. Η απόπειρα απέτυχε γιατί είχαν αλλάξει την ώρα προαυλισμού τους, λόγω πληροφοριών, αλλά η έκρηξη κόστισε τις ζωές 12 Λονδρέζων. Δεν περιπλανιόντουσαν λοιπόν αλλά "έκαναν γύρες κάτω απ' τα τείχη του Κλάρκενγουέλ και, παραμονεύοντας έτοιμοι ορμήσουν, είδαν μια εκδικητική φλόγα...". Τα αιλουροειδή δεν έρπουν αλλά συσπειρώνονται (crouch) έτοιμα να εκτιναχτούν.


7. σελ. 69, λίγο πιο κάτω: "Τα καθημερινά του στέκια... το άντρον του στη Μονμάρτη, στην οδό Γκουτ-ντ-Ορ, εκεί που περνάει τις σύντομες νύχτες του, το δωμάτιο ταπετσαρισμένο με τα μυγοχεσμένα πρόσωπα αυτών που φύγανε". (... the Monmartre lair he sleeps short night in, rue de la Goutte-d'Or, damascened with flyblown faces of the gone"). Εδώ το κείμενο είναι τελείως διαφορετικό: το "damascened" δεν αναφέρεται στο δωμάτιο αλλά στην οδό Goutte-d'Or (οδός Χρυσής σταγόνας από το κρασί γιατί εκεί υπήρχαν κάποτε κλήματα)! Το damascening ή δαμασκήνωση ή δαμασκηνή τεχνική είναι μια πανάρχαιη τεχνοτροπία (δαμασκηνά σπαθιά) ένθεσης διαφόρων μετάλλων το ένα μες στο άλλο, κάτι ανάλογο με το σαβάτι. Τα πρόσωπα που φύγανε είναι κάποιοι χαρακτήρες γνωστών μυθιστορημάτων του Ζολά, που ζούσανε σ' αυτό το δρόμο της φτωχογειτονιάς και πέθαναν εξαθλιωμένοι. Συνεπώς, η μετάφραση θα μπορούσε να είναι: "περνάει τις σύντομες νύχτες του στο άντρο του στη Μονμάρτη, στην οδό Goutte-d'Or, που στις γωνιές της έχουν αποτυπωθεί δαμασκηνά τα μυγοχεσμένα πρόσωπα ανθρώπων που χάθηκαν".


8. σελ. 70, προς το τέλος: "Οι δύο άγιες γυναίκες" (The two maries"). Το σωστό θα ήταν: "Οι δύο Μαρίες". Πρόκειται για τη Μαρία τη Μαγδαληνή και τη Μαρία Ιωσή, που παραστέκονταν στη σταύρωση του Χριστού και στη συνέχεια ανακάλυψαν πρώτες τον άδειο τάφο Του.


9. σελ. 72, προτελευταία σειρά: "Θυμάμαι. Ο Χαρούν Αλ Ρασίντ. Σχεδόν το θυμάμαι ολόκληρο". ("Remember. Haroun al Raschid. I am almosting it"). Λυπάμαι αλλά δεν μπόρεσα να μεταφράσω... αυτό το υπέροχο: I am almosting it. Κάτι σα να λέμε: "Σχεδόν τό 'χω"... αλλά όχι ακριβώς.

Κάτι αντίστοιχο συνάντησα και στη σελ. 62 με το: "contransmagnificaandjewbangtantiality", ένα σύμπλεγμα των: contre, consubstantiality (ομοούσιο), transubstantiality, magnific, Jew και bang. Αναφέρεται στον Άρειο, που "έκανε συντρίμμια τη ζωή του, ενάντιαστημεγαλειοεβραϊκοομοουσιότητα".


10. σελ. 75, στην 1η παράγραφο: "Η παρθένος που έστεκε στο παράθυρο του Χότζες Φίγκις... Μένει στο πάρκο Λήζον, επιζεί με αγάπη και καθαρό νεράκι, συγγράφει. Δώσε την πληροφορία σε άλλους, Στήβι. Μια γυναίκα εύκολη". Θα το μετέφραζα ως: "Η παρθένα στη βιτρίνα (window) του Χότζες Φίγκις (βιβλιοπωλείο)... Ζει στο πάρκο Λήζον, με θλίψη (grief) και λιχουδιές (kickshaws), μια κυρία των γραμμάτων (a lady of letters)... Πες το και σε κάποιον άλλον, Στήβι. Ένα τονωτικό (apickmeup)". Εδώ αδυνατώ να κατανοήσω τις μεταφραστικές επιλογές του Καψάσκη. Ίσως κάτι μου διαφεύγει.


11. σελ. 76, στο κάτω μέρος της: "Ο Θεός γίνεται άνθρωπος, γίνεται ψάρι, γίνεται πεταλίδα χήνα, γίνεται πουπουλένιο στρώμα". (God becomes man becomes fish becomes barnacle goose becomes featherbed mountain"). Δε συμφωνώ με τα κόμματα του μεταφραστή. Θα το μετέφραζα ή όπως στο πρωτότυπο χωρίς κόμματα ή, υποκύπτοντας στον πειρασμό της επεξήγησης, βάζοντας στη θέση τους το αναφορικό "που". "Ο Θεός γίνεται άνθρωπος που γίνεται ψάρι που γίνεται πεταλίδα χήνα που γίνεται πουπουλένιο στρώμα στο Πουπουλένιο βουνό". Η πεταλίδα χήνα είναι ένα είδος αγριόχηνας, που σύμφωνα με έναν ιρλανδικό θρύλο γεννιόταν από πεταλίδες κι όχι από αυγά. Στα ελληνικά την ονομάζουμε "ασπρομάγουλη χήνα". To "Featherbed Mountain" είναι ένα βουνό στα νότια του Δουβλίνου.


12. σελ 77. "Ο Λώουν Τέννυσον, ποιητής ευπατρίδης. Γεια..." (Lawn Tennyson, gentleman poet. Già...". Ο Τζόυς παίζει με το όνομα του ποιητή Άλφρεντ Τέννυσον και το Lawn Tennis, που είναι το τέννις στο χόρτο. Εφόσον ο Καψάσκης δεν εφοδίασε το κείμενό του με σημειώσεις, δεν μπορεί να κάνει και πολλά πράγματα σ' αυτή την περίπτωση... Μήπως να λέγαμε "Ο Χόρτον Τέννισον, ποιητής ευπατρίδης"; Βρισκόμαστε στην τελευταία σκηνή που ο Στήβεν εγκαταλείπει την αμμουδιά. Ο Τζόυς χρησιμοποιεί πολλές ξένες λέξεις στο κείμενό του αμετάφραστες, με πλάγιους όμως χαρακτήρες. Έτσι και η επόμενη λέξη "Già" (με τόνο όμως στο a), που ο Καψάσκης μεταφράζει με το ελληνικό "Γεια" και ταιριάζει απόλυτα στα συμφραζόμενα. Σύμφωνα όμως με τους σχολιαστές, πρόκειται για το ιταλικό "ήδη", που σημαίνει και "ναι, βέβαια" ή μια έκφραση ανυπομονησίας όπως: "ας τελειώνουμε"... Άλλωστε το χρησιμοποιεί ξανά στο 9ο κεφάλαιο, σελ. 254, μέσα σε μια πρόταση γραμμένη εξ' ολοκλήρου στα ιταλικά.


Υ.Γ (13): Θα μεταφράσω μια εξαιρετική παράγραφο, την τελευταία της σελίδας 67, όπου ο Καψάσκης κάνει κάποια μικροσφάλματα αλλά κι όπου φαίνεται ξεκάθαρα ότι υστερεί στην ποιητική απόδοση της τζοϋσικής γραφής. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι η δική μου μετάφραση είναι η ιδανική αλλά ότι ο Οδυσσέας συνεχίζει να ψάχνει τον μεταφραστή του. Σ' αυτό το απόσπασμα ο Στήβεν θυμάται κάποιες εικόνες από το Παρίσι και η μετάφραση του Καψάσκη είναι η ακόλουθη: "Στο αγουροξυπνημένο Παρίσι το φως του ήλιου πάνω στους κίτρινους δρόμους. Η υγρή ζύμη των κρουασσάν, το αψέντι σε χρώμα βάτραχου, το πρωινό της θυμίαμα, διάχυτο στην ατμόσφαιρα. Ο Μπελλουόμο εγείρεται από το κρεββάτι της συζύγου του εραστή της συζύγου του, η νοικοκυρά περιφέρεται με το κεφάλι καλυμμένο μ' ένα μαντήλι, βαστώντας ένα πιατελάκι με οξεικό οξύ. Στου Ροντό η Υβόννη και Μαντλέν αναστυλώνουν τις σαραβαλιασμένες καλλονές τους, κομματιάζοντας με χρυσά δόντια γλυκίσματα chaussons, τα στόματά τους κιτρινισμένα από το pus του flan breton. Φάτσες παριζιάνων περιδιαβαίνουν, γοητευμένοι γόητές τους, σγουρομάλληδες καταχτητές". ("Paris rawly waking, crude sunlight on her lemon streets. Moist pith of farls of bread, the froggreen wormwood, her matin incense, court the air. Belluomo rises from the bed of his wife, the kerchiefed housewife is astir, a saucer of acetic acid in her hands. In Rodot's Yvonne and Madeleine newmake their tumbled beauties, shattering with gold teeth chaussons of pastry, their mouths yellowed with the pus of flan breton. Faces of Paris men go by, their wellpleased pleasers, curled conquistadores"). Ο αχνός και τα αρώματα από τα φρεσκοψημένα ψωμάκια και το αψέντι, ερωτοτροπούν (court) με τον αέρα. Παραδοσιακά το αψέντι το έπιναν αφού πρώτα έκαιγαν με φλόγα, πάνω από το ποτήρι, ζάχαρη που είχαν εναποθέσει σε ένα τρυπητό κουταλάκι και η οποία λιώνοντας έσταζε μες στο παραισθησιογόνο ποτό. Το Μπελουόμο, εδώ δεν είναι όνομα αλλά ιταλική λέξη που σημαίνει ωραίος άνδρας κι ο Τζόυς το χρησιμοποιεί μάλλον ειρωνικά. Pleasers, σύμφωνα με τον Gifford, στην προκειμένη περίπτωση, είναι η μετάφραση της γαλλικής λέξης "favoris", δηλ. φαβορίτες. Η μεταφραστική μου πρόταση είναι: "Το Παρίσι αγουροξυπνημένο, το σκληρό φως του ήλιου πάνω στους κιτρινωπούς δρόμους του. Η υγρή ψίχα από τα φρεσκοψημένα ψωμάκια, το βατραχοπράσινο αψέντι, το πρωινό του θυμίαμα, ερωτοτροπούν με τον αέρα. Ο μορφονιός σηκώνεται από το κρεββάτι τής γυναίκας τού εραστή τής γυναίκας του, η νοικοκυρά μαντηλοδεμένη είναι κιόλας στο πόδι, μ' ένα πιατάκι οξικό οξύ στο χέρι. Στου Ροντό, η Υβόννη και η Μαντλέν φρεσκάρουν τη στραπατσαρισμένη ομορφιά τους, κομματιάζοντας γλυκίσματα chaussons με τα χρυσά τους δόντια, τα στόματά τους κίτρινα από το pus του flan breton. Πρόσωπα παριζιάνων πάνε κι έρχονται με τις αυτάρεσκες φαβορίτες τους, σγουρομάλληδες κατακτητές".









"Άγγιξέ με. Μάτια απαλά. Απαλό απαλό απαλό χέρι. Είμαι μονάχος μου εδώ. Ω, βιάσου να με αγγίξεις, τώρα. Ποια είναι εκείνη η λέξη που γνωρίζουν όλοι οι άνθρωποι; Ήσυχα που είμαι εδώ, ως πέρα μονάχος μου. Και θλιμμένος. Άγγιξε, άγγιξέ με".






Σημειώσεις: Οι εικόνες είναι οι εξής με τη σειρά: i) η αμμουδιά Σάντυμαουντ την ώρα της παλίρροιας. ii) O Τζόυς σε νεαρή ηλικία, το 1904, χρονιά του "Οδυσσέα", iii) O Joseph Beuys, το 1974, ενώ ατενίζει από ένα δημόσιο ουρητήριο την αρχιδοσφίχτρα θάλασσα του Δουβλίνου, στο Σάντυκοουβ! Φωτογραφία της Caroline Tisdall, iv) "Ο Πρωτέας κι ο Μενέλαος", σχέδιο της Elisabeth Frink (1973), v) "Philology" σχέδιο του Motherwell για το τρίτο κεφάλαιο της έκδοσης του "Ulysses" (Arion Press). To τελευταίο απόσπασμα του κειμένου, που παραθέτω, είναι μεταφρασμένο εξ ολοκλήρου από τον Άρη Μαραγκόπουλο (Οδηγός ανάγνωσης, εκδ. Τόπος). Εννοείται, ότι μεταφραστικές προτάσεις ή διορθώσεις είναι ευπρόσδεκτες.

7 σχόλια:

Pellegrina είπε...

Δεν νομίζω πως χρειάζεται να ξερουμε τα πραγματολογικ;a, την κουλτούρα και την ιστορία για να απολαύσουμε τη λογοτεχνία. Βεβαια οχι να ειμαστε και εντελώς ανίδεοι: να ξερουμε οτι υπάρχει μια ιρλανδία, πού ..πεφτει, πανω κατω περί τίνος πρόκειται, όπως και για τον καθολικισμό. Αυτά αρκούν. Μπορέι να χανουμε, οντως, τις λεπτομέρειες και τους υπαινιγμούς, κερδιζουμε ομως σε γενική θεωρηση ετσι: η λογοτεχνία δεν ειναι για να μας ενημερώνει. Αν κατανοούμε οτι ο ήρωας εχει αυτη, την χ, πατρίδα και τον καθορίζουν ως συνειδηση τα δεδομένα αυτής της χ κουλτούρας, τοτε ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΩΓΗ α) ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ και β) και σπουδαιότερο ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΓΕΝΙΚΑ που ειναι και το ζητούμενο και η διαφορά της λογοτεχνίς από άλλα γραπτά. Νομιζω μάλιστα οτι η δυναμη ενος κειμένου να μιλήσει γι αυτη γενική ανθρωπινη συνειδηση δοκιμάζεται ακριβώς οταν δεν ξερεις τις λεπτομέρειες. το καλό κείμενο εκπέμπει την αύρα του και βρίσκει το στοχο, με τον ιδιο τροπο που ο εγκέφαλος συλλαμβάνει τη λέξη με ανακατεμένα τα γράμματα ή το νόημα της φρασης ακομα κι αν εχει "αγνωστες λέξεις"

υγ (με καθε σεβασμό στο μεταφραστή) : μα τι λες, να μην αποδοθεί το πιθανό..πήδημα! must για τον έλληνα αναγνωστη!

ναυτίλος είπε...

Συμφωνώ με το δεύτερο μέρος του σχολίου σου. Αναμφίβολα κάνουμε "αναγωγή". Μα και ο Τζόυς δεν έγραψε τον Οδυσσέα για τους Ιρλανδούς μόνον ή ακόμα περισσότερο για τους Δουβλινέζους. Ό,τι γράφει για το Δουβλίνο θα μπορούσε να ισχύει για την Αθήνα σε μεγάλο βαθμό, ό,τι γράφει για τον καθολικισμό δεν απέχει και πολύ από την ορθοδοξία, ό,τι γράφει για την ταραγμένη ιστορία της Ιρλανδίας αντιστοιχεί περισσότερο απ' ότι φαντάζεσαι στη δική μας ιστορία κλπ κλπ. Άλλωστε η "περιπέτεια" που αφηγείται είναι πανανθρώπινη.
Ωστόσο για να "μπεις" στο βιβλίο του και να κάνεις αυτές τις αναγωγές χρειάζεται να ξέρεις πολλά παραπάνω απ' όσα λες για την Ιρλανδία, γι' αυτό θεωρώ απαραίτητα τα πραγματολογικά και τη δεύτερη ανάγνωση. Φαντάσου έναν αναγνώστη της Αντιποίησης αρχής που δε θα γνώριζε τίποτα για την Κατοχή, τον Εμφύλιο και την δικτατορία ή έναν αναγνώστη των Ακυβέρνητων πολιτειών που δε θα γνώριζε τα γεγονότα της Μέσης Ανατολής, τον Εμφύλιο και τα της ελληνικής παροικίας στην Αίγυπτο, όπως κι ένα σωρό ιστορικά στοιχεία για τη σχέση Αγγλίας-Αιγύπτου (ας είναι καλά η Χρύσα Προκοπάκη);
Γι' αυτό επιμένω ότι τη λογοτεχνία δεν πρέπει να τη βλέπουμε σαν ένα πιάτο σερβιρισμένο κι έτοιμο να φαγωθεί μέσα σε λίγη ώρα και στη συνέχεια να αποφανθούμε αν μας άρεσε και πόσο ή ένα μπουκάλι έξοχου κρασιού που οινοποιήθηκε με κόπο και μεράκι, πριν από χρόνια, σε μια γωνιά της γης και μεις θα το καταναλώσουμε μέσα σε λίγα λεπτά. Όλα αυτά, για να τα απολαύσεις και για να τα "δεχτείς", χρειάζονται ένα είδος μύησης που σημαίνει γνώση, άσκηση και αγάπη για το αντικείμενο.

Silena είπε...

εξαιρετική παρουσίαση, εξαιρετικές επιλογές, το μπλογκ σου είναι ένα εκπληκτικό ταξίδι στην τέχνη

ένα μεγάλο ευχαριστώ γι' αυτό το μοίρασμα

καλό βράδυ

Pellegrina είπε...

ε, ναι, ενταξει, αυτο το επίπεδο γνωσεων εννοούσα κι εγω

lemon είπε...

Συχνά αναρωτιέμαι τι δουλειά κάνεις στη ζωή σου. Όχι γιατί θέλω να ξέρω τι δουλειά κάνεις αλλά,
πρώτον, νομίζω πως θα είναι χαρά θεού για όποιον δουλεύει μαζί σου: αυτός ο συνδυασμός και η ανάλυση που κάνεις-ταυτόχρονα, με καταγοητεύουν, βρίσκω καταπληκτικό το να πιάνεις ένα θέμα και να το κοιτάζεις από όλες τις απόψεις, να το ξεκοκκαλίζεις και να το ξανασυνθέτεις (όπως κάνεις με όποιον συγγραφέα καταπιάνεσαι), και
δεύτερον, σκέφτομαι πόσο τόπο θα έπιανε αυτός ο τρόπος σου, και η αγάπη σου, σε ένα επάγγελμα σχετικό με τα βιβλία. Αν και εδώ φοβάμαι πως η επαγγελματική ενασχόληση μπορεί να μείωνε λίγο αυτό το υπέροχο μεράκι σου.
(Σε κάθε σου ποστ ήθελα να σου τα πω αυτά, σήμερα -με τον Τζόυς- βρήκα τα λόγια.)

ναυτίλος είπε...

Silena, σ' ευχαριστώ και γω για τα καλά σου λόγια

ναυτίλος είπε...

Lemon, είμαι χημικός σε ένα εργοστάσιο παραγωγής απορρυπαντικών. Κανείς εκεί δεν γνωρίζει την ύπαρξη του Ναυτίλου, ούτε οι μετανάστες βέβαια αλλά ούτε και οι Έλληνες συνάδελφοι. Ακόμα και οι περισσότεροι οικογενειακοί αλλά και προσωπικοί φίλοι δεν έχουν ιδέα... και δε νομίζω να τους ενδιαφέρει. Ελάχιστοι με ξέρουν ως Ναυτίλο... To the happy few, λοιπόν, όπως θάλεγε κι ο Σταντάλ, απευθύνονται οι αναρτήσεις μου! Βέβαια μέσω του μπλογκ γνώρισα αρκετούς ομοϊδεάτες, βρεθήκαμε, τα είπαμε και τα ήπιαμε ακόμα και διαβάσαμε μαζί...
ΥΓ:Σ'ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Χαίρομαι πολύ που αυτά που γράφω βρίσκουν τέτοια ανταπόκριση.