Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Ανολοκλήρωτο παρελθόν

Ούγκο Κλάους, εκδ. Καστανιώτης, μτφ. Γιάννης Ιωαννίδης.




"Να μιλήσω για τα γραπτά αυτής της χώρας,
υλικό τυπωμένο, γεμάτο ερωτηματικά
πάνω στο υπομονετικό χαρτί
τότε και τώρα κλονισμένο από την ιστορία της
βρίσκοντας έτσι καταφύγιο στην κρυφή στενογραφία.
Να μιλήσω για τις κουρτίνες
που οι άνθρωποι τραβούν γύρω τους.
Αλλά ακόμα τους ακούμε, βρωμερά
θηλαστικά που παραμονεύουν ο ένας τον άλλον σε δωμάτια.
Έτσι και στη φύση
ο ιβίσκος δεν αφήνει άρωμα,
αντίθετα με τις αθώες αγελάδες, κολλημένες στο βούρκο
της κατουρημένης γης.

Να μιλήσω στη χώρα με το αστραφτερό χορτάρι,
όπου ο άνθρωπος, 
σκουλήκι ακόλαστο, καύκαλο που ονειρεύεται,
κατοικεί ανάμεσα σε πτώματα, που νεκρά καθώς είναι,
παραμένουν υπάκουα στη μνήμη μας.
Έτσι και η φύση μας,
περιμένει εκείνο το απλό μικρό θαύμα,
που μια μέρα θα καταφέρει
να εξηγήσει τι πραγματικά υπήρξαμε,
όχι μονάχα αυτό το ξένο θέαμα,
που σκόρπισε ο χρόνος."

(Ούγκο Κλάους, απόσπασμα από  το ποίημα: "Για ποιο πράγμα να μιλήσω")


Το "Ανολοκλήρωτο παρελθόν" είναι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα γραμμένο με τη μορφή μιας αστυνομικής ανάκρισης ενός εγκληματία. Ο Νοέλ, που έχει διαπράξει τρεις φόνους στη σειρά, έπεσε μικρός από ένα ποδήλατο με αποτέλεσμα, όπως λέγεται, να παραμείνει για πάντα ένα παιδί κλεισμένο στο σώμα ενός ενήλικα. 









Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια βασανιστική εξομολόγηση. Μονότονη, σχοινοτενής και στοιχειωμένη όχι μόνο από τα συλλογικά στερεότυπα αλλά κι από το λόγο άλλων προσώπων: της μητέρας του, του αδελφού του (μισθοφόρος κάπου στην Αφρική) και των "κουλτουριάρηδων" που τον περιβάλλουν στο βιβλιοχαρτοπωλείο που δουλεύει.

"Κλαίω από θλίψη. Από οργή. Γιατί όλα είναι τόσο διαφορετικά, τόσο απατηλά, τόσο αγνώριστα, τόσο απόκρυφα. Γιατί ζω σε λάθος κόσμο, σ' έναν ανάποδο κόσμο. Γιατί την είχα ανάγκη, περισσότερο απ' ό,τι μ' είχε αυτή και γιατί ήταν για μένα πηγή ικανοποίησης και γιατί δεν υπάρχει πια. Γιατί κλαίω; Δεν μπορώ να σ' το εξηγήσω. "Σκέψου πρώτα και μετά μίλα", μου έλεγαν. Προπάντων η μητέρα μου. Αλλά αν αρχίσω πρώτα να σκέφτομαι, στη συνέχεια, το ένα φέρνει το άλλο, και όταν πια έρχονται οι λέξεις στο στόμα δεν είναι ποτέ αυτές που εννοούσα".






Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Νοέλ είναι ιδιόμορφη, σα να μην του ανήκει. Άλλοτε αφελής κι άλλοτε πολύπλοκη σα να την έχει ξεσηκώσει από κείμενα δυσνόητα. Ο Νοέλ, προσκολλημένος σε μια θρησκευτικού τύπου ηθικολογία, εγκληματεί για να διορθώσει τα κακώς κείμενα και για το καλό της κοινωνίας. Υποψιάζεται ένα συνάδελφό του για παιδόφιλο και πριν τον δολοφονήσει γίνεται δικαστής και Θεός ταυτόχρονα:
"Να σηκωθεί ο κατηγορούμενος... Πώς μπορώ να σου δώσω άφεση αμαρτιών αφού δε δείχνεις καμιά μεταμέλεια;"

Ποιος είναι τελικά ο Νοέλ του Ούγκο Κλάους; Ένας στυγερός εγκληματίας που το μυαλό του έμεινε προσκολλημένο στην παιδική ηλικία; Ή μήπως η ίδια η κοινωνία του Βελγίου που εκφράζεται μέσα από το λόγο του και τις πράξεις του; Ο Νοέλ, που ο τρόπος σκέψης και τα κίνητρά του μοιάζουν τόσο πολύ με αυτά της κοινωνίας μες στην οποία το σώμα του "ανδρώθηκε", είναι γνήσιο παιδί της. 










Σημειώσεις: Ο Ούγκο Κλάους (1929-2008) είναι ένας πολυτάλαντος Βέλγος (φλαμανδός) δημιουργός. Συγγραφέας, ζωγράφος και σκηνοθέτης, είναι γνωστός κυρίως για το εμβληματικό μυθιστόρημά του, "Η θλίψη του Βελγίου" (εκδ. Καστανιώτης). Υπήρξε πάντα επικριτικός, μέσω των έργων του, απέναντι στη συντηρητική κοινωνία του, προκαλώντας σκάνδαλα με τις δημιουργίες του. Ακόμη κι ο θάνατός του, με ευθανασία, δημιούργησε φοβερές αντιπαραθέσεις. Η ζοφερή ατμόσφαιρα του Βελγίου, που αναδίδουν τα μυθιστορήματά του, μου φέρνει στο μυαλό τις εξαιρετικές ταινίες των Βέλγων αδελφών Νταρντέν: "Η υπόσχεση", "Ροζέτα" και "Ο γιος". Οι εικόνες που κοσμούν την ανάρτηση είναι έργα του ίδιου του Κλάους. Το ποίημα, στην αρχή της ανάρτησης, είναι μεταφρασμένο (μόνο 2 από τις 6 στροφές) από τα αγγλικά από το Ναυτίλο. Παραθέτω ολόκληρο το υπέροχο αυτό ποίημα στα φλαμανδικά και στα αγγλικά, μεταφρασμένο από τον John Irons, στα σχόλια. Μεταφραστικές προτάσεις-διορθώσεις είναι ευπρόσδεκτες. (17/20)  


2 σχόλια:

ναυτίλος είπε...

Waarover spreken


Waarover vanavond spreken? En spreken
in een land dat wij herkennen, dulden,
zelden vergeten.
Dat land met zijn koddige genesis,
zijn klam klimaat, zijn voze verhalen
over vroeger,
zijn bewoners, hebberig tot hun laatste val
tussen de bloemkolen.
Zij blijven zich vermenigvuldigen
in een paradijs dat zij verzinnen,
tuk op geluk, sidderend, pap in de mond.
Zoals in de natuur
die onze ondermaatse heuvels onthaart,
onze weiden verschroeit, onze lucht vergast,
de argeloze koeien blijven grazen.

Spreken over de geschriften van dit land,
drukwerk vol vraagtekens
op het geduldig papier
dat steeds opnieuw schrikt van zijn historie
en daarvoor vlucht in verhullend snelschrift.
Spreken over de overgordijnen
die men dichttrekt over zichzelf.
Maar wij blijven ze horen, de stinkende
primaten die elkaar in kamers belagen.
Zoals in de natuur
de hibiscus geen geur verspreidt,
dat doen de schuldeloze koeien die zakken
in de doorzeken aarde.

Spreken in dat land van glinsterend gras
waarin de mens,
onmatige worm, dromend karkas,
verwijlt tussen de lijken die dood als zij zijn
blijven gehoorzamen aan onze herinnering.
Zoals onze natuur een enkel, enkelvoudig
mirakel verwacht dat ooit uiteindelijk
zal verhelderen wat men was,
niet alleen dit aftands spektakel
ineengeflanst door de tijd.

Spreken over die tijd die, zei men,
zou beklijven als brandmerk en palimpsest?
Wij leefden in een tijd van verbruiken
en bruikbaar zijn.
Welk verweer daartegenover?
Welke feestelijke veren in de kont?
Welk liedje in de kelder? Misschien.
Zeg het. Misschien.
Een paar krassen in leisteen
en dat is dan de omtrek van je geliefde.
Vingerafdrukken in klei zijn dan haar heupen.
Fonemen van vreugde weerklonken soms
als zij, toen zij, naar jou riep als een kat.

Spreken over haar aanwezigheid
wekt het blauw uur van de schemer.
Zoals in de natuur
het ongenadig, glazig, blauw azuur
van onze planeet gezien vanuit Apollo.

En al begint van louter spreken
je feestmuts zwaar te wegen
en begint de levenslijn in je handpalm
te verzweren
toch, niettegenstaande, desalniettemin
de bloei vereren
van de schaduwen die ons bevolken,
de schaduwen die bedelen om troost.
En toch haar schouderblad strelen.
Als de rug van een bultenaar.
Toch tuk op een wreedaardig geluk.

"Gedichten", De Bezige Bij, Amsterdam, 2004.

ναυτίλος είπε...

WHAT TO SPEAK ABOUT


What to speak about tonight? And preach
in a land we recognise, tolerate,
seldom forget.
That country with its droll beginnings,
its clammy climate, its sapless stories
about the old days,
its inhabitants, greedy till their final fall
among the cauliflowers.
They keep on multiplying
in a paradise of their own imagining,
hankering for happiness, shivering, mouths full of porridge.
Just as in nature
which depilates our puny hills,
scorches our pastures, poisons our air,
the guileless cows graze on.

Speak about the writings of this land,
printed matter full of question marks
on the patient paper
that time and again is shocked by its history
and so resorts to concealing shorthand.
Speak about the curtains
that people draw around themselves.
But still we hear them, the stinking
primates that stalk each other in rooms.
Just as in nature
the hibiscus gives off no scent,
that the innocent cows do, becoming bogged
in the piss-logged earth.

Speak in that land of glittering grass
in which man,
intemperate worm, dreaming carcass,
dwells among the corpses which dead as they are
remain obedient to our memory.
Just as our nature expects a single,
simple miracle that one day will finally
explain what we were,
not only this remote spectacle
thrown together by time.

Speak about that time which, they said,
would mark as a brand and palimpsest?
We lived in an aged of using
and being usable.
What defence against such?
What festive arse-feathers?
What cellar song? Perhaps.
Say it. Perhaps.
A few swift scratches in slate
and that’s the outline of your love.
Fingerprints in the clay are her hips.
Phonemes of joy sometimes sounded
if she, when she, called you like a cat.

Speaking about her presence
wakens the blue hour of twilight.
Just as in nature
the merciless, glassy, blue azure
of our planet seen from Apollo.

And though from simply speaking
your festive cap begins to feel heavy
and the lifeline in your palm
starts festering
still, notwithstanding, nevertheless
honour the flowering
of the shadows that inhabit us,
the shadows begging for consolation.
And still stroke her shoulder blade.
Like the back of a hunchback
Still hankering for a ferocious happiness.

Translation John Irons

From "Greetings", Harcourt, New York, 2005.