Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Η συμμορία της άρπας

Μένης Κουμανταρέας, εκδ. Κέδρος



"Αν εκτιμώ στον αιώνα αυτόν κάποιους μουσικούς, είναι όσους έζησαν στη σκιά, τους μοναχικούς λύκους. Καθόλου Στραβίνσκηδες και Προκόφιεφ. Ο Γιάνατσεκ, μάλιστα, αυτός που άρχισε να συνθέτει στα σαράντα του: ένας υπέροχος άγριος. Ο Τσαρλς Άιβς, με τη θαυμάσια αφέλειά του -ένας πιονέρος κι αυτός όπως ο Μέλβιλ στη λογοτεχνία- αυτός, ναι. Αλήθεια, σκέψου, να σε ρωτάν τι επαγγέλλεσαι. Κι εσύ ν' απαντάς: μουσικός, ζωγράφος, ή συγγραφέας. Τα πιο ιερά και απόκρυφα, που ο άνθρωπος ονειρεύεται να πραγματοποιήσει, βορά των αστυνομικών και των εφοριακών; Το διανοείσαι;" 


Έχοντας διαβάσει πέντε βιβλία του Κουμανταρέα, πιστεύω ότι είμαι αρκετά εξοικειωμένος με την πεζογραφία του: την αφηγηματική του στρατηγική, τη γλώσσα του και την μελαγχολική του ατμόσφαιρα. Η "Βιοτεχνία υαλικών", "Η κυρία Κούλα", "Το κουρείο", και τα "Σεραφείμ και Χερουβείμ", ήταν όλα τους αξιόλογα βιβλία. Κανένα τους όμως δεν τοποθετήθηκε στο ράφι της βιβλιοθήκης μου με τα εκλεκτά βιβλία της ελληνικής πεζογραφίας. Εκεί βρίσκεται μόνον "Ο ωραίος λοχαγός" του 1982, ό,τι καλύτερο έχω διαβάσει μέχρι στιγμής από το έργο του Μένη Κουμανταρέα. Στη "Συμμορία της άρπας" ο συγγραφέας ξεφεύγει από τη ρεαλιστική ατμόσφαιρα των προηγούμενων βιβλίων του. Ο γεροπαράξενος καθηγητής της άρπας με το αινιγματικό παρελθόν, το μικρομέγαλο πορνίδιο(;) και ο ερμαφρόδιτος ασιάτης υπηρέτης, οι οποίοι συγκατοικούν σ' ένα ξεπεσμένο παλαιό αθηναϊκό σπίτι, θα ταίριαζαν περισσότερο σε ένα έργο του Ε.Χ. Γονατά παρά σε  μυθιστόρημα του Κουμανταρέα...

"Τι είδους άνθρωπος ήταν ο καθηγητής; Επρόκειτο για κάποιον μανιακό φιλόσοφο που ζούσε κλεισμένος στον πύργο του, περιτριγυρισμένος από περίεργα όντα, με πρόσχημα ότι διδάσκει μουσική; Ή μήπως ήταν ένας άνθρωπος που η απομόνωση τον βοηθούσε να καταλάβει καλύτερα τον κόσμο; Κι η μικρή Μαργαρίτα τι ρόλο έπαιζε; Μαθήτριά του ή κάτι άλλο;"





Ο αφηγητής, ένας φιλόμουσος υπάλληλος συμβολαιογραφείου και θαμώνας ενός φαστφουντάδικου της παρηκμασμένης πλατείας Βικτωρίας, γνωρίζεται μ' αυτήν την αλλόκοτη παρέα και μέσα από την αφήγησή του ξετυλίγονται κομμάτια από το παρελθόν του καθηγητή. Τα πρόσωπα, οι σχέσεις τους και οι ιστορίες τους, περιστρέφονται γύρω από την εντυπωσιακή άρπα που βρίσκεται στο σπίτι και που στις χορδές της χορεύουν τα δάχτυλα της "μικρής" Μαργαρίτας.

"Η άρπα... μια βόρεια βασίλισσα φερμένη από τη μακρινή Ιρλανδία... Είναι φτιαγμένη από ξύλο αγριοσφενδαμιάς... Τούτη εδώ η κολόνα, ο παραστάτης, είναι φτιαγμένη από ατόφια φλούδα χρυσού. Έργο της είναι να συγκρατεί τους κίονες. Αντί για κίονες, ο ναός αυτός έχει χορδές. Δέκα στα μπάσα από ατόφιο ατσάλι. Οι υπόλοιπες τριάντα εφτά από έντερο χοίρου. Μάλιστα, γουρουνίσιες. Να, λοιπόν, που τα ζώα αυτά, σχολίασε, τα συνήθως υποτιμημένα, προσφέρουν, εκτός από χοιρομέρι, τις ακριβές υπηρεσίες τους στις Μούσες. Πόσο άδικο έχουμε να τα φανταζόμαστε κυλισμένα στο βούρκο. Μα τι άλλο είναι ο καλλιτέχνης παρά ένας που πασάλειψε το πρόσωπό του λάσπη και ψάχνει για μια γούρνα νερό;"





Αυτό που με ενόχλησε στο μυθιστόρημα ήταν η σύξευξη του ρεαλιστικού στοιχείου με το παράδοξο. Ο συγγραφέας βρίσκεται έξω απ' τα νερά του. Οι απίθανοι χαρακτήρες της συμμορίας είναι προσχηματικοί και δείχνουν εντελώς ξένοι στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί το βιβλίο. Θα 'λεγε κανείς ότι όλα αυτά δεν είναι παρά μια αφορμή για να μιλήσει ο Κουμανταρέας, μέσω των συζητήσεων τών δύο πρωταγωνιστών, για το ρόλο της Τέχνης, για τη μουσική (ένα από τα πολυαγαπημένα του θέματα) και για την παρακμή του Δυτικού πολιτισμού. Πράγματι, αν κάτι διασώζεται από το βιβλίο, κατά τη γνώμη μου, είναι ακριβώς αυτά, τα δοκιμιακού χαρακτήρα, αποσπάσματα. Κρίμα που παραμένουν εντελώς μετέωρα και δεν πατούν γερά στο μυθιστορηματικό υπόστρωμα του έργου. 











Σημειώσεις: Οφείλω να κάνω μια αναφορά στο υπέροχο εξώφυλλο (κι οπισθόφυλλο) του βιβλίου, όπως και στην προμετωπίδα του Εδουάρδου Σακαγιάν. Άλλωστε, όλα τα βιβλία του Κουμανταρέα έχουν εξαιρετικά εξώφυλλα. Ρίχνοντας μια ματιά στην καρτελοθήκη της βιβλιοθήκης μου διαπίστωσα ότι έχω τουλάχιστον (πάντα υπάρχει η πιθανότητα κάποιο να μην έχει καταγραφεί) 16 βιβλία του (πολυγραφότατος θα έλεγα). Δεν έχω "Τα μηχανάκια", το πρώτο του βιβλίο τού 1962 (ποιος ξέρει γιατί δεν το είχα πάρει!), το "Δυο φορές Έλληνας" (αυτό κάποια στιγμή ίσως το πάρω), τις "Αλεπούδες του Γκόσπορτ" (με ενοχλεί η ιδέα ότι εκδίδεται τώρα, μετά από τόσα χρόνια, ένα πρωτόλειό του) και το "Σ' ένα στρατόπεδο άκρη στην ερημιά" (κι εδώ μου φαίνεται ξένη στον τρόπο του Κουμανταρέα η θεματολογία). Η πρώτη εικόνα της ανάρτησης είναι φωτογραφία του Τσέχου φωτογράφου Pavel Banka και η δεύτερη, έργο του Γάλλου ζωγράφου Henri Lebasque (1865-1937). (13/20)

5 σχόλια:

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΧΩΡΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ είπε...

Απορώ πως για το καλύτερο μυθιστόρημα του κάκκιστου συγγραφέα δεν υπάρχει ούτε ένα σχόλιο!
Καλημέρα

Pellegrina είπε...

Εμενα παλι αυτη η "συζευξη του ρεαλιστικού με το παράδοξο" μου ακουγεται ενδιαφέρουσα.

ναυτίλος είπε...

Μα αγαπητέ μου Άνθρωπε..., ο Κουμανταρέας είναι μια ιδιόμορφη περίπτωση της βιβλιοθήκης μου. Ποτέ δεν με συνάρπασαν τα γραπτά του, ωστόσο τα έπαιρνα και τα διάβαζα ευχάριστα. Κακός συγγραφέας, για μένα δεν είναι, αντίθετα τον θεωρώ καλό συγγραφέα. Για το συγκεκριμένο βιβλίο έτρεφα ιδιαίτερες προσδοκίες (είτε λόγω εξώφυλλου είτε λόγω τίτλου) αλλά με απογοήτευσε. Αυτό δε σημαίνει ότι το βρήκα κακό, απλά τίποτα παραπάνω από ενδιαφέρον.
Εξήγησέ μου όμως κάτι: "Το καλύτερο μυθιστόρημα ενός κάκιστου συγγραφέα" τι είναι; Καλό,ενδιαφέρον ή απλά κακό (αντί για κάκιστο);

ναυτίλος είπε...

Pellegrina, σίγουρα ακούγεται ενδιαφέρουσα αλλά πιστεύω ότι είναι ακριβώς εκεί, που οι περισσότεροι συγγραφείς (ακόμη και οι καλύτεροι) ατύχησαν! Δεν μπορούν όλοι να είναι Καχτίτσηδες ή Γονατάδες, για να αναφέρω δύο ονόματα που μου έρχονται τώρα στο μυαλό μου.

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΧΩΡΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ είπε...

Αγαπητέ Ναυτίλε,
Το καλύτερο βιβλίο ενός κάκιστου συγγραφέα είναι υπέροχο, γοητευτικό όταν διαλέγεις να διαβάζεις κακούς συγγραφείς.
Καλημέρα!