Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Η θάλασσα

Τζων Μπάνβιλ, εκδ. Καστανιώτη, μτφ. Τόνια Κοβαλένκο  
John Banville, εκδ. Picador, 2006
 


 
 
 
Τζων Μπάνβιλ, Ιρλανδός, έξι βιβλία του στο αγγλόφωνο τμήμα της βιβλιοθήκης μου, ως Μπάνβιλ και δύο ως Μπέντζαμιν Μπλακ, όλα από τον Καστανιώτη. Το ότι έχει γεννηθεί το 1945 (άρα είναι μεγαλύτερός μου) του δίνει ένα προβάδισμα σε σχέση με άλλους... Το ότι είναι Ιρλανδός, δηλαδή στριφνός, λεπτολόγος, γλωσσικά περίπλοκος και συνεχιστής μιας μεγάλης παράδοσης, του δίνει ακόμα ένα πλεονέκτημα... [Λένε κάποιοι Άγγλοι για τους Ιρλανδούς: εμείς τους δώσαμε μια γλώσσα κι αυτοί μας δίδαξαν πώς να την χρησιμοποιούμε!]. Το ότι διάβασα κάποιες εγκωμιαστικές κριτικές στο διαδίκτυο και το βραβείο Booker με έκαναν τελικά να αποφασίσω τη συμβίωση.
 
"Η θάλασσα" (θα το 'παιρνα και μόνο για τον τίτλο) χαρακτηρίζεται στο οπισθόφυλλο ως μυθιστόρημα συναρπαστικό, βαθιά συγκινητικό κι ανθρώπινο. Προσωπικά, κάθε άλλο παρά συναρπαστικό θα το χαρακτήριζα. Το θέμα είναι σχετικά κοινότοπο, ο τρόπος που το χειρίζεται δεν είναι και τόσο πρωτότυπος (με κάποιες λιγοστές εξαιρέσεις), η γραφή του όμως είναι μέχρι το μεδούλι ιρλανδική, δηλαδή απαράμιλλη.  
 
 

 
 
Ο αφηγητής επιστρέφει στο παραθαλλάσιο χωριό των παιδικών του χρόνων, κάπου στην Ιρλανδία, κι εκεί αρχίζουν τα ταξίδια της μνήμης. Πίσω στο παρελθόν των εφηβικών του χρόνων αλλά και στο πρόσφατο παρελθόν της ανίατης ασθένειας και του θανάτου της γυναίκας του. Οι αναμνήσεις, σαν την παλίρροια της ιρλανδικής ακτής, άλλοτε παρασύρουν τον αφηγητή και τον αποθέτουν σε κάποια περιοχή του παρελθόντος κι άλλοτε τον αφήνουν στο αυχμηρό παρόν.
 
Για τον τρόπο με τον οποίο το παρελθόν εμποτίζει το παρόν, μας έχουν μιλήσει ένα σωρό μεγάλοι συγγραφείς και μάλιστα πολύ πιο δεξιοτεχνικά. Η αναδρομή στο παρελθόν είναι το κατεξοχήν αγαπημένο θέμα των λογοτεχνών και πολύ περισσότερο των Άγγλων λογοτεχνών. Ο Μπάνβιλ δεν αποτελεί εξαίρεση και βέβαια δεν κομίζει γλαύκας εις Αθήνας: Η απώλεια της αθωότητας, το κρυμμένο μυστικό του παρελθόντος, ο πρώτος έρωτας, ο θάνατος, το μίζερο παρόν και τα λοιπά, και τα λοιπά. Ωστόσο η μπαρόκ γραφή του, πυκνή και προπάντων ποιητική (Ιρλανδός δεν είναι;), προσφέρει μοναδική απόλαυση. Για να μην τον αδικήσω καλό θα 'ταν να αναφέρω ότι βάζει στο θέμα της ανάκλησης και τις προσωπικές του πινελιές, καθώς σε κάποια σημεία της αφήγησης υπονομεύει αυτήν ακριβώς την αναδρομή στο παρελθόν, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι τα μέσα του είναι φθαρμένα από την πολλή χρήση. Το αποτέλεσμα είναι μια ιδιαίτερα λεπτή παρωδία του συγκεκριμένου λογοτεχνικού είδους. Για παράδειγμα, στην κορύφωση του μυθιστορήματος, όπου ο πρωταγωνιστής με γλαφυρότητα ολοκληρώνει την αφήγηση της σκηνής που σημάδεψε την παιδική του ηλικία, αναρωτιέται: "Το απέδωσα ωραία;"
 
 

 
 
 
"The past is a foreign country: they do things differently there". Έτσι ξεκινάει το περίφημο μυθιστόρημά του, "The Go-Between" (δυστυχώς αμετάφραστο στη χώρα μας), ο Άγγλος συγγραφέας Λέσλι Πόουλς Χάρτλεϊ. Η αρχή του αλλά και το θέμα του μου θύμισαν την "Θάλασσα". Πιθανόν κάποιοι να μην γνωρίζουν το έργο, ωστόσο είμαι σίγουρος ότι θα έχουν δει την ταινία του Τζόζεφ Λόουζι, "Ο μεσάζων" (1970), με την Τζούλι Κρίστι και τον Άλαν Μπέιτς, σε σενάριο του Πίντερ, που βασίστηκε στο βιβλίο του Χάρτλεϊ, του 1953. Ο αφορισμός του τα λέει όλα και διαισθάνομαι ότι ο Μπάνβιλ, που του αρέσουν αυτού του είδους οι αφορισμοί, πολύ θα 'θελε να τον είχε ο ίδιος επινοήσει, καθώς πάνω του οικοδομείται όλο το μυθιστόρημά του.
 
Ας παίξουμε τώρα ένα παιχνίδι: Ποιοι από τους παρακάτω αφορισμούς, που έχω ανασύρει από τη Θάλασσα, πιστεύετε ότι είναι στερεότυποι (κλισέ) και ποιοι όχι;
1. "Τα άψυχα αντέχουν, ενώ τα έμψυχα πέφτουν" (Things endure, while the living lapse).
2. "To παρελθόν χτυπάει μέσα μου σαν δεύτερη καρδιά" (The past beats inside me like a second heart).
3. "Είμαστε μια βαρκούλα θλίψης, που αρμενίζει σ' αυτή την πνιγμένη σιγή μες στη φθινοπωρινή νύχτα" (What a little vessel of sadness we are, sailing in this muffed silence through the autumn dark).
4. "Ίσως όλη η ζωή να μην είναι παρά η παρατεταμένη προετοιμασία για μια στιγμή της εγκατάλειψής της" (Perhaps all life is no more than a long preparation for the leaving of it).
5. "Ειλικρινά, αν κατέβαλε κανείς την απαραίτητη προσπάθεια ανάκλησης, θα μπορούσε να ξαναζήσει τη ζωή του από την αρχή" (Really, one might almost live one's life over, if only one could make a sufficient effort of recollection).
6. "Οι μορφές του παρελθόντος επιστρέφουν στο τέλος γυρεύοντας τα χρωστούμενά τους" (The figures of the far past come back at the end, wanting their due).
7. "Δεν είναι περίεργο πώς γίνονται μόνιμοι κάτοικοι της μνήμης μας τα πιο φαινομενικά ανούσια πράγματα;" (Strange, is it not, the way they lodge in the mind, the seemingly inconsidered things?).
 
 
 
 
 
Το βιβλίο το διάβασα παράλληλα με το αγγλικό πρωτότυπο και συνεχώς αναφωνούσα: α, την καημένη τη μεταφράστρια! Μα πώς είναι δυνατόν να αποδώσει ένα τέτοιο κείμενο χωρίς η ίδια να είναι πεζογράφος ή ποιήτρια; Οι προσπάθειές της ωστόσο, υπήρξαν φιλότιμες και σε αρκετά σημεία τα πήγε καλά. Τα λάθη ήταν λιγοστά αλλά το τελικό αποτέλεσμα, λυπάμαι, δεν είναι Μπάνβιλ. Έχουν χαθεί τα περισσότερα που τον κάνουν να ξεχωρίζει από άλλους "παρελθοντολόγους"... Δεν είναι μόνο οι σπάνιες λέξεις που χρησιμοποιεί (πόσες φορές δεν ανέτρεξα στα λεξικά μου!) και που τις ισοπέδωσε, ούτε η ενίοτε ιδιόμορφη (ποιητικά τρεκλίζουσα) σύνταξη, είναι και το ύφος, προπάντων αυτό! Το ύφος που συχνά κρύβεται ακόμα και στις πιο απλές προτάσεις:
"It was windy and the skirts of my overcoat flapped about my legs like Little Ones of my own, begging their Da not to go to the pub. But go I did."
 
Τελειώνοντας θα σημειώσω ότι το βιβλίο το διάβασα στη Σκόπελο με τη θάλασσα μπροστά μου. Μόνο που η δικιά μου θάλασσα είναι Μεσογειακή. Σαν αυτή που ζωγράφιζε ο Μπονάρ στη Νότιο Γαλλία κι όχι η "αρχιδοσφίχτρα" θάλασσα της Ιρλανδίας... Άλλωστε, του Μπονάρ τη μονογραφία πάσχιζε να γράψει ο πρωταγωνιστής της Θάλασσας, Μαξ Νόρντεν. Σ' αυτή του την ενασχόληση οφείλονται και τρεις από τις ωραιότερες σελίδες του μυθιστορήματος, όπου μιλάει για τον πίνακα του Γάλλου ζωγράφου, "Γυμνή στο λουτρό, με σκυλάκι". Δεν ξέρω αν ήταν η θάλασσα, η Σκόπελος, ο Μπονάρ και η αγαπημένη του Μαρία Μπουρσέν, η κυρία Γκρέις, η Τζούλι Κρίστι, η Χρυσάνθη ή εν τέλει η θαυμάσια γραφή του Τζων Μπάνβιλ, το μυθιστόρημα πάντως δηλώνω, με πλήρη επίγνωση των συνεπειών της δήλωσής μου, πως το βρήκα εξαιρετικό!
 
 
 





Σημειώσεις: Τα εικαστικά που κοσμούν την ανάρτηση είναι με τη σειρά: Edward Hopper (ποιος έχει ζωγραφίσει με ωραιότερο τρόπο τη θάλασσα;), James Abbott Whistler (δεν υπάρχει περίπτωση να γνωρίζεις το έργο του και να μην σου έρθουν εικόνες του κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης του μυθιστορήματος), ο κύριος Τζων Μπάνβιλ (θα μπορούσε κάλλιστα να βρίσκεται μες στον "Οδυσσέα" του Τζόυς), Pierre Bonnard x 2 (στην μπανιέρα η Μαρία Μπουρσέν βέβαια!). "Αρχιδοσφίχτρα", έκφραση του Τζόυς ("scrotumtightening sea") στον "Οδυσσέα". Με την τελευταία πρόταση της ανάρτησής μου θέλησα να κάνω αναφορά στην ευφυή δήλωση του μπλόγκερ, "Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες": "Αγαπητοί μπλογκοσυνάδελφοι, δηλώνω υπεύθυνα ότι κατά την διάρκεια του θέρους δεν μένω άπραγος, κοινώς δεν λουφάρω. Κάπου-κάπου διαβάζω κανένα βιβλίο. Σας διαβεβαιώ, λοιπόν, με πλήρη επίγνωση των συνεπειών της δήλωσής μου, ότι η θάλασσα του χωριού μου είναι πολύ καλύτερη από τη «Θάλασσα» του Τζων Μπάνβιλ".
(17/20)

3 σχόλια:

Thomas είπε...

1. Όχι. Το lapse δε σημαίνει πέφτουν, αλλά περνούν, ή μάλλον σβήνονται, χάνονται, ακόμα και ξεχνιούνται. Τη πρώτη φορά που το διάβασα, σκέφτηκα ότι λέει πως οι ζωντανοί πεθαίνουν, αλλά μάλλον εννοεί ακόμα όσο ζουν, επειδή το lapse πάντα σημαίνει ότι σβήνονται/χανονται/ξεχνιούνται προσωρινά.

2. Πάρα πολύ όμορφο να είναι κλισέ. Ίσως εδώ κρύβεται ο σκοπός του παιχνιδιού σας: πώς μια στερεότυπη σκέψη ζωντανεύεται με πρωτότυπη έκφραση.

3. Ναι. Μου θυμίζει strangers in the night...

4. Δε θά'λεγα ότι είναι κλισέ, αλλά δεν είναι προτώτυπο. Ο Montaigne το έχει πει πιο απλά.

5. Όχι, παρόλο που θυμίζει Proust. Δε μ'αρέσει η μετάφραση γιατί το αγγλικό recollection χρησιμοποιείται πολύ πιο συχνά από το ανάκληση στα ελληνικά, κι έτσι το νόημα το πιάνεις αμέσως.

6. Πάλι όχι, όπως με το 2. Δε μ'αρέσει η λέξη χρωστούμενα. Ο Banville λεει ότι ζητάνε φόρους, τέλη, χρέη, αλλά τι να κάνουμε; Άσχημα δεν ακούγονται στα ελληνικά;

7. Με παιδεύει λίγο η πολύ σπάνια λέξη inconsidered. Το λεξικό (βρίσκεται μόνο στο OED) δίνει απερίσκεπτα σαν έννοια!

ναυτίλος είπε...

Αγαπητέ Θωμά, σ' ευχαριστώ που μπήκες στον κόπο να σχολιάσεις...
Πράγματι η μετάφραση τα αδικεί πολύ.
Το 1 το έχει δολοφονήσει (στα ελληνικά ακούγεται κλισέ) στα αγγλικά διασώζεται, λόγω lapse
To 2 συμφωνώ απόλυτα μαζί σου.
Το 3, άσχημα μεταφρασμένο ακούγεται γλυκερό στα ελληνικά αλλά στα αγγλικά διασώζεται και μέσα στα συμφραζόμενά του είναι εξαιρετικό. (Ας μην γελιόμαστε, τα συμφραζόμενα είναι το παν...)
Το 4 το 'χουν πει πολλοί...
Το 5, μάλλον κλισέ
Το 6 δεν είναι πρωτότυπο αλλά στα αγγλικά ακούγεται θαυμάσια
Το 7 μου αρέσει, στη μετάφραση θα 'θελα να λέει: "το πώς". Έτσι κι αλλιώς δύσκολα αποδίδεται... κι εγώ άλλη λέξη από το "ανούσια" δεν βρίσκω.
Συνολικά θα 'λεγα ότι ο Μπάνβιλ στο έργο του αυτό δεν πρωτοτυπεί και τόσο (πέρα από κάποια λίγα σημεία). Βαδίζει σε σίγουρο δρόμο. Ξέρει να "μαγειρεύει" εξαιρετικά, αλλά η συνταγή που χρησιμοποιεί είναι παλιά και ασφαλής. Επιπλέον του δίνει δυνατότητες και για Booker και για καλές πωλήσεις στο χώρο της καλής λογοτεχνίας.

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΧΩΡΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ είπε...

Αγαπητέ Ναυτίλε
Το βιβλίο μου άρεσε. Αλλά δεν είναι από τα βιβλία που θα σταθώ, βιβλίο που θα μείνει στη μνήμη μου σαν κάτι σπουδαίο που έχω διαβάσει στη ζωή μου, και όταν λέω ζωή μου εννοώ την κάθοδό μου στην καθημερινότητα, που μεταβάλλει την ελεγχόμενη αμηχανία της σε εξοικείωση με τον ορθολογισμό της κοινωνικής συνοχής(διάβασε, αν θέλεις, συνενοχής).
Τα βιβλία δεν προσφέρουν απόλαυση. Απόλαυση είναι ότι υπερβαίνει την προγραμματισμένη καθημερινότητά μας. Απολαμβάνω τον έρωτα, τη μουσική, το τραγούδι, το φαγητό , το ποτό, τον εσπρέσσο, το γέλιο, την παρέα κ.ο. κ. Τα βιβλία δεν είναι μέρος της καθημερινότητά μας, γιατί η αφηγηματική εξιστόρηση είναι ανοίκεια με την κοινωνικότητα. Είναι ένας κόσμος παράλληλος με τον κόσμο μας. Κόσμοι που δεν συγκλίνουν πουθενά. Ο άνθρωπος επικοινωνεί με τη ζώσα γλώσσα, με το βλέμμα, με το σώμα, το γέλιο, το κλάμα, την κραυγή, την όλα αυτά που ονομάζουμε ανθρώπινη συμπεριφορά. Το βιβλίο είναι ένας νεκρός κόσμος, που ο πυρήνας του, η ατομική πρόσληψή του, αναιρεί τον επικοινωνιακό του ρόλο.
Γιαυτό η θάλασσα μου είναι καλύτερη από οποιαδήποτε χάρτινη θάλασσα.
Ελαφρώς διορθωμένο από την απάντησή μου στο blog μου
Καλό βράδυ