
Κάποια μέρα του Σεπτέμβρη , ένας δάσκαλος , συλλέκτης εντόμων εξαφανίζεται χωρίς ν' αφήσει ίχνη . Ψάχνοντας ένα σπάνιο έντομο κατέληξε σ' ένα αλλόκοτο μικρό παραθαλάσσιο χωριό χαμένο στους αμμόλοφους . Τα λιγοστά του σπίτια ήταν χωμένα στις βαθιές κοιλότητες της άμμου και μπορούσες να τα προσεγγίσεις μόνο με ανεμόσκαλες . Εξαναγκασμένος να διανυκτερεύσει σε ένα απ' αυτά αποκλείεται εκεί από τους κατοίκους του χωριού και υποχρεώνεται να συζεί με μια χήρα χωρική . Για να επιβιώσει αγωνίζεται ως Σίσυφος μαζί της ενάντια στην αδηφάγο , πανταχού παρούσα άμμο , που απειλεί να καταβροχθίσει όχι μόνο την κατοικία αλλά κι αυτούς τους ίδιους.
"Αυτό το σπίτι είναι πια μισοπεθαμένο...Τα μισά σπλάχνα του είχαν ξεσκιστεί και είχαν φαγωθεί από τα πλοκάμια της άμμου , που ρέει αδιάκοπα...Της άμμου που , εκτός από τον μέσο όρο του 1/8 του χιλιοστού , δεν έχει καν δικό της σχήμα... Κι όμως , κανένα πράγμα δεν μπορεί να αντισταθεί σ' αυτή την άμορφη , καταστροφική δύναμη... Ή , ακριβώς το ότι δεν έχει μορφή , είναι ίσως η ύψιστη έκφραση δύναμης ..."

"Η γυναίκα της άμμου" είναι ένα καφκικό μυθιστόρημα με τρεις πρωταγωνιστές :Τον Τζούνπεϊ ,τη γυναίκα και την άμμο .Μία άμμος φυλακή , μία άμμος που μπαίνει στο φαγητό , στο στόμα ,στα σώματα , στα ρούχα ,στο σπίτι και που απειλεί να σαπίσει τα πάντα.
"Ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα...Εκτός από το πρόσωπό της , είχε εκτεθειμένο όλο το υπόλοιπο σώμα ...Ήταν καλυμμένο σ' όλη του την επιφάνεια με ένα επίχρισμα λεπτής άμμου , που έκρυβε τις λεπτομέρειες , τονίζοντας έτσι τις γυναικείες καμπύλες. Έμοιαζε σα να ήταν κάποιο άγαλμα επιχρυσωμένο με άμμο."

Μία άμμος "πανδαμάτωρ" σαν το χρόνο ή αναπόδραστη σαν το πεπρωμένο που όσο κι αν αγωνιζόμαστε , ό,τι κι αν σκαρφιστούμε δεν μπορούμε να του ξεφύγουμε .
"Θέλω να πω , τελικά, ότι ο κόσμος είναι κάτι σαν άμμος... Την άμμο , αν τη σκεφτούμε στη στατική της κατάσταση , δεν μπορούμε να συλλάβουμε την ουσία της... Δεν είναι ότι η άμμος ρέει , στην πραγματικότητα , μάλλον η ίδια η ροή είναι η άμμος..."

Ο δάσκαλος ένας ορθολογιστής , λάτρης της επιστήμης και των παροχών που εξασφαλίζει το σύγχρονο κράτος στους πολίτες του , βρίσκεται παγιδευμένος σαν έντομο σε ένα παράλογο σύμπαν.
"Όμως όχι , παρ' όλ' αυτά δεν μπορεί , είναι αδύνατο . Αυτό που συμβαίνει παραείναι έξω από κάθε φαντασία . Είναι δυνατόν να 'πιασαν σε μια παγίδα , να αιχμαλώτισαν σα να 'ταν κανένα ποντίκι ή έντομο , έναν ολόκληρο άνθρωπο ; Έναν άνθρωπο με κανονικό οικογενειακό μητρώο , δουλειά , που πληρώνει τους φόρους του , που διαθέτει βιβλιάριο υγείας ; Όχι , απίστευτο . Είναι ίσως κάποιο λάθος , είναι σίγουρα λάθος. Δεν μπορεί να σκεφτεί ότι πρόκειται για τίποτε άλλο παρά για λάθος ."
Προσπαθεί συνεχώς με όπλο τη λογική να ερμηνεύσει τα πάντα γύρω του αλλά αποτυγχάνει . Σχεδιάζει με κάθε λεπτομέρεια τις αποδράσεις του αλλά η άμμος καταβροχθίζει κάθε του απόπειρα . Μήπως τελικά πρέπει να γίνει σαν τα έντομα της ερήμου που είναι υποχρεωμένα να προσαρμοστούν όσο καλύτερα μπορούν για να επιβιώσουν ; Μήπως το να αποδεχτεί το παράλογο της ζωής του είναι ο μόνος τρόπος για να συμφιλιωθεί με το πεπρωμένο του ;
Ο Κόμπο Αμπέ (1924-1993) ήταν ο πρώτος Ιάπωνας συγγραφέας που χρησιμοποίησε ,ευρύτατα, θέματα της λογοτεχνίας της Δύσης επηρεασμένος από τον Κάφκα ,τον Υπαρξισμό , το θέατρο του Παραλόγου και την επιστημονική φαντασία . Ωστόσο η γραφή του είναι καθαρά ιαπωνική.Η αριστουργηματική "γυναίκα της άμμου" (Suna no Onna - 1962) είναι το πιο γνωστό του μυθιστόρημα.
Και καθώς η ανάρτηση αυτή ξεκίνησε με κινηματογράφο οφείλει να τελειώσει μ' αυτόν.Το 1964 το Βραβείο των Κριτικών στις Κάννες το κέρδισε ο Τεσιγκαχάρα Χιρόσι (1927-2001) με μια από τις κλασικότερες ταινίες του ιαπωνικού κινηματογράφου "Η γυναίκα της άμμου" σε μουσική του Τόρου Τακεμίτσου .

Σημείωση:Η φωτογραφία που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου είναι του Τσέχου Drtikol. Οι υπόλοιπες είναι από την ταινία . Η μετάφραση του βιβλίου έχει γίνει από τα ιαπωνικά και ο Παπαλεξανδρόπουλος είναι ο δεύτερος μεταφραστής μετά τον Ευαγγελίδη που μεταφράζει απ' αυτή τη γλώσσα .Έχει επίσης μεταφράσει , εξαιρετικά διηγήματα του Ουέντα Ακινάρι και του Σίγκα Ναόγια σε δύο αφιερώματα του περιοδικού"Πλανόδιον". (19/20)






