Ζωρζ Σιμενόν, εκδ. Άγρα, μτφ. Αργυρώ Μακάρωφ.
"Δεν μπορεί να χωρέσει ο ανθρώπινος νους ότι ο Θεός, που είναι πάνσοφος, έβαλε μια ψυχή, κυρίως μια καλή ψυχή, σε ένα κατάμαυρο κορμί".
Μοντεσκιέ
Μια νεαρή γυναίκα βρίσκεται δολοφονημένη σε μια γειτονιά της Βιλζουίφ, στο Παρίσι. Ο δολοφόνος δεν θα μπορούσε να είναι κανένας άλλος, παρά μόνο ο κύριος Ιρ...
Ο κύριος Ιρ ή Ίροβιτς. Ένας Ρωσοεβραίος με μητέρα Αρμένισσα, που άλλαξε το όνομά του προς το γαλλικότερο Ιρ.
Ο κύριος Ιρ, που ο μακαρίτης πατέρας του ήταν ένας ράφτης που είχε κατηγορηθεί για τοκογλυφία και είχε κηρύξει πτώχευση ενώ ο ίδιος είχε εκτίσει στο παρελθόν ποινή φυλάκισης έξι μηνών για πώληση πορνοπεριοδικών.
Ο κύριος Ιρ, ένας μονόχνωτος, ακοινώνητος άνθρωπος, που ζούσε μόνος, χωρίς γυναίκα, χωρίς ερωμένη και που οι γείτονές του τον έβρισκαν "παράξενο, ανησυχητικό".
Ο κύριος Ιρ με το απωθητικό παρουσιαστικό και το γελοίο πηδηχτό του περπάτημα...
"Δεν ήταν παχύς. Ήταν πλαδαρός. Ο όγκος του δεν ξεπερνούσε τον όγκο ενός κανονικού άνδρα, όμως σου έδινε την εντύπωση ότι δεν είχε ούτε οστά ούτε σάρκα, ότι δεν υπήρχε τίποτε άλλο εκτός από μια μάζα μαλακή και εύπλαστη, που και οι κινήσεις του ακόμη είχαν κάτι το διφορούμενο. Στο στρογγυλό του πρόσωπο, τα χείλη διαγράφονταν κατακόκκινα, το μικρό μουστάκι κατσαρωμένο με το σίδερο ήταν σαν ζωγραφισμένο με σινική μελάνη και τα ζυγωματικά του ήταν ροζ σαν κούκλας".
Όλα τα παραπάνω, προφανώς, είναι αρκετά για να θεωρηθεί ο κύριος Ιρ βασικός ύποπτος για τις Αρχές αλλά και για την μικροκοινωνία της Βιλζουίφ, που φαντασιώνεται και τελικά κατασκευάζει τον ένοχο, τον απομονώνει και τον συνθλίβει...
Με τους
"Αρραβώνες του κυρίου Ιρ" του 1933(!) ο Σιμενόν περιγράφει το μηχανισμό με τον οποίο οι άνθρωποι μετασχηματίζουν τις προκαταλήψεις τους και τις φοβίες τους σε όπλα ενάντια στον Άλλο, όπου ο Άλλος δεν είναι μόνο ο ξένος ή ο Εβραίος αλλά γενικότερα ο διαφορετικός, αυτός που δεν ανταποκρίνεται στα στερεότυπά τους. Κι όλα αυτά αρκετά χρόνια πριν το Ολοκαύτωμα κι από έναν συγγραφέα που κατηγορήθηκε για αντισημιτισμό.
Ο Ιρ, ο ηδονοβλεψίας, ο απατεωνίσκος που κερδίζει τα λεφτά του εξαπατώντας με "νόμιμο" τρόπο κάποιους ανυποψίαστους πολίτες, ο τακτικός θαμώνας του λευκού πορνείου, είναι ο κατάλληλος αποδιοπομπαίος τράγος για την αστυνομία, που δείχνει να μην την απασχολεί ποιος είναι ο πραγματικός ένοχος της δολοφονίας. Άλλωστε ούτε κι ο Σιμενόν δείχνει να νοιάζεται. Άλλο είναι, γι' αυτόν, το έγκλημα.
Πέρα απ' όλα αυτά ο Ζωρζ Σιμενόν γράφει ένα ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα γεμάτο από εκπληκτικές σκηνές "ανθολογίας": Η σκηνή στο πορνείο-κρεοπωλείο, ο τελετουργικός τρόπος με τον οποίο ο Ιρ προετοιμάζεται καθημερινά για να πάρει μάτι τη γειτόνισσά του, η σκηνή στο μπόουλινγκ, όπου εντελώς απροσδόκητα ο Ιρ διαπρέπει ως ζογκλέρ...
Αστείρευτο χιούμορ, ειρωνεία, μοναδική σκιαγράφηση χαρακτήρων, συνεχής ένταση με σοφές δόσεις επιβράδυνσης, είναι μερικά μόνο απ' τα στοιχεία του αριστουργηματικού μυθιστορήματος, που έγραψε ο Βέλγος συγγραφέας στην αρχή σχεδόν της σταδιοδρομίας του. Κι όλα αυτά σε γλώσσα απλή αφού καθώς υποστήριζε ο ίδιος: "Όταν βρίσκετε μια ωραία φράση, κόψτε την (coupez-la). Κάθε φορά που ανακαλύπτω κάτι τέτοιο σ' ένα απ' τα μυθιστορήματά μου, είναι για κόψιμο (c'est a couper)". Η αγάπη για τη γλώσσα δεν πρέπει επ' ουδενί να εκδηλώνεται στα γραπτά του, σύμφωνα με τα λεγόμενά του.
"Καθισμένος σ' αυτό το τραπέζι, ο κύριος Ιρ έφαγε ψωμί με βούτυρο και ήπιε τον καφέ του, αργά, κοιτάζοντας ίσια μπροστά του. Όταν τελείωσε, έμεινε λίγο ακόμη ακίνητος, σα να είχε γίνει ένα με το χρόνο και με το χώρο. Άρχισαν να ακούγονται διάφοροι ήχοι, αδύναμοι και ασαφείς στην αρχή, βήματα πάνω σε ξύλινα πατώματα, κάποιοι χτύποι και σε λίγο ήταν σάμπως όλος ο κόσμος να αναλυόταν σε ρυθμικούς ήχους γύρω από το δωμάτιο".
Coupez-les Monsieur Simenon, coupez-les!
Σημειώσεις: Το μότο του Μοντεσκιέ προέρχεται από "Το πνεύμα των νόμων" και αναφέρεται στη μαύρη φυλή. Το εικαστικό θέμα που ακολουθεί είναι έργο του Paul McCarthy. Η αφίσα προέρχεται από τη δεύτερη κινηματογραφική διασκευή του βιβλίου από τον Πατρίς Λεκόντ, το 1989, με πρωταγωνιστή τον Μισέλ Μπλαν. Τα αποσπάσματα με μπορντό χαρακτήρες είναι απ' το βιβλίο ενώ αυτό με τους μπλε προέρχεται από συνέντευξη του Σιμενόν στον Κάρβελ Κόλλινς το 1955. Εξαιρετική ανάλυση πάνω στο θέμα των στερεοτύπων υπάρχει στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου της Φ. Αμπατζοπούλου, "Ο Άλλος εν διωγμώ", εκδ. Θεμέλιο. (19/20)