Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σιμενόν Ζωρζ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σιμενόν Ζωρζ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2020

Ο Μαιγκρέ φοβάται

 "Ο Μαιγκρέ φοβάται" δεν είναι από τα καλύτερα μυθιστορήματα του Σιμενόν αλλά ακόμη κι έτσι, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι αξιόλογο. Αναρωτιέμαι αν ο Βέλγος συγγραφέας έγραψε ποτέ κάποιο βιβλίο που να είναι κακό ή έστω μέτριο...

Πρωταγωνιστεί κι εδώ ο επιθεωρητής Μαιγκρέ αλλά, όπως γράφει και ο Καλφόπουλος στο εξαιρετικό επίμετρο που συνοδεύει την έκδοση, στα βιβλία με τον επιθεωρητή πρωτίστως αναδεικνύεται ο κοινωνικός περίγυρος του μικροαστού (petit bourgeois), η γαλλική (και όχι μόνο) επαρχία με τα ένοχα μυστικά της και η ατμόσφαιρα (και ατμοσφαιρικότητα) των παρισινών μπιστρό, των λαϊκών ξενοδοχείων, εκεί που αναπνέει βαριά, ασθματικά σχεδόν, η ανθρώπινη μοναξιά μέσα στο πλήθος.
Ο Μαιγκρέ ("μπαλωματής κάθε κατεστραμμένης μοίρας") που κρίνει χωρίς να καταδικάζει έχει δημιουργηθεί από έναν συγγραφέα που συμπάσχει με τους ήρωές του και που γράφοντας γι' αυτούς μπαίνει στο πετσί τους, μοιράζεται μαζί τους τη διάθεση για φυγή και απόδραση, τη δίψα για ερωτικές βραδιές κι ανθρώπινη επαφή και την ανάγκη για στοργή και συντροφικότητα...



Τρίτη 28 Απριλίου 2020

Ο Μαιγκρέ στους Φλαμανδούς

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.



Πριν απ' οτιδήποτε άλλο, τα περισσότερα βιβλία του Σιμενόν είναι βιβλία πατριδογνωσίας... κι εδώ ο Μαιγκρέ βρίσκεται στο Ζιβέ, το οποίο είναι μεν Γαλλία αλλά σχεδόν μες στο Βέλγιο. Ο επιθεωρητής Μαιγκρέ δεν επιχειρεί να κρίνει αλλά να καταλάβει, να αισθανθεί το βάρος των πραγμάτων, την πυκνότητά τους, τον παλμό και τη μυρωδιά τους. Σαν δαίμονας πλησιάζει τους ανθρώπους και τρέφεται με την ουσία τους. Μονάχα με τον τρόπο αυτό μπορεί να δει καθαρά.
Τελειώνοντας την ανάγνωση του μυθιστορήματος μένει κανείς με την εντύπωση πως ο Μαιγκρέ δεν πιστεύει και πολύ στη δικαιοσύνη και πως για εκείνον δεν υπάρχει ένοχος παρά μόνο θύματα. Πώς θα μπορούσαν οι δικαστές μέσα σε λίγες ώρες να καταλάβουν έναν άνθρωπο; Σύμφωνα με τον Μαλρώ, το γεγονός ότι δικάζουμε, σημαίνει ολοφάνερα πως δεν καταλαβαίνουμε. Γιατί αν καταλαβαίναμε, δεν θα μπορούσαμε πια να δικάσουμε.
"Γράφοντας μυθιστορήματα, είχα την εντύπωση πως προσέγγιζα τον άνθρωπο, πως έμπαινα στο πετσί των προσώπων. Όταν βρισκόμαστε μέσα στο πετσί ενός προσώπου, δεν ξέρουμε καθόλου πού θα μας οδηγήσει. Τον ακολουθούμε μέρα τη μέρα και μόνο στο τελευταίο κεφάλαιο ξέρουμε: Πρέπει να πάει μέχρι την άκρη του ίδιου του εαυτού του. Ρώτησαν τον Μπαλζάκ:"Τι είναι ένα μυθιστορηματικό πρόσωπο;" και απάντησε: "Είναι οποιοσδήποτε μέσα στο δρόμο, που όμως πηγαίνει μέχρι την άκρη του ίδιου του του εαυτού". (από συνέντευξη του Σιμενόν)

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2019

Ο ένοικος


Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Ακόμη και στα λιγότερο γνωστά του έργα ο Σιμενόν αποδεικνύεται ένας σπουδαίος συγγραφέας. Ένας δημιουργός που διαθέτει για τα πρόσωπά του την τρυφερή ματιά του Τσέχωφ και το βάρος των ηθικών διλημμάτων του Ντοστογιέφσκι.
Αν κανείς νομίζει ότι ξεκινώντας ένα έργο του Σιμενόν, ιδιαίτερα κάποιο από τα λεγόμενα "σκληρά μυθιστορήματα" του, θα διαβάσει ένα "αστυνομικό", θα διαψευστεί. Ο Ναζεάρ, κοσμοπολίτης από την Πόλη, κάνει ένα στυγνό έγκλημα μεταξύ Βελγίου και Γαλλίας με στόχο τη ληστεία αλλά τελικά, τι είναι αυτό που αναζητά; 
Ο τίτλος πάντως είναι από τους πιο ενδιαφέροντες του Σιμενόν: "Ο ένοικος" (Le locataire)...

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Ο θάνατος της Μπελ

Ζωρζ Σιμενόν, εκδ. Άγρα, μτφ. Βάνα Χατζάκη.



 
 
 
"Συμβαίνει καμιά φορά ένας άνθρωπος να πηγαινοέρχεται μέσα στο σπίτι του, να κάνει τις συνηθισμένες του κινήσεις, τις κινήσεις της κάθε μέρας, χαλαρωμένος, μόνος με τον εαυτό του, και, σηκώνοντας ξαφνικά τα μάτια, ν’ αντιληφθεί ότι οι κουρτίνες δεν είναι τραβηγμένες και ότι ο κόσμος τον παρακολουθεί απ’ έξω... Υπήρχε άνθρωπος στον κόσμο που θα μπορούσε να προβλέψει ότι η βραδιά εκείνη θα έμπαινε εν συνεχεία στο μικροσκόπιο, πως θα τον ανάγκαζαν να την ξαναζήσει κάτω από το μεγεθυντικό φακό, κυριολεκτικά σχεδόν σαν έντομο;"
 
Αυτό το απόσπασμα είναι κλασικός Σιμενόν! Οι πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος είναι αριστουργηματικές, σχεδόν σε υπνωτίζουν και σε βυθίζουν στη ζωή μιας αμερικανικής κωμόπολης της δεκαετίας του '50. Εδώ ακριβώς θα ήθελα να διαμαρτυρηθώ ενάντια σ' αυτούς που υποστηρίζουν ότι όταν διαβάζεις ένα σπουδαίο βιβλίο, δραπετεύεις από τη ζωή. Λάθος, μέγα λάθος! Δεν δραπετεύεις, βυθίζεσαι σ' αυτήν...
 
 
 
 
 
 
Η ύπαρξη του Σπένσερ Άμπυ, ενός γλυκομίλητου καθηγητή σε μια κωμόπολη κοντά στη Νέα Υόρκη, καταρρέει μια ωραία πρωία όταν ανακαλύπτεται, σε ένα δωμάτιο του σπιτιού του, νεκρή η Μπελ, η κόρη μιας φίλης της γυναίκας του που τη φιλοξενούσαν. Ο κύριος ύποπτος είναι ο ίδιος. Κανείς δεν τον κατηγόρησε επισήμως, αλλά αυτός ο αφελής άνθρωπος, ντροπαλός και με κάποια απωθημένα, θα βιώσει τον εξευτελισμό των αστυνομικών ανακρίσεων, τον εξοστρακισμό από τους συναδέλφους του και την έχθρα της μικρής πόλης. Όταν μαθαίνει ότι όλες οι κατηγορίες εναντίον του αποσύρονται, όλοι φαντάζονται ότι η υπόθεση τελείωσε. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή όμως, η ζωή του θα αρχίσει να κλίνει προς την τραγωδία.
 
Θα πίστευε κανείς ότι το μυθιστόρημα θα επικεντρωνόταν στην απόδειξη της αθωότητας του Σπένσερ και στην ανακάλυψη του πραγματικού ενόχου. Άλλωστε αστυνομικό μυθιστόρημα δεν είναι; Όποιος πιστεύει ότι τα καλύτερα βιβλία του Σιμενόν ανήκουν στην κατηγορία της αστυνομικής λογοτεχνίας, μάλλον δεν έχει διαβάσει Σιμενόν... Ε λοιπόν, στο "Θάνατο της Μπελ", κανείς δεν ασχολείται με την ανακάλυψη του ενόχου! Όλοι ασχολούνται με τον "αθώο" Σπένσερ, ακόμα και ο ίδιος ο Σπένσερ!

Τα βασικά θέματα του δαιμόνιου Βέλγου, εδώ, φτάνουν στο αποκορύφωμά τους: Πόσο πιο ένοχος είναι αυτός που έκανε το έγκλημα απ' αυτόν που το επιθύμησε; Πόσο μόνοι είμαστε κατά βάθος; Είναι τελικά ο κοινωνικός περίγυρός μας ένας κλοιός προστασίας και αλληλεγγύης ή ένας μηχανισμός καταπίεσης ικανός να μας οδηγήσει έως και την εκμηδένιση; Τι είναι αυτό που κατασκευάζει τον εγκληματία; Μια ταραγμένη παιδική ηλικία γεμάτη ψυχικά τραύματα; Μια επιβαρυμένη κληρονομικότητα; Η κοινωνία που μας περιβάλλει;





Η δολοφονία της Μπελ και η ακόλουθη κοινωνική απομόνωση του Σπένσερ, έσπασαν το προστατευτικό κέλυφος μες στο οποίο είχε καταφύγει ο ίδιος μαζί με όλα του τα απωθημένα. Τα παλαιά ψυχικά τραύματα επανεμφανίστηκαν. Έως τότε, η τελετουργική, μέχρι μανίας, καθημερινότητά του είχε λειτουργήσει ως φράγμα στις καταστροφικές επιθυμίες του. Ο Σπένσερ είναι ένας άντρας κατά βάθος ευνουχισμένος. Ο αυθορμητισμός, οι σεξουαλικές του επιθυμίες, ακόμα και τυχόν ερωτικές σκέψεις έχουν ακρωτηριασθεί... Μόνη διέξοδος ο ρεμβασμός προς Ανατολάς: η κατά μόνας παρατήρηση, εκ του μακρόθεν, της γοητευτικής ασιάτισσας, κυρίας Κατζ. Όσο η ιστορία εξελίσσεται, τόσο ο Σπένσερ δείχνει να εγκλωβίζεται στο πεπρωμένο του. Η σύζυγός του, Κριστίν, έχει εξαρχής πάρει τη θέση της μητέρας του, ενώ αυτός κάνει τα πάντα για να μην πάρει τη θέση του αυτοκαταστροφικού, αλκοολικού πατέρα του... Προς το τέλος, εντελώς αναπάντεχα, θα τολμήσει την εξέγερση, που όμως δεν θα τον οδηγήσει στην απελευθέρωση από την οικογενειακή κατάρα, αλλά αντίθετα θα προκαλέσει την καταστροφή του. Ο Σπένσερ, ως κλασικός ήρωας του Σιμενόν, δεν θα απελευθερωθεί παρά μόνο για να υποταχθεί ακόμα περισσότερο, σ' αυτό που πίστευε από την αρχή πως ήταν το πεπρωμένο του! 
 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
Σημειώσεις: Τα εικαστικά είναι έργα του Εδουάρδου Σακαγιάν. Στην τελευταία φωτογραφία ο Σιμενόν μπροστά από το σπίτι του στο Λέικβιλ, κοντά στη Νέα Υόρκη, όπου ζούσε την εποχή που έγραψε το έργο (1951). Αναρωτιέμαι βέβαια με τόσα βιβλία που έγραφε, πού έβρισκε το χρόνο να κλαδεύει... Όλες οι λεπτομέρειες δείχνουν ότι εκεί εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα, παρόλο που δεν κατονομάζεται η κωμόπολη του Κονέκτικατ. Το βιβλίο το διάβασα παράλληλα με το γαλλικό κείμενο. Η μετάφραση της Χατζάκη είναι εξαιρετική. Στη σελίδα 19, στο τέλος της τρίτης παραγράφου, λείπουν δύο σειρές άνευ ιδιαίτερης σημασίας ("Μέχρι στιγμής ο Μπομπ Μίτσελ δεν άξιζε περισσότερο από ένα 6 στην Ιστορία και ο Σπένσερ σημείωσε το ψηφίο με κόκκινο μολύβι"). Ο Τζούλιαν Μπαρνς σε ένα κείμενό του στην Guardian, το 2012, γράφει: "Η ζωή και το διάβασμα δεν είναι χωριστές δραστηριότητες. Η διάκριση είναι πλαστή. Όταν διαβάζεις ένα σπουδαίο βιβλίο, δεν δραπετεύεις από τη ζωή, βυθίζεσαι σ' αυτήν. Μπορεί να υπάρχει μια επιφανειακή απόδραση -σε διαφορετικές χώρες, ήθη, γλωσσικά σχήματα-, όμως αυτό που κατά βάθος κάνεις είναι να διευρύνεις τους τρόπους με τους οποίους κατανοείς τις λεπτές αποχρώσεις της ζωής, τα παράδοξά της, τις χαρές της, τους πόνους και τις αλήθειες της. Η ανάγνωση και η ζωή δεν εξελίσσονται ξεχωριστά -συμβιώνουν". Το κείμενο υπάρχει ως ένθετο, σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά, στην "Ιστορία του κόσμου σε 10 1/2 κεφάλαια", εκδ. Μεταίχμιο. (19/20)
 

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

Το χιόνι ήταν βρόμικο

Ζωρζ Σιμενόν, εκδ. Άγρα, μτφ. Αργυρώ Μακάρωφ.


"Έκλεψα τα ρολόγια και σκότωσα τη δεσποινίδα Βιλμός, την αδελφή του ωρολογοποιού του χωριού μου. Είχα ήδη σκοτώσει έναν αξιωματικό σας, στη γωνία της παρόδου του βυρσοδεψείου, για να του πάρω το περίστροφο, γιατί ήθελα πολύ να έχω ένα περίστροφο. Διέπραξα πράξεις πολύ πιο ειδεχθείς, διέπραξα το μεγαλύτερο έγκλημα του κόσμου, όμως αυτό δεν σας αφορά. Δεν είμαι ούτε φανατικός, ούτε ταραχοποιός, ούτε πατριώτης. Είμαι ένα κάθαρμα".





Σε μια κατεχόμενη χώρα ο Φρανκ Φριντμάιερ, δεκαοκτώ ετών, χωρίς ηθικές αρχές και χωρίς στόχο, ξεκινά την καριέρα του εγκληματία, με πρώτη πράξη το μαχαίρωμα ενός αξιωματικού του κατακτητή. Έπειτα διαπράττει κι άλλον φόνο στη διάρκεια μιας διάρρηξης. Συνεχίζει εξαπατώντας και ταπεινώνοντας ερωτικά μια νεαρή γειτόνισσα, τη Σίσσυ. Στο τέλος, τον συλλαμβάνουν για ένα έγκλημα που δεν έκανε και τότε είναι που ο Φρανκ μεταλλάσσεται σε ένα είδος... ασκητή. 


Ο Σιμενόν μας δίνει με το "Χιόνι ήταν βρόμικο" ένα από τα ωραιότερα αλλά και πιο σκοτεινά μυθιστορήματά του. Ο ίδιος έγραφε στις 23 Μαρτίου του 1948 στον εκδότη του: "Χτες ολοκλήρωσα το καλύτερό μου μυθιστόρημα". Τα κίνητρα των χαρακτήρων που δημιούργησε ξεφεύγουν από την παραδοσιακή ψυχολογία ενώ σε κάθε ανάγνωση περισσότερο πληθαίνουν τα ερωτήματα παρά οι απαντήσεις: Σε ποια χώρα διαδραματίζεται το έργο; Γαλλία, Βέλγιο, Γερμανία, Ουγγαρία; Ποιοι είναι οι κατακτητές; Γιατί ο Φρανκ κάνει τον πρώτο φόνο; Γιατί ταπεινώνει τη Σίσσυ; Γιατί αισθάνεται δέος απέναντι στον πατέρα της, τον Χολστ; Ποιος ακριβώς είναι ο Χολστ; Ποιος πρόδωσε τον Φρανκ (αν τον πρόδωσε κάποιος); Ποιος ήταν ο πατέρας του; Ποιος ο ρόλος της μητέρας του; Τι γνώριζε ο ανακριτής; Το κλασικό μοτίβο της αναζήτησης του πατέρα αρκεί για να εξηγήσει την πορεία του Φρανκ;





Ο Φρανκ με τις απεχθείς και αναιτιολόγητες  πράξεις του παρουσιάζεται στο μυθιστόρημα ως ο εκφραστής του Κακού. Λίγο πριν τη σύλληψη του, έχει ξεπεράσει κάθε όριο αποκτήνωσης. Θα 'λεγε κανείς ότι, στο πρώτο και δεύτερο μέρος του έργου, ο Φρανκ κάνει τη θητεία του στο Κακό. Κανείς στον περίγυρό του, ούτε η μητέρα του, ούτε ο φίλος του Κρόμερ, δεν μπορεί να κατανοήσει τη συμπεριφορά του και τα κίνητρά του. Αυτό ακριβώς είναι που τους προκαλεί ανησυχία και τρόμο. Σαν κομήτης ακολουθεί την παράλογη κι απειλητική πορεία προς την εκμηδένιση. Κι όταν φτάσει στο ύστατο στάδιο της αθλιότητας, θα ξεκινήσει, στο τρίτο μέρος, τη συμφιλίωση με τον εαυτό του, που θα τον οδηγήσει στη λύτρωση.

Κατά τη διάρκεια της φυλάκισης συντελείται η σταδιακή μεταμόρφωση του Φρανκ. Μέσα στην απομόνωση και υπό το καθεστώς των επαναλαμβανόμενων καφκικών ανακρίσεων, "ασκείται" στην ενδοσκόπηση. Στη φυλακή θα διακόψει οριστικά τις σχέσεις του με τον έξω κόσμο και θα αναθεωρήσει τις αξίες του. Εκεί, θα δημιουργήσει ένα δικό του ρυθμό, συντονισμένο με τις ανακρίσεις και τις εμφανίσεις μιας νέας γυναίκας σε ένα παράθυρο. Βυθισμένος σε ένα "λήθαργο" θα απολαμβάνει έως και τη βρόμα του σώματός του... Τέλος, θα φτάσει σε ένα πνευματικό στάδιο κατά το οποίο η πραγματικότητα και η φαντασία ενώνονται για να του προσφέρουν μια διαύγεια μοναδική. Η πορεία, που πρέπει να ακολουθήσει, είναι πλέον ξεκάθαρη! 





Ο Σιμενόν συνεχίζει, σχεδόν με κάθε του βιβλίο, να με εκπλήσσει! Η καίρια γραφή του, τόσο φειδωλή σε επίθετα και μεταφορές! Φράσεις απλές, συμπαγείς και γρήγορες σα βέλη, που οδηγούν στην ουσία χωρίς περιστροφές. Ο Βέλγος δημιουργός χειρίζεται το μελωδικότατο πιάνο ως κρουστό. Εικόνες μοναδικής δύναμης διαδέχονται η μία την άλλη: Ο φόνος του στρατιωτικού, το μπανιστήρι από το φεγγίτη στο πορνείο, η αποπλάνηση της Σίσσυ, οι ανακρίσεις, ο "μυστικός γάμος" υπό το βλέμμα του ανακριτή και τις ευλογίες του πατρός Χολστ... και το χιόνι, παντού χιόνι... άφθονο, λασπωμένο, σχεδόν τρομακτικό!    

"Το χιόνι πάντα βρόμικο, και οι σωροί του θα έλεγες ότι έχουν σαπίσει, έτσι με τις μαύρες κηλίδες και με τα σκουπίδια που έχουν γίνει ένα σώμα. Η λευκή πούδρα που αποκολλάται μερικές φορές απ' τον ουρανό, σε μικρές ποσότητες, όπως ο γύψος από ένα ταβάνι, δεν καταφέρνει να σκεπάσει όλη αυτή τη βρομιά".









Σημειώσεις: Πολλοί έχουν συγκρίνει το μυθιστόρημα του Σιμενόν με τον "Ξένο" του Καμύ. Προσωπικά μου 'φερνε συχνά στο μυαλό τον Ντοστογιέφσκι, το "Ιερό" ("Άδυτο") του Φώκνερ και τη "Δίκη" ή τον "Πύργο" του Κάφκα. Αναμφίβολα το τρίτο μέρος έχει καφκικές επιρροές ενώ ο χαρακτήρας του Φρανκ δείχνει να έχει ως βάση τον Ποπάι του Φώκνερ, που θαύμαζε ιδιαίτερα ο Σιμενόν. Ακόμα και η σκηνή της απόπειρας βιασμού της Σίσσυ (και γενικότερα η σχέση του Φρανκ μαζί της) έχει κάποια κοινά με την αντίστοιχη της Τεμπλ. "Το χιόνι ήταν βρόμικο" (ποτέ δε θα συνηθίσω το όμικρον στο "βρόμικο") γυρίστηκε για τον κινηματογράφο, το 1953,  από τον Luis Saslavsky. Δεν έχω δει την ταινία αλλά πολύ θα 'θελα να το είχε σκηνοθετήσει ο αγαπημένος μου σκηνοθέτης, Ρομπέρ Μπρεσόν. Πιστεύω ότι θα του ταίριαζε. Η πρώτη φωτογραφία είναι του Brassai ("Avenue de l' Observatoire") και η δεύτερη των Robert & Shana Parkeharrison (μια ιδιόμορφη συσκευή παίρνει το αίμα από τις φλέβες ενός χεριού και το αφήνει στο χιόνι) .(18/20)


Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Η φυγή του κυρίου Μοντ

Ζωρζ Σιμενόν, εκδ. Άγρα, μτφ. Αργυρώ Μακάρωφ



Αστικά λεωφορεία

Χρόνια τώρα
πηγαινοέρχονται φορτωμένα.

Κανένα τους δε σκέφτηκε
να βγει απ' τη γραμμή.


(Χ. Λάσκαρης)


Κι όμως, ο σαρανταοκτάχρονος αστός Νορμπέρ Μοντ, φορτωμένος μ' όλες τις καθημερινές έγνοιες, αποφασίζει να εγκαταλείψει τους πάντες και τα πάντα, τη γυναίκα του Τερέζ, τα παιδιά του, την πετυχημένη επιχείρηση με τις εξαγωγές που διατηρούσε.

"Γιατί, χωρίς να διστάσει, πήγε στη γωνία του μπουλβάρ Σαιν-Μισέλ και περίμενε ένα λεωφορείο που πήγαινε στο σταθμό Γκαρ ντε Λυόν; Το έκανε χωρίς να σκεφτεί. Ούτε μια στιγμή δεν είχε πει να κάνει αυτό ή το άλλο".
Γιατί μπήκε σ' ένα τρένο που σύντομα άφησε πίσω του τη γκρίζα πόλη;
"Υπέροχη θέα, υπέροχη και εξαθλιωμένη, αυτή των πολυώροφων μαυριδερών σπιτιών που μπροστά τους ανοιγόταν ο δρόμος του τρένου, με εκατοντάδες, χιλιάδες παράθυρα κλειστά ή ανοιχτά, κρεμασμένες μπουγάδες, αντένες τηλεοράσεων, ένα καταπληκτικό συνονθύλευμα, σε μήκος και ύψος, που έσφυζε από ζωή και από το οποίο το τρένο αποκόπηκε απότομα, αφού πριν, σ' έναν δρόμο που έμοιαζε ήδη με αυτοκινητόδρομο, φάνηκε το τελευταίο λευκοπράσινο αστικό λεωφορείο... Δεν ήξερε πού πήγαινε, ούτε τι θα έκανε. Είχε φύγει. Δεν υπήρχε πλέον τίποτα πίσω του. Δεν υπήρχε ακόμη τίποτα μπροστά του. Βρισκόταν απλώς μέσα στο χώρο".





Ποιος δεν έχει νιώσει την παρόρμηση, έστω για μια φορά στη ζωή του, να φύγει; Ν' αφήσει πίσω τα πάντα και να εξαφανιστεί. Ο κύριος Μοντ, ένας αξιοσέβαστος οικογενειάρχης και καθ' όλα πετυχημένος επιχειρηματίας δεν φεύγει γιατί βρέθηκε σε οικονομικό αδιέξοδο, ούτε γιατί ερωτεύτηκε άλλη γυναίκα. Έφυγε και σ' αυτή του τη φυγή ένιωσε τη χαρά και την ανακούφιση του Άτλαντα, που άφησε για λίγο το φορτίο του Ουρανού στους ώμους του Ηρακλή.

"Ο κύριος Μοντ είχε το μέγεθος μιας Καρυάτιδας που είχε απελευθερωθεί πλέον απ' το φορτίο της. Δεν παραπονιόταν. Δεν κατηγορούσε κανέναν. Δεν θύμωνε με κανέναν. Μόνο, που για πρώτη φορά, τώρα που όλα είχαν τελειώσει, άφηνε την κούρασή του να εκδηλωθεί και ένιωθε το σώμα του ζεστό και γαλήνιο".

Διαλέγει τη ζωή του περιπλανώμενου, τη ζωή του περιθωρίου και της φτώχειας. Πολύ γρήγορα όμως, θα εμπλακεί σε απρόβλεπτες καταστάσεις για να συνειδητοποιήσει ότι μια Καρυάτιδα, ακόμη και δίχως το φορτίο της, παραμένει πάντα μια Καρυάτιδα...





Τίποτα πιο απολαυστικό από έναν καλό Σιμενόν. Ιδιαίτερα όταν έχει εκδοθεί με τη γνωστή φροντίδα των εκδόσεων Άγρα. Κάθε φορά κοιτάζω με αδημονία τον κατάλογό τους για να δω ποιο θα είναι το επόμενο βιβλίο του. Δεκαπέντε τίτλοι έως τώρα και δύο προς έκδοση... Τι μεγάλη ευχαρίστηση να ανοίγω τα σκούρα βιβλιαράκια του, να ξεκινάω την ανάγνωση και να βυθίζομαι στη μαγεία της αφήγησής του! Κάθε βιβλίο του και μια αναγνωστική έκπληξη.

Πριν από μερικά χρόνια ο Γκαλιμάρ έβαλε τον Βέλγο δημιουργό στη περίφημη σειρά Pleiade. O Ζακ Ντυμπουά συγκέντρωσε 30 έργα του σε τρεις τόμους κι έτσι ο Σιμενόν μπήκε στο πάνθεον των μεγάλων κλασικών. Παραδόξως ο κύριος Μοντ δεν ήταν ανάμεσα στις επιλογές του. Ίσως γιατί θυμίζει τον Κέες Πόπινγκα από τον εξαιρετικό "Άνθρωπο που έβλεπε τα τρένα να περνούν". Κι όμως "Η φυγή του κυρίου Μοντ" ανήκει, αναμφίβολα, στη σειρά των σιμενονικών Ρολλς-Ρόυς.



Στις αρχές της σταδιοδρομίας του ο Σιμενόν συνήθιζε να λέει: "Θα κατασκευάζω αυτοκίνητα Φορντ μέχρι να αποκτήσω αρκετά λεφτά, μετά θα φτιάχνω Ρολλς-Ρόυς για την ευχαρίστησή μου".
  

Σημειώσεις: Το ποίημα το Χρήστου Λάσκαρη προέρχεται από τον τόμο "Ποιήματα", εκδ. Μπιλιέτο. Η δεύτερη εικόνα είναι έργο του Έντουαρντ Χόπερ. Στις δύο επόμενες ο ίδιος ο συγγραφέας. O Jacques Dubois και ο Benoît Denis έχουν επιλέξει τα 30 πιο ωραία (και αντιπροσωπευτικά), κατά τη γνώμη τους, έργα του Σιμενόν για τη σειρά Pleiade. Ανάμεσά τους βρίσκονται ελάχιστοι Μαιγκρέ (μόνο δύο αν δεν απατώμαι). Από αυτή την επιλογή η Άγρα έχει εκδώσει μέχρι στιγμής μόνον 6 τίτλους (Μπλε δωμάτιο, Ο γάτος, Άγνωστοι μέσα στο σπίτι, Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν, Οι αρραβώνες του κυρίου Ιρ και Το χιόνι ήταν βρώμικο) ενώ έχει αναγγείλει για προσεχώς το Θάνατο της Μπελ. (17/20)

Κυριακή 28 Αυγούστου 2011

Ο Γάτος

Ζωρζ Σιμενόν, εκδ. Άγρα, μτφ. Αργυρώ Μακάρωφ.



"Πῶς παρεδόθημεν τῇ φθορᾷ;
πῶς συνεζεύχθημεν τῷ θανάτῳ;"


Ιωάννης ο Δαμασκηνός










Η Μαργκερίτ Ντουάζ, 71 ετών, και ο Εμίλ Μπουέν, 73, παντρεμένοι εδώ και οκτώ χρόνια, ζούνε μαζί αλλά ο μόνος τρόπος επικοινωνίας τους είναι κάποια υπαινικτικά σημειώματα που πετάει ο ένας στον άλλον. Σημειώματα γραμμένα με μνησικακία και που στόχος τους είναι να προκαλέσουν ταραχή και εκνευρισμό.

"Ο Εμίλ είχε γράψει:
Ο ΓΑΤΟΣ
Του απαντούσε βουβά:
Ο ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ
Η κλασική απάντηση. Κατηγορούσε τη γυναίκα του ότι είχε δηλητηριάσει το γάτο του, το δικό του γάτο, που τον είχε αγαπήσει προτού ακόμη τη γνωρίσει..."


Ο Εμίλ την υποψιάζεται ότι δηλητηρίασε το γάτο του ενώ η Μαργκερίτ τον κατηγορεί για το θάνατο του παπαγάλου της, με τον οποίο την εκδικήθηκε.

Ζούνε στο εξής σαν ξένοι: ο καθένας κάνει τα δικά του ψώνια, ετοιμάζει το δικό του φαγητό και φροντίζει το ατομικό του νοικοκυριό. Ο γάμος τους είναι μια φυλακή, που σαν καλοί καθολικοί, την υπομένουν αγόγγυστα.


"Κανένας απ' τους δυο δεν είχε το δικαίωμα να καταθέσει τα όπλα. Είχε γίνει η ζωή τους. Τους ήταν τόσο φυσιολογικό, τόσο απαραίτητο ν' ανταλλάσσουν σημειώματα όπως άλλοι ανταλλάσουν αβρότητες ή φιλιά."











Ο Εμίλ και η Μαργκερίτ, χήροι και οι δυό τους, παντρεύονται σε προχωρημένη ηλικία περισσότερο για να ενώσουν τις μοναξιές τους παρά από αγάπη ή αμοιβαία έλξη. Μετά από οκτώ χρόνια συμβίωσης, η ανάγκη για συντροφιά έχει μεταμορφωθεί σε λυσσαλέο μίσος -το μόνο αίσθημα που συμμερίζονται. Η εχθρότητα κορυφώνεται κι ο Σιμενόν ανατέμνει τους λόγους που τους έκαναν να ενώσουν τις τύχες τους και οδήγησαν στον αφανισμό τους. Περιγράφοντας το ζοφερό παρόν τους βρίσκει τις κατάλληλες αφορμές να μιλήσει για το παρελθόν του καθενός, να ξετυλίξει τις ζωές τους και προπάντων να δώσει υπόσταση και βάθος σ' αυτές τις μικροεμμονές που συγκροτούν τελικά τις ζωές όλων μας.
Έχοντας διαβάσει πάνω από δέκα βιβλία του, πιστεύω ότι είναι ένας από τους καλύτερους ψυχογράφους. Κάθε πρόσωπο των μικρών μυθιστορημάτων του, ακόμα και το πιο έλασσον, αποκτά υπόσταση και διαστάσεις που το εντάσσουν στην πραγματικότητα μας. Ίσως το μυστικό της τέχνης του Βέλγου συγγραφέα να βρίσκεται σ' αυτές ακριβώς τις εμμονές (που συχνά φαίνονται παράλογες αλλά τι άλλο είναι οι εμμονές) με τις οποίες προικίζει τους ήρωές του. 'Ισως πάλι να είναι η κατανόηση και η συμπάθεια που δείχνει για όλους τους χαρακτήρες του, ακόμα και για τους πιο αρνητικούς. Ή γιατί, σε τελευταία ανάλυση, και ο ίδιος με τις εμμονές του, τις υπερβολές του και το δύστροπο χαρακτήρα του δεν ήταν παρά ένας ακόμα ήρωας του έργου του.







Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία είναι από την ομώνυμη ταινία του Pierre Granier-Deferre, του 1971, με τον Ζαν Γκαμπέν και την Σιμόν Σινιορέ ενώ στη δεύτερη είναι ο συγγραφέας με τον πρωταγωνιστή της ταινίας. (17/20)

Υ.Γ: Είναι "Ο Γάτος" ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, όπως τα περισσότερα του Σιμενόν; Γιατί όχι; Υπάρχει το πιθανό έγκλημα: η δολοφονία του γάτου, που πρέπει να εξιχνιάσει ο Εμίλ και η βασική ύποπτος: η Μαργκερίτ. Θα μπορούσα, επίσης, να αλλάξω παραμέτρους και να υποστηρίξω ότι εγκληματίες είναι και οι δυο τους με θύμα την κοινή τους ζωή καθώς εγκλωβίζονται σε μια σχέση τύπου:"ούτε μαζί ούτε χώρια", που τρέφεται απ' το αμοιβαίο μίσος τους. Αν αυτό θεωρείται παρατραβηγμένο θα το έπαιρνα πίσω και θα έλεγα ότι πρόκειται για ένα ψυχογραφικό δράμα... χαρακτηρισμός μάλλον βαρύγδουπος για ένα έργο που περιέχει πλήθος κωμικών σκηνών (ή μήπως όχι) τόσο εξαιρετικές που ακόμα και ο Μολιέρος (άλλος μεγάλος ανατόμος των ανθρώπινων εμμονών) θα τις ζήλευε. Σκηνές που αναμφίβολα θα μπορούσαν να το εντάξουν στο είδος των κωμικών μυθιστορημάτων...

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

Τρία δωμάτια στο Μανχάταν

Ζωρζ Σιμενόν, εκδ. Άγρα, μτφ. Αργυρώ Μακάρωφ.


"Από σάρκα και χρόνο πλασμένοι"

Π. Μπουκάλας











Όταν συναντιούνται μέσα στη νύχτα σ' ένα μπαρ στο Μανχάταν, η Καίυ και ο Φρανσουά, είναι και οι δυο σε απόγνωση. Εκείνος, ένας Γάλλος γύρω στα πενήντα, έχει έρθει στη Νέα Υόρκη στην προσπάθειά του να ξεχάσει ότι η γυναίκα του τον άφησε για κάποιον νεαρό, εκείνη, διωγμένη από το δωμάτιο που μοιραζόταν με μια φίλη, δεν έχει καν ένα χώρο για να κοιμηθεί...

"Δυο φαρδιές λεωφόροι, σχεδόν άδειες, και κατά μήκος των πεζοδρομίων γιρλάντες με φώτα. Σε μια γωνία της διασταύρωσης, οι μακρόστενες τζαμαρίες μιας καντίνας φωτίζονταν με ένα φως βίαιο, επιθετικό, απίστευτης χυδαιότητας. Έμοιαζε μάλλον με μακρόστενο γυάλινο κλουβί, όπου έβλεπες τους ανθρώπους σαν σκουρόχρωμους λεκέδες, και όπου μπήκε ο Φρανσουά Κομπ, για να μην είναι πια μόνος. Κατά μήκος του ατέλειωτου πάγκου που ήταν φτιαγμένος από ένα κρύο πλαστικό υλικό, υπήρχαν ψηλά σκαμπό βιδωμένα στο πάτωμα. Δυο μεθυσμένοι ναύτες παραπατούσαν όρθιοι... Κάθισε τυχαία δίπλα σε μια γυναίκα, την οποία αντιλήφτηκε μόνο όταν ο σερβιτόρος με το λευκό σακάκι στάθηκε μπροστά του για να πάρει την παραγγελία. Η ατμόσφαιρα μύριζε πανηγύρι, λαϊκή χαλάρωση, νύχτες που σέρνεται κανείς χωρίς να αποφασίζει να πάει για ύπνο και επίσης μύριζε Νέα Υόρκη με το ζωώδες και συνάμα ήρεμο ξέδομά της."




Ο Σιμενόν μας οδηγεί μέσα στο Μανχάταν ακολουθώντας σα σκιά τις περιπλανήσεις του ζευγαριού. Από λεωφόρο σε λεωφόρο, από στενό σε στενό, από μπαρ σε μπαρ, από δωμάτιο σε δωμάτιο... Δύο μοναξιές που πασχίζουν να ενωθούν στην πιο πυκνοκατοικημένη αλλά και πιο μοναχική πόλη της Αμερικής. Ένα στα δύο διαμερίσματα αυτής της πόλης κατοικείται από έναν μόνον άνθρωπο, λένε οι στατιστικές και στο μυθιστόρημα του Σιμενόν η αποξένωση και η μοναξιά της μεγαλούπολης αναδεικνύονται με τρόπο υποβλητικό καθώς ο Κομπ τριγυρνά ακατάπαυστα ανάμεσα στα γκρίζα κτίριά της.

"Και όλα αυτά που έβλεπε γύρω του, αυτό το προσκύνημα σ' αυτόν τον γκρίζο κόσμο, με τους μαύρους που πηγαινοέρχονταν κάτω από τα φώτα, με τα μαγαζιά, τα σινεμά με τις φωτισμένες γιρλάντες, τις καντίνες με τα λουκάνικα ή τα λιγωτικά γλυκά τους, όλα αυτά τα μηχανήματα που βάζεις κέρματα για να ακούσεις μουσική ή για να εκσφενδονίσεις μπίλιες σε τρυπούλες, όλα όσα μπορεί να επινοήσει μια πόλη για να ξεγελάσει την ανθρώπινη μοναξιά...
Μια αγωνία που την κουβαλούσε από τετράγωνο σε τετράγωνο, με τις πολυκατοικίες σαν κύβους από τούβλα, που τις προσόψεις τους τις κάλυπταν σιδερένιες σκάλες πυρασφάλειας, και σε κάνουν να αναρωτιέσαι, όχι τόσο πού βρίσκουν το κουράγιο και ζουν εκεί μέσα οι άνθρωποι, πράγμα που είναι αρκετά εύκολο, αλλά το κουράγιο να πεθάνουν εκεί."





Σ' αυτό το αξιόλογο, ατμοσφαιρικό του έργο ο Βέλγος συγγραφέας βάζει τον ήρωά του να περνάει απ' όλα τα στάδια του έρωτα: Από την ανεξήγητη έλξη, στον πόθο και τέλος στον απόλυτο έρωτα μέσα από την παρανοϊκή ζήλεια αλλά και τον φόβο μην χάσει το αντικείμενο του πόθου του... Κι όλα αυτά μέσα στο κλειστοφοβικό, αποπνικτικό και σαρκοβόρο Μανχάταν, που τελικά μόνον ο έρωτας μπόρεσε να δαμάσει.

"Αύριο θα ήταν μια καινούρια μέρα, κι αυτή η ημέρα ήδη ξημέρωνε, ακούγονταν από μακριά οι θόρυβοι της πόλης που ξυπνάει. Για ποιο λόγο να βιάζονταν; Αυτή η μέρα ήταν η δική τους, και όλες οι υπόλοιπες που θα ακολουθούσαν, όπως και η πόλη, αυτή ή κάποια άλλη, δεν θα μπορούσε να τους φοβίσει πλέον."



Ο Σιμενόν αποδεικνύει για μια ακόμη φορά ότι τα καταφέρνει θαυμάσια και εκτός αστυνομικής λογοτεχνίας. Και λέω ακόμη μια φορά καθώς έχει προηγηθεί πριν από μερικά χρόνια η ανάγνωση του επίσης αξιόλογου "45 βαθμοί υπό σκιάν". Το "Τρία δωμάτια στο Μανχάταν" δημοσιεύτηκε το 1946. Είναι το πρώτο που έγραψε αμέσως μετά τη γνωριμία με τη δεύτερη σύζυγό του, την Denyse Quimet, στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου εγκαταστάθηκε στα τέλη του 1945 και αναμφίβολα περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία.
Το 1965 ο Μαρσέλ Καρνέ το μετέφερε με εξαιρετικό τρόπο στον κινηματογράφο. Πρωταγωνιστές ήταν ο Μωρίς Ρονέ και η Αννί Ζιραρντό.










Σημειώσεις: Λόγω του θέματος ο Έντουαρντ Χόππερ είχε την τιμητική του σ' αυτήν την ανάρτηση. Και οι τρεις πίνακες είναι δικοί του. Ο πρώτος είναι λεπτομέρεια από τον περίφημο "Nighthawks" (1942). Απέφυγα να τον βάλω ολόκληρο καθώς τον είχα ξαναχρησιμοποιήσει στην ανάρτησή μου για τον Μπερνέτ και τα "δικαιώματα" θα είχαν μεγαλύτερο κόστος... Το μότο είναι στίχος του Παντελή Μπουκάλα από το ποίημά του: "Ραγδαία ακινησία" ("Ρήματα", εκδ. Άγρα). Η ταραχώδης σχέση του Σιμενόν με την Ντενίζ είχε τραγικό τέλος: Η Ντενίζ οδηγήθηκε σταδιακά στην ψύχωση ενώ η κόρη τους Μαρί-Τζο αυτοκτόνησε. (15/20)

Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

Οι αρραβώνες του κυρίου Ιρ - 2

Ζωρζ Σιμενόν, εκδ. Άγρα, μτφ. Αργυρώ Μακάρωφ.



"Δεν μπορεί να χωρέσει ο ανθρώπινος νους ότι ο Θεός, που είναι πάνσοφος, έβαλε μια ψυχή, κυρίως μια καλή ψυχή, σε ένα κατάμαυρο κορμί".

Μοντεσκιέ









Μια νεαρή γυναίκα βρίσκεται δολοφονημένη σε μια γειτονιά της Βιλζουίφ, στο Παρίσι. Ο δολοφόνος δεν θα μπορούσε να είναι κανένας άλλος, παρά μόνο ο κύριος Ιρ...

Ο κύριος Ιρ ή Ίροβιτς. Ένας Ρωσοεβραίος με μητέρα Αρμένισσα, που άλλαξε το όνομά του προς το γαλλικότερο Ιρ.
Ο κύριος Ιρ, που ο μακαρίτης πατέρας του ήταν ένας ράφτης που είχε κατηγορηθεί για τοκογλυφία και είχε κηρύξει πτώχευση ενώ ο ίδιος είχε εκτίσει στο παρελθόν ποινή φυλάκισης έξι μηνών για πώληση πορνοπεριοδικών.
Ο κύριος Ιρ, ένας μονόχνωτος, ακοινώνητος άνθρωπος, που ζούσε μόνος, χωρίς γυναίκα, χωρίς ερωμένη και που οι γείτονές του τον έβρισκαν "παράξενο, ανησυχητικό".
Ο κύριος Ιρ με το απωθητικό παρουσιαστικό και το γελοίο πηδηχτό του περπάτημα...

"Δεν ήταν παχύς. Ήταν πλαδαρός. Ο όγκος του δεν ξεπερνούσε τον όγκο ενός κανονικού άνδρα, όμως σου έδινε την εντύπωση ότι δεν είχε ούτε οστά ούτε σάρκα, ότι δεν υπήρχε τίποτε άλλο εκτός από μια μάζα μαλακή και εύπλαστη, που και οι κινήσεις του ακόμη είχαν κάτι το διφορούμενο. Στο στρογγυλό του πρόσωπο, τα χείλη διαγράφονταν κατακόκκινα, το μικρό μουστάκι κατσαρωμένο με το σίδερο ήταν σαν ζωγραφισμένο με σινική μελάνη και τα ζυγωματικά του ήταν ροζ σαν κούκλας".

Όλα τα παραπάνω, προφανώς, είναι αρκετά για να θεωρηθεί ο κύριος Ιρ βασικός ύποπτος για τις Αρχές αλλά και για την μικροκοινωνία της Βιλζουίφ, που φαντασιώνεται και τελικά κατασκευάζει τον ένοχο, τον απομονώνει και τον συνθλίβει...








Με τους "Αρραβώνες του κυρίου Ιρ" του 1933(!) ο Σιμενόν περιγράφει το μηχανισμό με τον οποίο οι άνθρωποι μετασχηματίζουν τις προκαταλήψεις τους και τις φοβίες τους σε όπλα ενάντια στον Άλλο, όπου ο Άλλος δεν είναι μόνο ο ξένος ή ο Εβραίος αλλά γενικότερα ο διαφορετικός, αυτός που δεν ανταποκρίνεται στα στερεότυπά τους. Κι όλα αυτά αρκετά χρόνια πριν το Ολοκαύτωμα κι από έναν συγγραφέα που κατηγορήθηκε για αντισημιτισμό.
Ο Ιρ, ο ηδονοβλεψίας, ο απατεωνίσκος που κερδίζει τα λεφτά του εξαπατώντας με "νόμιμο" τρόπο κάποιους ανυποψίαστους πολίτες, ο τακτικός θαμώνας του λευκού πορνείου, είναι ο κατάλληλος αποδιοπομπαίος τράγος για την αστυνομία, που δείχνει να μην την απασχολεί ποιος είναι ο πραγματικός ένοχος της δολοφονίας. Άλλωστε ούτε κι ο Σιμενόν δείχνει να νοιάζεται. Άλλο είναι, γι' αυτόν, το έγκλημα.

Πέρα απ' όλα αυτά ο Ζωρζ Σιμενόν γράφει ένα ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα γεμάτο από εκπληκτικές σκηνές "ανθολογίας": Η σκηνή στο πορνείο-κρεοπωλείο, ο τελετουργικός τρόπος με τον οποίο ο Ιρ προετοιμάζεται καθημερινά για να πάρει μάτι τη γειτόνισσά του, η σκηνή στο μπόουλινγκ, όπου εντελώς απροσδόκητα ο Ιρ διαπρέπει ως ζογκλέρ...
Αστείρευτο χιούμορ, ειρωνεία, μοναδική σκιαγράφηση χαρακτήρων, συνεχής ένταση με σοφές δόσεις επιβράδυνσης, είναι μερικά μόνο απ' τα στοιχεία του αριστουργηματικού μυθιστορήματος, που έγραψε ο Βέλγος συγγραφέας στην αρχή σχεδόν της σταδιοδρομίας του. Κι όλα αυτά σε γλώσσα απλή αφού καθώς υποστήριζε ο ίδιος: "Όταν βρίσκετε μια ωραία φράση, κόψτε την (coupez-la). Κάθε φορά που ανακαλύπτω κάτι τέτοιο σ' ένα απ' τα μυθιστορήματά μου, είναι για κόψιμο (c'est a couper)". Η αγάπη για τη γλώσσα δεν πρέπει επ' ουδενί να εκδηλώνεται στα γραπτά του, σύμφωνα με τα λεγόμενά του.






"Καθισμένος σ' αυτό το τραπέζι, ο κύριος Ιρ έφαγε ψωμί με βούτυρο και ήπιε τον καφέ του, αργά, κοιτάζοντας ίσια μπροστά του. Όταν τελείωσε, έμεινε λίγο ακόμη ακίνητος, σα να είχε γίνει ένα με το χρόνο και με το χώρο. Άρχισαν να ακούγονται διάφοροι ήχοι, αδύναμοι και ασαφείς στην αρχή, βήματα πάνω σε ξύλινα πατώματα, κάποιοι χτύποι και σε λίγο ήταν σάμπως όλος ο κόσμος να αναλυόταν σε ρυθμικούς ήχους γύρω από το δωμάτιο".

Coupez-les Monsieur Simenon, coupez-les!






Σημειώσεις: Το μότο του Μοντεσκιέ προέρχεται από "Το πνεύμα των νόμων" και αναφέρεται στη μαύρη φυλή. Το εικαστικό θέμα που ακολουθεί είναι έργο του Paul McCarthy. Η αφίσα προέρχεται από τη δεύτερη κινηματογραφική διασκευή του βιβλίου από τον Πατρίς Λεκόντ, το 1989, με πρωταγωνιστή τον Μισέλ Μπλαν. Τα αποσπάσματα με μπορντό χαρακτήρες είναι απ' το βιβλίο ενώ αυτό με τους μπλε προέρχεται από συνέντευξη του Σιμενόν στον Κάρβελ Κόλλινς το 1955. Εξαιρετική ανάλυση πάνω στο θέμα των στερεοτύπων υπάρχει στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου της Φ. Αμπατζοπούλου, "Ο Άλλος εν διωγμώ", εκδ. Θεμέλιο. (19/20)

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Οι αρραβώνες του κυρίου Ιρ - 1

Ζωρζ Σιμενόν, εκδ. Άγρα, μτφ. Αργυρώ Μακάρωφ.



"Η κόλαση είναι οι άλλοι"

Ζαν-Πωλ Σαρτρ


















Τελειώνοντας την ανάγνωση του μυθιστορήματος του Σιμενόν μου ήρθε αυτόματα στο νου η παραπάνω εμβληματική φράση, που προέρχεται από το θεατρικό έργο του Σαρτρ, "Κεκλεισμένων των θυρών" (1943): Τρία άγνωστα μεταξύ τους πρόσωπα, από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, βρίσκονται μετά το θάνατό τους κλεισμένα σ' ένα δωμάτιο με το φως πάντα αναμμένο, όπου πρέπει να συμβιώνουν αναγκαστικά και για πάντα. Σύντομα διαπιστώνουν ότι πρόκειται για μια σύγχρονη κόλαση χωρίς βασανιστές ή δήμιους. Κανείς τους δεν μπορεί να ξεφύγει από το βλέμμα και την κρίση των άλλων δύο. Και το χειρότερο είναι, ότι δεν υπάρχει δυνατότητα ούτε δολοφονίας ούτε αυτοκτονίας καθώς είναι ήδη νεκροί... καταδικασμένοι να ζουν μαζί, αιώνια, κεκλεισμένων των θυρών.

"Μια στιγμή... κατάλαβα... Ξέρω γιατί μας έβαλαν μαζί... Δεν υπάρχουν σωματικά βασανιστήρια, έτσι δεν είναι; Κι όμως είμαστε στην κόλαση. Και δεν πρόκειται να 'ρθει κανένας άλλος. Κανένας. Θα μείνουμε μόνοι και οι τρεις μαζί ως την αιωνιότητα. Έτσι δεν είναι; Κάποιος όμως λείπει από δω μέσα. Ο δήμιος... Ε, λοιπόν, έκαναν οικονομία στο προσωπικό. Αυτό είναι όλο. Οι πελάτες θα εξυπηρετούνται μόνοι τους, όπως στα εστιατόρια σελφ-σέρβις... Ο δήμιος είναι ο καθένας από μας για τους άλλους δύο".




Αν ο Σαρτρ για την κόλασή του αρκέστηκε σ' ένα δωμάτιο και τρία πρόσωπα, ο Σιμενόν 10 χρόνια νωρίτερα, το 1933, στους αριστουργηματικούς "Αρραβώνες του κυρίου Ιρ", χρειάστηκε μια ολόκληρη γειτονιά με τους κατοίκους της, στη Βιλζουίφ στο Παρίσι. Σύμφωνα με τον Γάλλο υπαρξιστή φιλόσοφο, ως ζωντανοί οριζόμαστε από τους Άλλους, από το ανελέητο βλέμμα τους που αποκαλύπτει την ασχήμια μας ή τις ντροπές μας. Ωστόσο μπορούμε να έχουμε την ψευδαίσθηση ότι οι Άλλοι δεν μας βλέπουν αληθινά όπως είμαστε. Σύμφωνα όμως με τον δαιμόνιο Βέλγο συγγραφέα οι άλλοι ποτέ δεν μπορούν να μας δουν αληθινά όπως είμαστε. Αργά ή γρήγορα αυτό γίνεται αντιληπτό εκμηδενίζοντας κάθε ελπίδα πραγματικής επικοινωνίας ή αλληλοκατανόησης. Κι έτσι κατασκευάζεται η δική του κόλαση.







Σημείωση: Ο πίνακας είναι του Εδουάρδου Σακαγιάν. Παρακάτω μια διάσημη φωτογραφία του Σαρτρ από τον Λιθουανό φωτογράφο Antanas Sutkus, του 1965 και στην τελευταία φωτογραφία ο Σιμενόν. Η φράση του Σαρτρ στα γαλλικά είναι: L' Enfer, c'est les autres. Στα ελληνικά το "Κεκλεισμένων των θυρών" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αιγόκερως.

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2008

Ο τρελός του Μπερζεράκ ... και άλλα

Ζωρζ Σιμενόν . Εκδ. Άγρα , μτφ: Α. Μακάρωφ




"Πιστεύω ότι ο Σιμενόν είναι ένας μεγάλος μυθιστοριογράφος . Ίσως ο πιο σημαντικός και ο πιο αυθεντικός μυθιστοριογράφος της σύγχρονης γαλλικής λογοτεχνίας "

Αντρέ Ζιντ (1939)










Τα παραπάνω λόγια του Ζιντ και η όμορφη σειρά των εκδόσεων Άγρα ήταν αρκετά για να με ωθήσουν να περιπλανηθώ στο παρεξηγημένο Σιμενονικό σύμπαν των αμέτρητων βιβλίων , της ταχύτατης γραφής , των φθηνών εκδόσεων , των 1.500.000.000 αντιτύπων παγκοσμίως , των συγκλονιστικών βιογραφικών λεπτομερειών.





Το 1927 , ο μεγιστάνας του Τύπου Μερλ του προτείνει έναντι αδροτάτης αμοιβής να μείνει κλεισμένος επτά εικοσιτετράωρα μέσα σ' έναν γυάλινο κλωβό και να γράψει ένα μυθιστόρημα υπό τα βλέμματα των περαστικών . Ο Σιμενόν δέχεται αλλά το εγχείρημα δεν πραγματοποιείται γι' άγνωστους λόγους .

Πεθαίνει τη νύχτα 3-4 Σεπτεμβρίου 1989. Όπως ζήτησε ο ίδιος στη διαθήκη του , οι τρεις γιοι του πληροφορήθηκαν το θάνατό του από τις εφημερίδες .





Το πρώτο του βιβλίο που διάβασα ήταν το εξαιρετικό "Το μπλε δωμάτιο" (17/20). Το καταβρόχθισα , στην κυριολεξία , μέσα σε τρεις ώρες . Το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος δεν είναι παρά αφηγηματικοί μονόλογοι ενός ύποπτου κατά τη διάρκεια μιας ανάκρισης . Ασυνήθιστη δομή , με χρονικά άλματα , προλήψεις κι αναλήψεις . Ο αναγνώστης έχοντας καλύψει το μεγαλύτερο μέρος της έκτασης του βιβλίου θα εξακολουθεί να αγνοεί όχι μόνο το θύμα ή τον ένοχο αλλά και το έγκλημα .










Το δεύτερο ήταν ακόμη καλύτερο ... ίσως το αριστούργημά του : " Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν" (18/20).Οι πρώτες σελίδες του βιβλίου είναι από τις ωραιότερες που έχω διαβάσει σε μυθιστόρημα . Ένας αξιομνημόνευτος χαρακτήρας του Σιμενονικού σύμπαντος : ο Κέες Πόπινγκα .Όλοι μας έχουμε κάτι από τον Πόπινγκα μέσα μας . Στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου ξεχνάς ότι διαβάζεις αστυνομικό μυθιστόρημα.


Διάβασα κι άλλα στη συνέχεια . Όλα καλογραμμένα μα χωρίς να φτάνουν το επίπεδο των δύο πρώτων .

"_ Δε μ' ενδιαφέρουν οι επαγγελματίες . Η ψυχολογία τους δεν παρουσιάζει κανένα πρόβλημα . Οι άνθρωποι κάνουν τη δουλειά τους κι αυτό ειν' όλο.
_ Τι σας ενδιαφέρει ;
_ Οι άλλοι . Αυτοί που είναι φτιαγμένοι όπως εσείς κι εγώ και καταλήγουν μιαν ωραία μέρα , απρόσμενα , στο φόνο " .











Στον "Τρελό του Μπερζεράκ" ο επιθεωρητής Μαιγκρέ , κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού αναψυχής με τρένο ,πυροβολείται από έναν άγνωστο και τραυματίζεται . Καθ' όλο το χρονικό διάστημα της ανάρρωσης είναι καθηλωμένος σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου της πόλης Μπερζεράκ . Θα επιχειρήσει να λύσει το μυστήριο του τρελού της Μπερζεράκ που έχει ήδη δολοφονήσει δύο γυναίκες χωρίς να μετακινηθεί από το κρεββάτι του .



"Και ο Μαιγκρέ ήταν φώκια ;Ίσως όχι ακριβώς ! Όμως ούτε και φάλαινα ! ήταν ένα ζώο πολύ χοντρό , ολοστρόγγυλο , με ένα μαύρο γυαλιστερό χρώμα ...που δεν μπορούσε να κινηθεί.Είχε κάτι ατροφικά άκρα όπως οι φώκιες , όμως δεν ήξερε να τα χρησιμοποιήσει.Ήταν εντελώς άκαμπτος...Ήταν μια μεγάλη μάζα μαύρη , ιδρωμένη , αξιολύπητη ."





Το μυστήριο θα λυθεί με τη βοήθεια της γυναίκας του , ενός χάρτη της πόλης και κάποιων καρτ-ποστάλ που θα τον βοηθήσουν ν' αναπαραστήσει πλήρως τον "τόπο" των εγκλημάτων.




"Ο Μαιγκρέ δεν γνώριζε ούτε την πόλη ούτε το σταθμό , ούτε κανένα από τα μέρη για τα οποία του μιλούσαν οι άλλοι ...Από έναν οδηγό Μισελέν είχε πάρει έναν χάρτη της πόλης ...Η πλατεία που έβλεπε ήταν η πλατεία Αγοράς...Ο ποταμός Ντορντόν κυλούσε πίσω από το ξενοδοχείο και δεν μπορούσε να τον δει . Όμως μπορούσε να ακολουθεί τους ελιγμούς του με τη βοήθεια καρτ-ποστάλ...Και φανταζόταν τις μικρές οδούς που συνέκλιναν προς τους μεγάλους δρόμους ..."





Ο επιθεωρητής Μαιγκρέ δεν επιχειρεί να κρίνει αλλά να καταλάβει , να αισθανθεί το βάρος των πραγμάτων , την πυκνότητά τους , τον παλμό και τη μυρωδιά τους . Σα δαίμονας πλησιάζει τους ανθρώπους και τρέφεται με την ουσία τους . Μονάχα με τον τρόπο αυτό μπορεί να δει καθαρά . Το μυστικό του είναι η "μέθοδός" του .


Και από ηθική άποψη , ποιο να είναι το αδύνατο σημείο του , το βίτσιο του ;


Υπήρχε κάποιο ! Το αισθανόσουν ! Κάτω από όλη την αξιοπρέπεια του εισαγγελέα υπήρχε κάτι το ρευστό , το αδιόρατο , το επαίσχυντο ...
Ο Μαιγκρέ όλη την ώρα αναρωτιόταν ...
Όχι το αλκοόλ ! Ούτε ο τζόγος ! Και πράγμα περίεργο , ο επιθεωρητής ήταν έτοιμος να πει : ούτε οι γυναίκες ! Η φιλαργυρία ;...






Η γραφή του Σιμενόν είναι απλή , με υποδόρια ειρωνεία και θαυμάσιες εναλλαγές επιβραδύνσεων κι εντάσεων . "Ο τρελός του Μπερζεράκ" είναι ένα καλογραμμένο κι ενδιαφέρον μυθιστόρημα που όμως δε φτάνει στο επίπεδο των παραπάνω έργων του συγγραφέα .

Τελειώνοντας την ανάγνωση των μυθιστορημάτων του μένουμε συχνά με την εντύπωση πως ο Μαιγκρέ δεν πιστεύει και πολύ στη δικαιοσύνη και πως για κείνον δεν υπάρχει ένοχος παρά μόνο θύματα . Πώς θα μπορούσαν οι δικαστές μέσα σε λίγες ώρες να καταλάβουν έναν άνθρωπο ; Ο Μαλρώ άλλωστε λέει : Το γεγονός ότι δικάζουμε , σημαίνει ολοφάνερα πως δεν καταλαβαίνουμε . Γιατί αν καταλαβαίναμε , δε θα μπορούσαμε πια να δικάσουμε.



"Γράφοντας μυθιστορήματα , είχα την εντύπωση πως προσέγγιζα τον άνθρωπο , πως έμπαινα στο πετσί των προσώπων. Όταν βρισκόμαστε μέσα στο πετσί ενός προσώπου , δεν ξέρουμε καθόλου πού θα μας οδηγήσει . Τον ακολουθούμε μέρα τη μέρα και μόνο στο τελευταίο κεφάλαιο ξέρουμε : Πρέπει να πάει μέχρι την άκρη του ίδιου του εαυτού του . Ρώτησαν τον Μπαλζάκ:"Τι είναι ένα μυθιστορηματικό πρόσωπο;" και απάντησε : "Είναι οποιοσδήποτε μέσα στο δρόμο , που όμως πηγαίνει μέχρι την άκρη του ίδιου του του εαυτού".






Σημείωση : Πολύτιμο βοήθημα γι' αυτήν την παρουσίαση στάθηκε η συνέντευξη του Σιμενόν στον Φρανσίς Λακασέν , απ' όπου και τα αποσπάσματα με τους μπλε χαρακτήρες.(14/20)