Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σελίν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σελίν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Αυγούστου 2019

Mort a credit

Τα αμετάφραστα - 6
"Mort à crédit" (1936), μυθιστόρημα του Louis-Ferdinand Céline (1894-1961).
Ο Σελίν, ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ου αιώνα, με το δεύτερο αριστουργηματικό του μυθιστόρημα, το "Θάνατος επί πιστώσει", μπήγει ακόμα πιο βαθιά το μαχαίρι στον "πολιτισμό". Η γραφή του προχωράει ένα βήμα πιο πέρα από το "Ταξίδι στην άκρη της νύχτας". Πιο ριζοσπαστική, πιο αναρχική, πιο ασθματική, πιο ωμή... Οι φράσεις συντομότερες, η σύνταξη εξαρθρώνεται, τα σημεία στίξης πλημμυρίζουν τις σελίδες και η ζωή πιστώνεται στο θάνατο με δόσεις. Βρισκόμαστε πια πέρα "από την άκρη της νύχτας"...
Όλοι μιλάνε για το Ταξίδι που εκδόθηκε το 1932 αλλά ελάχιστοι για τον Θάνατο που ακολούθησε 4 χρόνια αργότερα. Ο Σαρτρ και η Σιμόν ντε Μπωβουάρ είδαν στο δεύτερο βιβλίο του μια περιφρόνηση, ένα μίσος, για τους απλούς ανθρώπους, που γι' αυτούς είναι ένας προάγγελος του φασιμού. Ο Ελί Φωρ, που είχε επαινέσει το Ταξίδι, έγραψε ότι ο Σελίν εδώ στέκεται μες στα σκατά.
Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε δύο μέρη με ένα πρόλογο, ο οποίος συνεχίζει το Ταξίδι, με τον Φερντινάντ, γιατρό στα φτωχά προάστια του Παρισιού, να αντιμετωπίζει τη ανθρώπινη δυστυχία, τη μικρότητα, την απληστία και τη βλακεία. Από εκεί γλιστρά σταδιακά, μέσα σε παραλήρημα, στις παιδικές κι εφηβικές του αναμνήσεις, οι οποίες και αποτελούν το πρώτο μέρος του βιβλίου. Παρακολουθούμε τον μικρό Μπαρνταμύ στο άθλιο(!) Παρίσι της Belle Époque. Ένα είδος prequel του Ταξιδιού στην άκρη της νύχτας.
Στο δεύτερο μέρος ο αφηγητής μπαίνει στη υπηρεσία ενός λόγιου και ονειροπόλου εκδότη. Από τη μία η έκδοση ενός πρωτοποριακού επιστημονικού περιοδικού, που καταλήγει σε αποτυχία, από την άλλη το χιμαιρικό όνειρο της επιστροφής στη φύση. Τίποτα δεν ευοδώνεται και η αποτυχία βάζει την σφραγίδα της στα πάντα...
Το να μεταφράσει κάποιος Σελίν είναι ένας άθλος και πιστεύω ότι η Σεσίλ Ιγγλέση-Μαργέλλου είναι η κατάλληλη να το αποδώσει και αυτό στη γλώσσα μας. Πριν από αρκετά χρόνια είχε δηλώσει ότι θα το επιχειρούσε...

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009

Ταξίδι στην άκρη της νύχτας - 3

Σελίν , εκδ. Εστία , μτφ. Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου.


"Εκλύει άφθονο φως και ο ζόφος, οσάκις το σκοτάδι ιχνηλατείται από τη μεγάλη λογοτεχνία. Γιατί η μεγάλη λογοτεχνία οδηγεί, σύμφωνα με τον αριστοτέλειο ορισμό της τραγωδίας, εις την τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν".



3. Ο Μπαρνταμού στους Μοντέρνους καιρούς


Το ταξίδι του Μπαρνταμού συνεχίζεται στο "Αμερικάνικο όνειρο" του βιομηχανικά ανεπτυγμένου Νέου Κόσμου. Η Νέα Υόρκη περιγράφεται, σε μερικές από τις πιο λυρικές σελίδες του βιβλίου, σα λαμπερός φαλλός σε στύση. Αλλά κάθε φαλλός κρύβει αιμοφόρα αγγεία στα οποία οφείλει την ορθότητά του, και βέβαια, λειτουργεί κι ως μηχανισμός ούρησης , λειτουργία που συνήθως αποσιωπάται. Έτσι ο ήρωας καθώς περιπλανιέται στο Μανχάτταν και αντικρίζει ενεώς τη λαμπρή, σχεδόν εικονική, πραγματικότητα του, καταλήγει έκπληκτος στα έγκατα της πόλης, όπου παρακολουθεί το απίστευτο θέαμα της συλλογικής ούρησης κι αφόδευσης .


"Έκπληξη από τις λίγες . Ήταν τόσο παράξενο αυτό που ανακαλύπταμε ξάφνου μες στην καταχνιά , που στην αρχή αρνηθήκαμε να το πιστέψουμε... Φανταστείτε πως ήταν ορθή η πόλη τους , ολόισια . Η Νέα Υόρκη είναι μια πόλη ορθή . Κι είχαμε ξαναδεί πόλεις και πόλεις εμείς , ωραίες , και λιμάνια , σπουδαία μάλιστα ! Μα στους τόπους μας , είναι ξάπλα οι πόλεις ,στην παραλία ή στη όχθη των ποταμών , πλαγιάζουν στο τοπίο , περιμένουν τον ταξιδιώτη , ενώ τούτη δω , η Αμερικάνα , δεν λίγωνε , όχι , στεκόταν ντούρα , εκεί , διόλου ερωτιάρα , τόσο ντούρα που σε τρόμαζε... Τι ανακάλυψη ! Τι Αμερική ! Τι σαγήνη !"




Φτώχεια, μετανάστες που αναζητούν καλύτερη τύχη, αλλοτρίωση της εργασίας... Δεν έχουν φαίνεται αλλάξει και πολλά στα 80 χρόνια που έχουν περάσει από τη δημιουργία του μυθιστορήματος. Και ο Μπαρνταμού μετανάστης φτάνει από την Ν. Υόρκη στο Ντητρόιτ, στο εργοστάσιο κατασκευής αυτοκινήτων Φορντ, με το πρωτόγνωρο, για τους Ευρωπαίους, σύστημα οργάνωσης της εργασίας. Εκεί, ως άλλος Σαρλώ, θα ανακαλύψει τη Βιομηχανική επανάσταση. Πώς μπορείς όμως να παραμείνεις άνθρωπος όταν για οκτώ συνεχείς ώρες τη μέρα δεν κάνεις τίποτα άλλο παρά να επαναλαμβάνεις μια μηχανική κίνηση ακούγοντας τους εκκωφαντικούς ήχους των μηχανών ;
"Το αργοκίνητο βαγονάκι, φορτωμένο ντενεκέδια, μοχθεί να περάσει ανάμεσα στα εργαλεία. Να παραμερίσουμε! Ν' αναπηδήσουμε για να ξαναπάρει μπρος άλλη μια δόση το υστερικούλι. Και χοπ! πάει να σπαρταρήσει παραπέρα το ντιντινιστό τρελοβαγονάκι, ανάμεσα σ' ιμάντες και πηδάλια, πάει να φέρει στους ανθρώπους το μερτικό της σκλαβιάς τους. Σ' αηδιάζουν οι σκυμμένοι εργάτες, πρόθυμοι να ευχαριστήσουν όσο πιο πολύ μπορούν τις μηχανές... Δεν είναι η ντροπή που τους κάνει να σκύβουν το κεφάλι. Παραδίνεσαι στο θόρυβο όπως παραδίνεσαι στον πόλεμο. Αφήνεσαι στις μηχανές με τις τρεις ψωροιδέες που παραδέρνουν ακόμη πάνω ψηλά, πίσω απ' το κούτελο. Πάει τέλειωσε. Ό,τι κοιτάς οπουδήποτε, ό,τι αγγίζει το χέρι, είναι τώρα σκληρό... Γεράσαμε φριχτά μονομιάς. Πρέπει να καταργηθεί η έξω ζωή, να γίνει ατσάλι, κάτι χρήσιμο. Δεν την αγαπούσαμε αρκετά όπως ήταν, γι' αυτό. Πρέπει να γίνει αντικείμενο λοιπόν, στερεό, έτσι έχει ο Κανόνας".


4. Ο Μπαρνταμού και οι Άθλιοι των προαστίων του Παρισιού



Τελευταίος μεγάλος σταθμός του ταξιδιού του Μπαρνταμού , τα παρισινά προάστια."Η νύχτα ήταν πια στο σπίτι της". Εκεί στα έκπτωτα, αποψιλωμένα και βιομηχανοποιημένα προάστια, ως γιατρός πια, θα γνωρίσει από κοντά την αθλιότητα, τον αλκοολισμό, τις αρρώστιες, τη στενοκεφαλιά. Η ανημπόρια και η μιζέρια αυτών των καταφρονεμένων μετατρέπεται σε μίσος του ενός για τον άλλον. "Οι ζωές τους δεν είναι παρά κομμάτια φως που καταλήγουν στη νύχτα". Τα πιο έντονα απ' αυτά τα κομμάτια ο Μπαρνταμού θα τα ξεχωρίσει και θα τα συμπονέσει με το δικό του, διόλου κραυγαλέο, τρόπο.
"Οι ακάλυπτοι είναι τα μπουντρούμια των εργατικών κατοικιών... Εκεί έρχονται να τσακιστούν, να ραγίσουν, ν' αναπηδήσουν οι φωνές και οι στριγγλιές των είκοσι σπιτιών ολόγυρα, έως και των μικρών απελπισμένων πουλιών των θυρωρών, που μουχλιάζουν καλώντας με τιτιβίσματα την άνοιξη, που δεν θα την ξαναδούν ποτέ μες στα κλουβιά τους, κοντά στους καμπινέδες, όλοι μαζί οι καμπινέδες, εκεί, στο βάθος της σκιάς, με τις πόρτες τους κρεμάμενες και ξεχαρβάλωτες. Εκατό αρσενικοί και θηλυκοί μπεκρήδες κατοικούν μες σ' εκείνα τα τούβλα και παραγεμίζουν την ηχώ με τους φαφλατάδικους καβγάδες τους, με τις αβέβαιες και πληθωρικές βλαστήμιες τους, μετά το γεύμα του Σαββάτου προπαντός. Είναι η παθιασμένη στιγμή της οικογενειακής ζωής. Τύφλα στο μεθύσι, προκαλούν ο ένας τον άλλο μ' αγριοφωνάρες, ο μπαμπάς χειρίζεται, να τον βλέπατε, την καρέκλα σαν τσεκούρι κι η μαμά τη μασιά σαν σπαθί! Αλίμονο τότε στους ανίσχυρους! Τις αρπάζει ο μικρός. Οι φάπες κολλάνε στον τοίχο ό,τι δεν μπορεί ν' αμυνθεί και ν' ανταποδώσει: παιδιά, σκυλιά ή γατιά".






















"Tout cela est danse et musique" έγραφε σ' ένα γράμμα του, το 1933, για το βιβλίο του ο Σελίν. Αυτή η "μαύρη τρύπα που ρουφά όλες τις ηθικές κι αισθητικές μας βεβαιότητες" είναι φτιαγμένη από τα υλικά αυτής της μοναδικής μουζικούλας του. Καθώς ο Σελίν οδηγείται στην άκρη της νύχτας, οδηγείται και στην άκρη της γλώσσας. Γλώσσα και αφηγητής γίνονται ένα. Τρεκλίζουν, ασθμαίνουν, παραληρούν, βιάζονται να φτάσουν στην άκρη... Ένα κράμα λόγιας και καθομιλουμένης γλώσσας, με αισχρολογίες και νεολογισμούς. Όλα αυτά, άψογα συνταιριασμένα, ώστε να προκύπτει μια γραφή ζωντανή, ποιητική, που να ακροβατεί ανάμεσα στο τραγικό και κωμικό.
Έχουν γραφτεί δεκάδες βιβλία για τον Σελίν.Πολλά απ' αυτά αναλύουν την ποιητική του τέχνη (όπως το εξαιρετικό: La poetique de Celine του H. Godard) ενώ άλλα ασχολούνται με τον ρατσισμό του και την κατοπινή φασιστική του ιδεολογία. Αν και πιστεύω ότι το έργο αυτονομείται από τον δημιουργό και αποκτά τη δική του βιογραφία κι ότι αυτά αφορούν τους βιογράφους ή άλλους μελετητές, στην περίπτωση του Σελίν βρέθηκα κι εγώ να κάνω άθελά μου τον ανιχνευτή.

"Αργότερα, όταν πια μας δείξει πόση κατεργαριά, σκληράδα, μπαμπεσιά απαιτεί η ζωή μόνο και μόνο για να συντηρηθεί όπως όπως στους 37ο , τότε μπαίνουμε στο νόημα, αναγνωρίζουμε, καταλαβαίνουμε όλες τις παλιανθρωπιές που περιέχει το κάθε παρελθόν. Αρκεί μονάχα να μελετήσουμε σχολαστικά τον εαυτό μας και το σίχαμα που 'χουμε γίνει... Κοντολογής, η μεγάλη κούραση της ύπαρξης μπορεί να μην είναι τίποτε άλλο απ' τον τεράστιο μόχθο μας να παραμείνουμε εχέφρονες επί είκοσι, σαράντα χρόνια και βάλε, να μην είμαστε απλά, βαθιά ο εαυτός μας, δηλαδή σιχαμεροί, φρικαλέοι, παράλογοι. Είναι εφιάλτης να πρέπει πάντα να παρουσιάζουμε ως ένα μικρό παγκόσμιο ιδεώδες, ως έναν υπεράνθρωπο απ' το πρωί ίσαμε το βράδυ, τον χωλό υπάνθρωπο που μας δόθηκε".


Σημειώσεις: Οι εικόνες είναι με τη σειρά: Μανχάτταν το 1932, ο Τσάρλι Τσάπλιν στην ταινία "Μοντέρνοι καιροί", πίνακας του Ανρί Ρουσσώ "Άποψη των προαστίων του Παρισιού", χαρακτικά του Μεσοπολέμου του Βέλγου χαράκτη Frans Masereel από την ενότητα "Η πόλη" και τέλος, ο Σελίν στο Μεντόν.
Το εισαγωγικό σημείωμα, με τους μπλε χαρακτήρες, είναι απόσπασμα σχολίου της μεταφράστριας Σ. Ιγγλέση Μαργέλλου στο μπλογκ του Ναυτίλου. Θα ήθελα να την ευχαριστήσω για τις παρεμβάσεις της , που αποδεικνύουν την αγάπη αλλά και την σε βάθος μελέτη του σελινικού σύμπαντος. Αυτό άλλωστε φαινόταν και στη μετάφραση. Χωρίς να υπερβάλλω πίσω από κάθε λέξη (κυριολεκτώ όταν λέω κάθε λέξη) κρυβόταν διεξοδική μελέτη και κόπος που οι ανυποψίαστοι αναγνώστες δε θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν. Μακάρι να βρει το κουράγιο να μεταφράσει κι άλλα έργα του .
Η φράση για τη μαύρη τρύπα, με μωβ χαρακτήρες, προέκυψε από σχόλια του Β.Ιντζίδη(metissage,substratum) και του Α.Αρτινού (λεξήματα) στο μπλογκ.
Ο τίτλος της τρίτης ενότητας προέκυψε από την ταινία "Μοντέρνοι καιροί" (1936)του Τ.Τσάπλιν και της τέταρτης από το μυθιστόρημα του Β.Ουγκώ "Οι άθλιοι" (1862).(20/20)

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009

Ταξίδι στην άκρη της νύχτας - 2

Σελίν , εκδ. Εστία , μτφ. Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου .




We are the hollow men / we are the stuffed men
Leaning together / Headpiece filled with straw.Alas!
our dried voices , when / we whisper together / are quiet and meaningless
As wind in dry grass / Or rats' feet over broken glass / In our dry cellar
Shape without form, shade without colour,
Paralysed force , gesture without motion.



Το "Ταξίδι στην άκρη της νύχτας" του Σελίν δεν είναι παρά μια Οδύσσεια του εικοστού αιώνα . Το τέρμα όμως της περιπέτειας του Οδυσσέα - Μπαρνταμού δεν είναι η Ιθάκη αλλά η άκρη της νύχτας . Τι είναι αυτό που αναζητά 0 ήρωας σε αυτό το ταξίδι ; Γιατί δε σταματά όταν κατορθώνει να εξασφαλίσει τον επιούσιο και την ανιδιοτελή αγάπη της Μόλλυ ; Τι είναι αυτό που τον τραβάει στην Άβυσσο ;

"Βυθίζεσαι , τρομάζεις στην αρχή μες στη νύχτα , μα θες παρ' όλα αυτά να καταλάβεις , και τότε δεν εγκαταλείπεις πια τα βάθη . Είναι όμως πολλά τα πράγματα που πρέπει να καταλάβεις ταυτόχρονα . Κι είναι πολύ σύντομη η ζωή . Δεν θες ν' αδικήσεις κανέναν . Έχεις ενδοιασμούς , διστάζεις να τα κρίνεις όλα μονομιάς και προπαντός φοβάσαι μην τυχόν αναγκαστείς να πεθάνεις ενόσω διστάζεις , γιατί τότε θα 'χεις έρθει τζάμπα στη γη . Ό,τι χειρότερο... Γυρεύεις να καταλάβεις τι συμβαίνει γύρω μας στη ζωή".




1. Ο καλός στρατιώτης Μπαρνταμού







Ο Σελίν χειρίζεται την πραγματικότητα σαν ένα κρεμμύδι . Πρέπει να την ξεφλουδίσει απ' όλα τα περιττά - παραπλανητικά φλούδια προκειμένου να φτάσει στον πυρήνα... στην απόλυτη νύχτα . Ίσως έτσι συλλάβει το νόημα της . Ξεκινώντας από τον παραλογισμό του Μεγάλου Πολέμου αποκαθηλώνει μεθοδικά και ανελέητα μία - μία , όλες τις Αξίες του πολιτισμού μας : Ηρωισμός , πατριωτισμός , θρησκεία , εργασία , επιστήμη , πρόοδος , οικογένεια , έρωτας.... Όλα αυτά δεν είναι παρά φανταχτερά ενδύματα που κρύβουν τον εγωισμό , την πλεονεξία και την ευτέλεια των ανθρώπων .

"Η μεγάλη ήττα , σ' όλα τα πράγματα , είναι να ξεχνάς προπαντός τι σ' έκανε να ψοφήσεις , και να ψοφήσεις δίχως ποτέ να καταλάβεις πόσο γομάρια είναι οι άνθρωποι . Άμα βρεθούμε στο χείλος της τρύπας , δεν πρέπει ούτε να κάνουμε τους καμπόσους ούτε όμως να ξεχάσουμε , πρέπει να τα διηγηθούμε όλα κατά λέξη , ό,τι πιο φαύλο είδαμε στους ανθρώπους , κι έπειτα να τα τινάξουμε και να χωθούμε μέσα . Είναι αρκετή δουλειά αυτό για μια ζωή ολόκληρη".

Από τη μια οι σκηνές φρίκης του πολέμου κι από την άλλη οι κωμικές προσπάθειες του ήρωα να πιαστεί αιχμάλωτος για να γλιτώσει . Προσπάθειες που φέρνουν στο νου το διήγημα του Μωπασάν "Η περιπέτεια του Βάλτερ Σναφς". Τελικά ο Μπαρνταμού επιστρέφοντας τραυματίας στα μετόπισθεν , στο Παρίσι , διαπιστώνει ότι ο πόλεμος συνεχίζεται κι εκεί , μόνο που ο θάνατος δεν επέρχεται άμεσα , από σφαίρα ή θραύσμα οβίδας αλλά έμμεσα από την απληστία και την αδιαφορία κάποιων "συνανθρώπων".




2. Ο Μπαρνταμού στην καρδιά του σκότους



He cried in a whisper at some image , at some vision -

he cried out twice , a cry that was no more than a breath -

"The horror ! The horror !"



Μετά τον παραλογισμό του πολέμου οι θλιβεροί τροπικοί της αποικιοκρατούμενης Αφρικής . Ο Σελίν θα συνεχίσει να γδέρνει το ζωντανό πτώμα του πολιτισμού . Θα συνεχίσει να "χώνεται στην αλήθεια ίσαμε τα μπούνια". Εκεί στους τροπικούς , όπου "βράζουν τα χρώματα και τα πράγματα " , όπου "το ταμ ταμ του κοντινού χωριού σου τσιγάριζε , ψιλοκιμαδιασμένα , τα κομματάκια της υπομονής σου" , όπου "το να τη γλιτώσεις σε τέτοιες συνθήκες καταντάει αυθεντικό έργο αυτοσυντήρησης" , ο Μπαρνταμού θα συνειδητοποιήσει ότι Λευκοί και Μαύροι είναι στην ίδια σχεδόν άθλια μοίρα κινούμενοι στις τροχιές του Παραλόγου ενώ αυτοί που επωφελούνται βρίσκονται πολύ μακρύτερα .

Οι εναλλαγές δραματικού και κωμικού , έντονες στο πρώτο μέρος , εδώ είναι συνεχείς . Οι πιο δραματικές στιγμές εμποτίζονται όχι τόσο από ειρωνεία όσο από γέλιο παράλογο . Ένα γέλιο που μερικές φορές θυμίζει τους αδελφούς Μαρξ .

"Κινδυνεύαμε να χαθούμε μες στη λάσπη ύστερα από κάθε μπόρα , όλο και πιο γλοιώδη ,όλο και πιο πηχτή . Ό,τι έμοιαζε χθες ακόμη με βράχο σήμερα δεν ήταν πια παρά πλαδαρή μελάσα. Απ' τα κρεμαστά κλαριά , το χλιαρό νερό ορμούσε καταπάνω σου σαν καταρράκτης , σε κυνηγούσε , απλωνόταν μες στην καλύβα και παντού ολόγυρα σαν στην κοίτη ενός αρχαίου , ξεχασμένου ποταμού . Τα πάντα μετατρέπονταν σε χυλό συμπράγκαλων, ελπίδων και λογαριασμών , συν ο πυρετός , υγρός κι αυτός . Κι η βροχή , τόσο πυκνή που σου βούλωνε το στόμα όταν σου χυμούσε , σαν χλιαρό φίμωτρο . Ο κατακλυσμός δεν εμπόδιζε τα ζώα να κυνηγιούνται , τ' αηδόνια βαλθήκαν να κάνουν το ίδιο σαματά με τα τσακάλια . Αναρχία παντού , και στην Κιβωτό εγώ , ο Νώε , ξεκουτιάρης ".








Σημειώσεις:Οι εικόνες είναι με τη σειρά : Tardi από εικονογράφηση του μυθιστορήματος , φωτογραφία από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο , πίνακας του Henri Rousseau "Τα φλαμίγκος" , φωτογραφία του Σελίν το 1960.
Το πρώτο κείμενο στα αγγλικά είναι από το ποίημα του Τ.Σ.Έλιοτ "Οι κούφιοι άνθρωποι" (1925) ενώ το δεύτερο του Τ.Κόνραντ "Στην καρδιά του σκότους" (1899).
Χώρισα το βιβλίο σε 4 μεγάλες ενότητες . Στις δύο , που αναπτύσσω στην ανάρτηση αυτή , έδωσα τίτλους που αντιστοιχούν στο βιβλίο του Γ. Χάσεκ "Ο καλός στρατιώτης Σβέικ" (1923) και στο παραπάνω βιβλίο του Κόνραντ καθώς μέσα στο κείμενο του Σελίν διακρίνεται ο απόηχός τους.


Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

Ταξίδι στην άκρη της νύχτας - 1

Σελίν , εκδ. Εστία , μτφ. Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου.
















Είναι ευτυχής ο αναγνώστης που έστω και μια φορά το χρόνο θα διαβάσει ένα βιβλίο που θα παρακαλάει να μην τελειώσει . Και το βιβλίο του Σελίν δεν τελειώνει... Είναι από τα βιβλία που ακόμα κι όταν διαβάσουμε την τελευταία τους σελίδα , συνεχίζουν να ζουν μέσα μας . Είναι από εκείνα τα κλασικά που "ασκούν μια ιδιαίτερη επίδραση τόσο όταν επιβάλλονται ως αλησμόνητα όσο και όταν κρύβονται στις πτυχές της μνήμης με τη μορφή του συλλογικού ή ατομικού ασυνείδητου". Το ταξίδι στην άκρη της νύχτας είναι ένα ταξίδι στην σκοτεινή πλευρά του Ανθρώπου . Είναι ένα ταξίδι που μας χρησιμεύει να κατανοήσουμε ποιοι είμαστε και πού έχουμε φτάσει...




Κάποιες φορές κοιτάζοντας τους αμέτρητους τόμους που η βιβλιοφιλική μου βουλιμία έχει συσσωρεύσει , αναρωτιέμαι : Προς τι ; Ίσως κάποια στιγμή βρω το κουράγιο να κάνω ένα ξεκαθάρισμα και να κρατήσω λίγες δεκάδες μόνο . Ανάμεσά τους θα είναι σίγουρα τα μυθιστορήματα του Σελίν . Δίπλα σε αυτά του Σαίξπηρ , του Στερν , του Ντοστογιέφσκι , του Τολστόι , του Κάφκα , του Προυστ , του Τζόυς... Ή θα ακολουθήσω την πρακτική ενός αναγνώστη , δασοφύλακα , τα λόγια του οποίου παραθέτει ο ίδιος ο Σελίν σε ένα άρθρο του, το 1933 :

" Στη βιβλιοθήκη μου υπάρχουν βιβλία όλων των ειδών . Μα αν τα ανοίξετε θα εκπλαγείτε . Είναι όλα τους λειψά . Σε μερικά το εξώφυλλό τους δεν κρύβει παρά μόνο δυο ή τρία φύλλα . Έχω τη γνώμη πως πρέπει να κάνουμε την καθημερινή μας ζωή πιο εύκολη . Γι' αυτό διαβάζω κρατώντας ψαλίδι και συγχωρήστε με αλλά κόβω ό,τι δεν μου αρέσει . Έτσι όλα όσα διαβάζω δε με προσβάλλουν ποτέ . Από τους "Λύκους" κράτησα δέκα σελίδες , ακόμα λιγότερες , από το "Ταξίδι στην άκρη της νύχτας" . Από τον Μπωντλαίρ κράτησα 200 στίχους κι απ' τον Ουγκώ λιγότερους . Ενώ από τον Προυστ , το δείπνο στης δούκισας του Γκερμάντ και το πρωινό στο Παρίσι από την Φυλακισμένη".
Και σχολιάζει στη συνέχεια ο Σελίν : "Πόσο αξιέπαινος είναι ! Δεν μας τυχαίνει κάθε μέρα το μεγαλείο τέτοιων μηνυμάτων . Και να 'μαστε όλοι μας , ένδοξοι νεκροί κι ασήμαντοι ζωντανοί , ξεβρακωμένοι από τον φοβερό δασοφύλακα".



Διαβάζω το "Ταξίδι στην άκρη της νύχτας" εδώ και δέκα μέρες παράλληλα με το πρωτότυπο . Το διαβάζω αργά , δυνατά , απολαμβάνοντας κάθε του λέξη , κάθε του φράση . Είναι γεγονός ότι η ανάγνωση τέτοιων βιβλίων έρχεται σε αντίθεση με τους δικούς μας ρυθμούς ζωής , οι οποίοι δεν γνωρίζουν τους παρατεταμένους χρόνους . Ο ίδιος άλλωστε ο Σελίν , φαρμακερός όπως πάντα , λέει σε ένα άλλο του έργο (Feerie pour une autre fois) :





"Έχετε κεφάλια υπερβολικά μικρά... μικρά μέτωπα υπερβολικά χαμηλά... καταρχάς είναι ο απαίσιος τρόπος με τον οποίο διαβάζετε... δεν συγκρατείτε ούτε μια λέξη στις είκοσι... κοιτάζετε μακριά , κουρασμένοι... δεν είστε καλλιτέχνες ...
Ανακεφαλαιώνω ... συνοψίζω ... είναι το στυλ Digest... οι άνθρωποι δεν έχουν χρόνο παρά μόνο για να διαβάσουν τριάντα σελίδες... φαίνεται ! το πολύ !... Αυτό απαιτείται ! Σαχλαμαρίζουν δεκαέξι ώρες το εικοσιτετράωρο , κοιμούνται , συνουσιάζονται στο υπόλοιπο , πώς να βρουν το χρόνο να διαβάσουν εκατό σελίδες ; Και επιπλέον , το ξέχασα , έχουν και να χέσουν !..."



Το "Ταξίδι" δεν πρέπει να διαβάζεται σιωπηλά , μόνο με τα μάτια και το νου , χωρίς κανένα ήχο . Ο Σελίν όπως κι ο Τζόυς δίνει στο γραπτό του μια φωνητική εμβέλεια . Η ανάγνωσή του μετατρέπεται σε μια πρακτική μαγική : Ξεκινάς να το διαβάζεις με χαμηλή σταθερή φωνή χωρίς την παραμικρή επιτήδευση κι αισθάνεσαι ότι είναι σα να διαβάζεται από μόνο του .


Φυσικά αυτού του είδους η ανάγνωση δε θα είχε καμιά αξία , αν η μετάφραση δεν ήταν εξαιρετική . Η Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου πραγματοποίησε έναν άθλο και απέδειξε ότι όλα μπορούν να αποδοθούν στη γλώσσα μας . Βέβαια , αν προσπαθήσεις να συγκρίνεις τα δυο κείμενα , φράση προς φράση , πιθανόν σε κάποια σημεία να έχεις ορισμένες αντιρρήσεις , όπως και σε κάποια άλλα να μένεις άναυδος από τις ευφυέστατες μεταφραστικές της επιλογές . Αν όμως τα διαβάσεις κεφάλαιο προς κεφάλαιο , θα συνειδητοποιήσεις ότι αυτό που διάβασες στα ελληνικά είναι ατόφιος Σελίν .








Σημειώσεις : Το "μια φορά το χρόνο" που αναφέρω στην αρχή δεν είναι τυχαίο . Έχω προσέξει ότι κατά μέσο όρο αυτή είναι η δική μου περίπτωση . Στις αρχές του 2008 είχα διαβάσει το αριστουργηματικό "Πέδρο Πάραμο" (10/10) του Χουάν Ρούλφο (εκδ. Πατάκης).
Ο ορισμός για τα κλασικά βιβλία στην πρώτη παράγραφο με τους μπλε χαρακτήρες είναι του Ίταλο Καλβίνο από ένα άρθρο του με τίτλο "Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς". Το απόσπασμα του κειμένου για τον δασοφύλακα δημοσιεύτηκε στο Candide το 1933 και είναι σε μετάφραση του Ναυτίλου.Το μυθιστόρημα "Οι Λύκοι" που αναφέρεται σ'αυτό , είναι του Μαζελίν και πήρε το 1932 το βραβείο Γκονκούρ αντί του Ταξιδιού . Το περί "μαγικής πρακτικής" είναι εμπνευσμένο από ένα κείμενο του Μαλαρμέ που περιγράφει την ανάγνωση ενός χειρογράφου του στον Βαλερύ .
Η φωτογραφία του γαλλικού βιβλίου είναι από τις εκδόσεις Pleiade , απ' όπου διαβάζω το πρωτότυπο . Το 1977 είχαν κυκλοφορήσει κι ένα επετειακό λεύκωμα ,δυσεύρετο πια,με τη βιογραφία του (Album Celine).
Από μια μαρτυρία του Αγίου Αυγουστίνου , σύμφωνα με την οποία μένει έκπληκτος όταν αντιλαμβάνεται ότι ο Άγιος Αμβρόσιος διάβαζε με έναν τρόπο που δεν είχε ξαναδεί ποτέ : σιωπηλά χωρίς να εκφωνεί τις λέξεις , εικάζουμε ότι κάποτε , οι κατά μόνας αναγνώσεις ήταν διαφορετικές από αυτό που είναι σήμερα .