Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

Λυσιμελής πόθος

 
 
 
 
 
Αυτοτέλεια του σώματος
 
Τρομερή και θαυμάσια
αυτοτέλεια του σώματος.
Όσο βαθιά κι αν διεισδύσει
ποτέ με το άλλο σώμα δεν συγχέεται
ποτέ δεν γίνεται σάρκα μία.
 
 
 
Όπως η θάλασσα
 
Ήταν κι εκείνη όπως η θάλασσα
δεν παραδόθηκε ποτέ στον ήλιο
ούτε νοιαζόταν να τον σαγηνεύσει.
Ωραία γινόταν λίγο πριν απ' την ανατολή
ή λίγο μετά το ηλιοβασίλεμα.
 
 
(Τίτος Πατρίκιος)



 
Σημειώσεις: Η εικόνα είναι έργο του Χρόνη Μπότσογλου. Τα ποιήματα προέρχονται από την συλλογή ερωτικών ποιημάτων του Τίτου Πατρίκιου: Λυσιμελής πόθος, εκδ. Κίχλη. Πρόκειται για μια σχεδόν συγκεντρωτική συλλογή των ερωτικών ποιημάτων του Πατρίκιου. Είχε κυκλοφορήσει παλαιότερα από τον Καστανιώτη. Η νέα έκδοση συμπληρώθηκε με άλλα οκτώ ποιήματα.
 
 

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Στην καλύβα του Εύμαιου







Καλά είναι εδώ, είπε ο Οδυσσέας
πίνοντας το γλυκό κρασί
και τρώγοντας το κρέας
που του πρόσφερε ο Εύμαιος,

ποτέ να μην τελειώσει αυτή η στιγμή
που καθόμαστε και λέμε ιστορίες,
μισοψεύτικες μισοαληθινές,
κι έξω απ' την πόρτα λιάζονται τα σκυλιά.


(Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος)



 
 
 
Σημειώσεις: Το ποίημα είναι από τη συλλογή: Γράμματα σ' έναν πολύ νέο ποιητή (εκδ. Πόλις). Στην εικόνα, λεπτομέρεια από έργο του Χρήστου Μποκόρου από την έκθεσή του στο Μουσείο Μπενάκη με τίτλο: "Τα στοιχειώδη". Κύριο θέμα του Μποκόρου στην έκθεση αυτή είναι οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι μαζί με τα ελάχιστα απαραίτητα της ζωής: λίγο φαί, νερό να ευπρεπιστούμε, ένα κατάλυμα και μια πόρτα ανοιχτή. Όλα ζωγραφισμένα πάνω σε πεπατημένα σανίδια.
 

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Ο ποιητής έξω





Ο ποιητής έξω από το σώμα

της γυναίκας που πόθησε. Μαζεύεται σε μιαν άκρη. Όσο ο πόθος του απλώνεται, τόσο συρρικνώνεται το σώμα του. Ο πόθος καταλαμβάνει το δωμάτιο, κυριεύει την υπόλοιπη ανδρική συντροφιά που ικανοποιεί το πάθος της για τη γυναίκα του ποιητή. Στο μεταξύ αυτός συρρικνώνεται και συρρικνώνεται, γίνεται μια κουκκίδα πάνω δεξιά στο μαξιλάρι του κρεβατιού της. Η γυναίκα απορημένη καρφώνει το βλέμμα στην κουκκίδα. Μα γιατί αργεί τόσο πολύ το σώμα του; Αργότερα θα καταλάβει ότι αυτή η άνω τελεία τον κάνει καλύτερο εραστή από άλλους ποιητές. 
 
(Γεωργία Τριανταφυλλίδου)
 
 
 
 
Σημείωση: Το ποίημα της Τριανταφυλλίδου βρίσκεται στη συλλογή της: "Ο ποιητής έξω", εκδόσεις Άγρα. Το εικαστικό είναι έργο του Χουάν Μιρό με τίτλο "Το πέταγμα της λιβελούλης μπροστά από τον ήλιο".
 

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Θάνος Σταθόπουλος


 




Ανέβηκα μέχρι εδώ για λίγη μουσική. Στην πραγματικότητα, δεν ξέρω αν μ' αρέσει εδώ. Σύννεφα περνούν και δεν μου φαίνεται καθόλου απίθανο να βρέξει. Μπροστά μου, πάνω και πέρα απ' το βουνό. Κανένα τρίξιμο του αέρα, καμιά φωνή απ' τα φύλλα. Κάθομαι σε μια πέτρα.



Μια Κυριακή βράδυ με πανσέληνο, διηγείται η Τερέζα Μπράουνσβικ, ο Μπετόβεν κάθησε στο πιάνο. Τα χέρια του γλίστρησαν στα πλήκτρα αφηρημένα, έτσι άρχιζε πάντα. Αργά, έπειτα, και φυσικά (σχεδόν τελετουργικά) έπαιξε ένα lied του Μπαχ: Αν θέλεις να μου δώσεις την καρδιά σου, δωσ' μου την πρώτα μυστικά, και την κοινή μας σκέψη κανείς να μην μπορέσει να μαντέψει.



Θα μείνω εδώ, είπε το ψάρι κι έκατσε. Κι εγώ, είπε η φωνή του.



Ο άνεμος είναι νότιος, κολυμβητής στην κόψη. Στην αποβάθρα, του καιρού η αρμάδα σχίζει τα νερά. Πιο μέσα, κατηφόρισμα. Μήνες πολλοί έχουν περάσει, λες. Δεν είναι κανείς, κανείς δεν διατάζει.



Θυμάμαι τις φλούδες απ' τα μήλα στο τραπέζι και τον ήχο που έβγαζε το μαχαίρι όταν καθάριζε.



Ήμουν σε μια παραλία. Το μόνο που μπορώ να θυμηθώ είναι πως χιόνιζε, γιατί δεν έβλεπα καθόλου τα νερά.



Αλλά, να! Shake, rattle & roll στη ζεστή νύχτα, κι ήθελα να ξυπνήσω όλους τους θανάτους που κοιμούνται στα μπουκάλια. 










Σημειώσεις: Τα ποιήματα του Θάνου Σταθόπουλου προέρχονται από τη συλλογή: "Η ιστορία της μουσικής", εκδ. Ίκαρος.  Έχω και το "Playback", εκδ. Γαβριηλίδης. Από αυτή τη συλλογή δεν μπόρεσα να απομονώσω κάποιο ποίημα. Αν ξεχώριζα κάποιο, θα το αδικούσα, καθώς τα ποιήματα της συλλογής διαβάζονται σε συνέχεια.  Αυτά είναι τα μόνα βιβλία του που έχω εδώ και πολύ καιρό στη βιβλιοθήκη μου και τα αγαπώ ιδιαίτερα. Το όνομά του μού ήταν γνωστό κι από το Τρίτο πρόγραμμα. Ωστόσο προχθές, σε μια λογοτεχνική εκδήλωση, τον άκουσα να προλογίζει το καινούριο βιβλίο του Ίκαρου Μπαμπασάκη. Παράλληλα πρόσεξα ότι συνδεόμαστε και μέσω facebook, μια συνήθεια που απέκτησα μόλις την τελευταία εβδομάδα. Τέλος πάντων, η ταυτοποίηση έλαβε χώρα μόλις σήμερα, για να ξαναδιαβάσω τα ποιήματά του και να τα επανεκτιμήσω. Οι εικόνες της ανάρτησης είναι έργα της Louise Bourgeois (1911-2010). Το πρώτο έχει τίτλο: "Φούγκα" και το δεύτερο είναι από τη συλλογή της: "Υφάσματα".
   

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Εις μνήμην...







"Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ήταν ο παππούς, ο θείος, ο μπαμπάς... η μαμά όχι.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή είδε τη Ρωσία ως μια υπόσχεση, την Κίνα ως ένα ποίημα, τον κομμουνισμό ως το γήινο παράδεισο.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ένιωθε μόνος.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ο κινηματογράφος το απαιτούσε, το θέατρο το απαιτούσε, η ζωγραφική το ζητούσε, η λογοτεχνία επίσης ... το ζητούσαν όλοι...!
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή: "η ιστορία είναι με το μέρος μας".
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή του το είχαν πει.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή δεν του τα είχανε πει όλα.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή πρώτα...πρώτα...πρώτα ήταν φασίστας.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή είχε καταλάβει ότι η Ρωσία πήγαινε σιγά, αλλά θα έφτανε μακριά.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ήταν πλούσιος αλλά αγαπούσε το λαό.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή έπινε κρασί και τον συγκινούσαν οι λαϊκές γιορτές.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ήταν τόσο άθεος που χρειαζόταν έναν άλλο Θεό.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ήταν τόσο γοητευμένος από τους εργάτες που ήθελε να είναι ένας από αυτούς.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή δεν άντεχε πια να είναι εργάτης.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ήθελε αύξηση μισθού.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή η επανάσταση δεν έγινε σήμερα, ίσως ούτε αύριο, αλλά θα γίνει σίγουρα μεθαύριο.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή η αστική τάξη, το προλεταριάτο, η ταξική πάλη...
Κάποιος ήταν κομμουνιστής για να θυμώσει τον πατέρα του.
Kάποιος ήταν κομμουνιστής λόγω μόδας, κάποιος λόγω αρχών και κάποιος από απογοήτευση.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ήθελε να κρατικοποιήσει τα πάντα.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή είχε ανταλλάξει το διαλεκτικό υλισμό με το κατά Λένιν Ευαγγέλιο.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ήταν πεπεισμένος ότι έχει πίσω του την εργατική τάξη.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ήταν πιο κομμουνιστής απ' τους άλλους.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή υπήρχε το μεγάλο κομμουνιστικό κόμμα.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής παρόλο που υπήρχε το Μεγάλο Κομμουνιστικό Κόμμα.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή δεν υπήρχε τίποτα καλύτερο.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή είχαμε το χειρότερο σοσιαλιστικό κόμμα της Ευρώπης.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή χειρότερο κράτος από το δικό μας, είναι μόνο η Ουγκάντα.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή δεν άντεχε πια σαράντα χρόνια κυβερνήσεις Χριστιανοδημοκρατών ανίκανων και μαφιόζων.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή οποιοσδήποτε πήγαινε κόντρα, ήταν κομμουνιστής.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή δεν άντεχε πια εκείνο το βρώμικο πράγμα που επιμέναμε να αποκαλούμε δημοκρατία.
Κάποιος πίστευε ότι είναι κομμουνιστής, και ίσως να ήταν κάτι άλλο.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ονειρευόταν μια άλλη ελευθερία από την αμερικάνικη.
Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή πίστευε ότι μπορεί να είναι ζωντανός και ευτυχισμένος μόνο εάν ήταν και οι άλλοι.






Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή είχε ανάγκη από μια ώθηση προς κάτι νέο, επειδή ένιωθε την ανάγκη για μια διαφορετική ηθική. Επειδή ήταν ίσως μόνο μια δύναμη, ένα πέταγμα, ένα όνειρο, ήταν μόνο μια παρόρμηση, μια επιθυμία να αλλάξει τα πράγματα, να αλλάξει τη ζωή. Ναι, κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή με την συνεχή αυτή ώθηση, ο καθένας ήταν κάτι παραπάνω από τον εαυτό του. Ήταν σαν... δύο άτομα σε ένα. Από τη μία πλευρά, η προσωπική καθημερινή κόπωση και από την άλλη η αίσθηση του να ανήκεις σε μια φυλή που θέλει να απογειωθεί για ν' αλλάξει πραγματικά τη ζωή! Όχι. Καθόλου θλίψη. Ίσως ακόμα και τότε, πολλοί να είχαν ανοίξει τα φτερά χωρίς να είναι ικανοί να πετάξουν... Σαν υποθετικοί γλάροι. Και τώρα; Ακόμη και τώρα που νιώθω σαν δύο. Από τη μία πλευρά ο άνθρωπος δουλοπρεπής προβάλλεται μέσα απ' την αθλιότητα της καθημερινής του επιβίωσης κι από την άλλη ο γλάρος, που δεν έχει καν την πρόθεση να πετάξει πια, γιατί το όνειρο έχει πλέον σακατευτεί. Δύο δυστυχίες σε ένα μόνο σώμα."











Σημειώσεις: Η ελεγεία είναι του Giorgio Gaber (1939-2003), με τίτλο: "Qualcuno era comunista". Μπορεί να απολαύσει κανείς τη μοναδική του ερμηνεία στο youtube. Έχω αφαιρέσει λίγες μόνο προτάσεις που αφορούν στην ιταλική επικαιρότητα. Η πρώτη εικόνα είναι έργο του Rothko, η δεύτερη, φωτογραφία του Giorgio από παράσταση teatro canzone, είδος στο οποίο διέπρεψε, και η τρίτη, ένας από τους αγαπημένους μου πίνακες: "Sea and rain" (1865), του James Whistler.



Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

Η Αποκριά




Μακριά σ' ένα άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανάπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν-δυο
εν-δυο με παγωμένα δόντια

Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο

Μακριά σ' εν' άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά




Μίλτος Σαχτούρης






Σημειώσεις: To ποίημα του Σαχτούρη είναι από τη συλλογή του: "Με το πρόσωπο στον τοίχο" (1952), που βρίσκεται στα "Ποιήματα (1945-1971)", εκδ. Κέδρος. Το εικαστικό θέμα είναι έργο του Jean Jansem.


Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

Αργύρης Χιόνης (1943 - 25/12/2011)





Συμπληγάδες νύχτες
και μόνος στα κουπιά







Η ποίηση ήταν γι αυτόν
ό,τι για τον Περσέα ο καθρέφτης.
Mόνο μέσ' απ' αυτήν μπορούσε να κοιτάζει
τη φρικτή πραγματικότητα.



"Αφού ποτέ δεν υπήρξε κι ούτε θα υπάρξει ποίημα ωραίο ως δέντρο, γιατί αιώνες τώρα, γράφουμε ποιήματα, κήπους φανταστικούς δημιουργούμε, δίχως καρπούς και δίχως κελαηδίσματα, και δε φυτεύουμε ένα δέντρο ο καθένας, να μεγαλώσει, να φουντώσει, να καθόμαστε τα καλοκαίρια κάτω από τον ίσκιο του, γλυκό κρασί να πίνουμε με φίλους και γειτόνους;"

Σκέψεις που κάνει ενώ εκπονεί το τελευταίο ποίημά του, ποίημα τόσο αδύναμο και αναιμικό που δεν μπορεί ούτ' ένα σπίνο να σηκώσει στα κλαδιά του, ούτ' ένα μυρμηγκάκι να φιλοξενήσει στη σκιά του.




Μόνο η σιωπή, η απόλυτη σιωπή προσφέρεται για τη χαμηλόφωνη συνομιλία των πραγμάτων που, κάτω από άλλες, ηχηρές συνθήκες, ούτ' ένα νεύμα δεν μπορούν να ανταλλάξουν, γιατ΄είν' ευαίσθητα τα πράγματα στον ήχο και δεν αποκαλύπτουν την ψυχή τους εν μέσω οιουδήποτε θορύβου.

Σφαλνά τις πόρτες, τα παράθυρα, τα μάτια, εξώνει από το χώρο ήχο και φως. Ακίνητος, σε μια γωνιά, και σιωπηλός, γίνεται κοινωνός των μυστικών τους, γίνεται κι αυτός πράγμα δικό τους... καλόγερος με λίγα ρούχα κρεμασμένα πάνω του.





Κολυμβητής μεγάλων αποστάσεων μέσα σ' ένα πηγάδι.



Τράβηξε ίσια, ως τον ορίζοντα. Ύστερα, έκανε δεξιά και χάθηκε.





Σημειώσεις: Η ανάρτηση γίνεται εις μνήμην του Αργύρη Χιόνη (στη φωτό), που υπήρξε ένας από τους πιο αγαπημένους μας ποιητές. Όσοι έχουν έρθει σπίτι μας, γνωρίζουν ότι μετά τους μεζέδες και την κρασοκατάνυξη ακολουθούσε πάντα η ανάγνωση... Μερικά από τα πιο αγαπημένα πεζά, που μου άρεσε να διαβάζω στους φίλους μας, ήταν "Οι χελώνες" και "Ο εσωφάγος" από την εξαιρετική συλλογή πεζών του Χιόνη "Όντα και μη όντα" (εκδ. Γαβριηλίδης). Δεν είχαμε τη ευκαιρία να τον γνωρίσουμε προσωπικά αλλά σήμερα νιώσαμε σα να χάσαμε κάποιον δικό μας. Τα παραπάνω ποιήματα είναι από τον "Ακίνητο δρομέα", εκδ. Νεφέλη (ίσως η ωραιότερη συλλογή του) εκτός από το πρώτο που είναι από το "Ό,τι περιγράφω με περιγράφει", εκδ. Γαβριηλίδης. Το εικαστικό είναι τοιχογραφία από την Πομπηία (Περσέας και Ανδρομέδα).


Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011

Μανταντάγιο



Χρειάζεται ένας βίος ολάκερος
για ν' αγαπήσει κανείς τη ζωή

Edgar Lee Masters



Όχι, δεν ειμ' ακόμη έτοιμος
δε θα 'μαι ίσως ποτέ

όσο υπάρχει το άρωμα
του γιασεμιού έξω στον κήπο
τα χελιδόνια στα σύρματα του τηλεφώνου.
Όσο θα πέφτει η βροχή λοξά στο τζάμι
και θ' αφρίζει το κύμα της θάλασσας.
Όσο το πορτοκάλι θα μιμείται
τη σφαιρικότητα της γης κι η μέλισσα
θ' ασπάζεται όλα τα λουλούδια στη σειρά.

Όσο η ματιά θ' ανακαλύπτει άγνωστη γη
στις σελίδες ενός άκοπου βιβλίου
κι η ακοή θ' ακολουθεί εκστατική
τις τρίλιες κάποιου αθώρητου βιολιού.

Όσο θα παίρνω καθημερινά
το μερτικό μου από τους θησαυρούς του κόσμου.













Σημειώσεις: Το ποίημα είναι του Γιώργη Μανουσάκη από τη συλλογή του: "Στ' ακρωτήρια της ύπαρξης", εκδ. Γαβριηλίδης και αναφέρεται, βέβαια, στην ταινία του Ακίρα Κουροσάβα. Από την ταινία είναι και οι δύο φωτογραφίες ενώ η τελευταία εικόνα είναι σχέδιο του σκηνοθέτη. Το Μανταντάγιο (1993) είναι η τελευταία ταινία του Ιάπωνα δημιουργού, μια από τις πιο αγαπημένες μας και βασίζεται στη ζωή του συγγραφέα και καθηγητή γερμανικών Hyakken Uchida (1889-1971). Μετά τη συνταξιοδότησή του, λίγο πριν τον πόλεμο, οι μαθητές του έκαναν κάθε χρόνο, στα γενέθλιά του, ένα πάρτυ προς τιμήν του και τον ρωτούσαν: "Ma adha kai?" (Είσαι έτοιμος;) κι αυτός αφού έπινε μονορούφι ένα τεράστιο ποτήρι μπύρα, απαντούσε: "Mada dayo" (Όχι ακόμη). Ο χρόνος περνούσε, η Ιαπωνία κι ο κόσμος ολόκληρος άλλαζε, οι μαθητές του έκαναν οικογένειες, ακόμα και και το ποτήρι της μπύρας άλλαζε μέγεθος αλλά ο δάσκαλος πάντα το άδειαζε λέγοντας: "Μανταντάγιο"!




Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Τίτος Πατρίκιος




Στίχοι που κραυγάζουν
στίχοι που ορθώνονται τάχα σαν ξιφολόγχες
στίχοι που απειλούν την καθεστηκυία τάξη
και μέσα στους λίγους πόδες τους
κάνουν ή ανατρέπουν την επανάσταση,
άχρηστοι, ψεύτικοι, κομπαστικοί,
γιατί κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα
κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες.
(Ποιες μάζες; Μεταξύ μας τώρα-
ποιοι σκέφτονται τις μάζες;
Το πολύ μια λύτρωση ατομική, αν όχι ανάδειξη.)
Γι' αυτό κι εγώ δε γράφω πια
για να προσφέρω χάρτινα ντουφέκια
όπλα από λόγια φλύαρα και κούφια.
Μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω
να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή.
Όσο μπορώ, κι όσο κρατήσω.






Σημειώσεις: Το ποίημα με τίτλο: Στίχοι,2 (1957), ανήκει στη συλλογή "Το δάσος και τα δέντρα", που περιέχεται στον τόμο: "Μαθητεία ξανά", εκδ. Διάττων, 1991. Το εικαστικό θέμα είναι του Νίκου Κεσσανλή.

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Δόκτωρ Ζιβάγκο - 1

Μπόρις Πάστερνακ, εκδ. Ποταμός, μτφ. Μαρία Τσαντσάνογλου






Μεταφράζεται η ποίηση; Ή για να το θέσω διαφορετικά: Είναι δυνατό να διασωθεί η ποιητικότητα ενός εξαίσιου ποιήματος χωρίς να αλλοιωθεί το περιεχόμενo κατά την απόδοσή του σε άλλη γλώσσα; Προσωπικά υποστηρίζω εδώ και πολλά χρόνια τη ρήση του ποιητή Ρόμπερτ Φροστ: "Ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση". Για να καταλάβει κανείς τι εννοούσε, δεν έχει παρά να διαβάσει, σε γλώσσα που κατέχει στην εντέλεια, μεταφρασμένα δημιουργήματα ποιητών μας. Ας ξεκινήσει με τον Καρυωτάκη κι ας συνεχίσει με τον Σικελιανό ή ακόμη και με τον Ελύτη... Αυτός είναι και ο λόγος που αποφεύγω να διαβάζω μεταφρασμένη ποίηση. Όταν όμως μπαίνω στον πειρασμό να το κάνω, φροντίζω να έχω πλάι μου και το πρωτότυπο. Βέβαια, ο ίδιος ο Πάστερνακ, ποιητής αλλά και μεταφραστής του Σαίξπηρ, του Γκαίτε και του Ρίλκε, σημείωνε το 1944:

"Η μετάφραση είναι αδιανόητη γιατί το θεμελιώδες θέλγητρο ενός έργου τέχνης έγκειται στο ότι το έργο τέχνης είναι ανεπανάληπτο. Πώς μπορεί να το επαναλάβει μια μετάφραση; Κι όμως η μετάφραση είναι εφικτή, γιατί ιδεωδώς θα είναι κι αυτή έργο τέχνης. Θα στέκεται πλάι στο πρωτότυπο, αυτοδικαίως ανεπανάληπτη κι αυτή. Η μετάφραση δεν είναι μέθοδος γνωριμίας με μεμονωμένα έργα, είναι δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ πολιτισμών κι ανθρώπων..."






Ο Μπόρις Πάστερνακ (1890-1960) γεννήθηκε στη Μόσχα. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε σε ένα αστικό και καλλιτεχνικό περιβάλλον. Ο πατέρας, ο Λεονίντ Πάστερνακ, ήταν γνωστός ζωγράφος και η μητέρα του πιανίστρια. Στο σπίτι τους σύχναζαν ο Τολστόι, ο Ραχμάνινοφ και ο Σκριάμπιν. Δίπλα στον τελευταίο ξεκίνησε να μελετάει μουσική, πιάνο και σύνθεση ενώ στα 1909 τα παρατάει για να στραφεί στη φιλοσοφία. Άρχισε τις σπουδές του στη Μόσχα και τις συνέχισε στη Γερμανία, στο πανεπιστήμιο του Μάρπουργκ το 1912. Την επόμενη χρονιά συνειδητοποιεί ότι η ποίηση είναι αυτό που τον ενδιαφέρει και αφοσιώνεται ολοκληρωτικά σ' αυτήν. Ζει έντονα τις επαναστατικές ζυμώσεις και γίνεται ένθερμος υποστηρικτής της επανάστασης, για να απογοητευθεί στη συνέχεια από την πορεία που αυτή πήρε, ιδιαίτερα στα χρόνια του Στάλιν. Στα 1922 εκδίδεται η πιο φημισμένη ποιητική του συλλογή: "Η αδελφή μου η ζωή".

"Όσοι διαβάζουν ρωσικά και δεν τους είναι η ποίηση ξένη λένε πως όταν διαβάζεις Πάστερνακ και γράφει για το χειμώνα, αγγίζεις το χιόνι και κρυώνεις. Ο ίδιος ο Πάστερνακ έλεγε πως όταν γράφεις για την άνοιξη, το ποίημά σου πρέπει να είναι σαν ανοιξιάτικο πρωινό..."*

"Η αδελφή μου η ζωή, με μια πλημμύρα
σ' ανοιξιάτικη βροχή πάνω σ' όλους θρυμματίστηκε"





Τη δεκαετία του '30, στα χρόνια της σταλινικής τρομοκρατίας, γράφει ελάχιστα και ασχολείται κυρίως με μεταφράσεις. Αν και έχει πέσει σε δυσμένεια, επιβιώνει καθώς η ποίησή του αλλά και κάποιες μεταφράσεις γεωργιανών ποιημάτων χαίρουν της εκτίμησης του (Γεωργιανού) Στάλιν. Ο ένας μετά τον άλλον, φίλοι του και συνάδελφοι αυτοκτονούν ή συλλαμβάνονται. Στα 1945 επανεμφανίζεται με τη συλλογή: "Στα πρωινά τρένα" ενώ αρχίζει να γράφει το μεγάλο του μυθιστόρημα: "Δόκτωρ Ζιβάγκο".

"Το κατόρθωμα του Πάστερνακ είναι που σε περιορισμένο, σε ελάχιστο λεκτικό χώρο, μπορεί να δώσει ένα σωρό λεπτομέρειες από εικόνες κι αντικείμενα. Από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ποίησής του είναι οι περιγραφές της βροχής..."***

"Τα περιβόλια βαριούνται την ατέρμονη γαλήνη.
Οι οργισμένες ρεματιές που δέρνονται,
πιο φοβερά απ' τις καταιγίδες, πιότερο
από τις μπόρες μπορούν ν' αναστατώνουν.

Η θύελλα ζυγώνει: με κατάξερο στόμα
το περβόλι αναδίνει μυρουδιά
από τσουκνίδα, από στέγη, από σαπίλα, και δέος.
Σε κολώνες ανεβαίνει το μουγκανητό απ' τα ζωντανά."







Στα τέλη του 1955 ολοκληρώνει το μυθιστόρημά του και τον επόμενο χρόνο, με την έναρξη της αποσταλινοποίησης επιχειρεί να το εκδώσει. Παρά τις συνεχείς και επίμονες προσπάθειές του δεν τα καταφέρνει καθώς του καταλογίζουν ότι το έργο "είναι πολιτικό, χωρίς τη σαφή ιδεολογική θέση και τον διδακτικό τόνο που απαιτεί η επίσημη γραμμή για τη λογοτεχνία". Το χειρόγραφο θα φτάσει στα χέρια του Ιταλού εκδότη Φελτρινέλι για να μεταφραστεί και να εκδοθεί στα 1957. Το 1958 κυκλοφορεί μια "πειρατική" έκδοση στα ρώσικα στην Ολλανδία ενώ δύο μήνες αργότερα του απονέμεται το βραβείο Νόμπελ. Μετά από πολιτικές πιέσεις και απειλές ο Πάστερνακ αρνείται να το δεχτεί δηλώνοντας διπλωματικά: "Το νόημα το οποίο έδωσε η κοινωνία, όπου ανήκω, στο βραβείο που μου απονεμήθηκε, με αναγκάζει να μην το δεχτώ. Μην θεωρήσετε προσβολή την εθελοντική μου άρνηση". Παρόλα αυτά δέχεται στη συνέχεια υβριστικές επιθέσεις από όλα τα επίσημα έντυπα, τα οποία βέβαια παύουν να δημοσιεύουν ο,τιδήποτε δικό του ενώ παράλληλα τον διαγράφουν από την Ένωση Συγγραφέων. Ο Πάστερνακ δεν αποκηρύσσει το έργο του και αρνείται να εγκαταλείψει τη χώρα του όταν σχεδόν τον πιέζουν να το κάνει. Το 1960 πεθαίνει. Η έκδοση του μυθιστορήματός του θα γίνει για πρώτη φορά στη Σοβιετική Ένωση το 1988.


"Άλλοι πράξεις και πλοκή χαράξαν
κι αναπόφευκτα στο τέρμα θα βρεθείς.
Είμαι μόνος. Όλα στην ψευτιά βουλιάξαν.
Άλλος βίος κι άλλο κάμπο να διαβείς."





"Το μυστικό της ποίησης του Πάστερνακ, πιο πολύ ίσως κι από τη μουσική κατάχτηση της γλώσσας, είναι η δύναμη που έχει η ζωή καθώς περνάει μέσα στα ποιήματά του. Δεν υπάρχει μήτε μια στιγμή ακινησίας στην ποίηση αυτή -γιατί η ίδια η ζωή είνα σε αέναη κίνηση, ένας αδιάκοπος ανασχηματισμός... Τη νεροποντή, τη βροχή, τους πάγους, το χιόνι, τα ποτάμια, τη θάλασσα, το υγρό στοιχείο με μια λέξη, κανένας ίσως δεν έχει τραγουδήσει σαν τον Πάστερνακ."***
Το παρακάτω απόσπασμα είναι από το ποίημα: "Λιώνει του ποταμού ο πάγος".

"Ελιγμοί της αρπαχτικής σιωπής,
παραπατήματα του σούρουπου του μεθυσμένου,
όμως τα λεπίδια των πάγων γυμνώθηκαν,
οι πράσινες λάμες χτυπιούνται."

"Η συντακτική και ρυθμική δομή των στίχων του Πάστερνακ υπηρετεί τη δημιουργία ενός ποιητικού συστήματος τόσο εύπλαστου ώστε η τονικότητά του να υποβάλλει την αίσθηση μιας καθημερινής συνομιλίας και να καθιστά δυνατό έναν ποιητικό λόγο τόσο ανεπιτήδευτο όσο η ομιλία την καθημερινή ζωή."**

"Κρυφή θα 'θελα νά 'βρω σημασία
στο καθετί, στα πάντα να εισχωρώ:
στο έργο, στην ατέλειωτην ευθεία
εμπρός, στον βίαιο της καρδιάς παλμό.

Στων ημερών που φύγαν την ουσία
να φτάσω, στ' άγνωστό τους παρελθόν,
τις ρίζες, τα θεμέλια, την αιτία
ν' αγγίξω -το μεδούλι των οστών."




Δε συνηθίζω να κάνω εκτενείς αναρτήσεις για ποίηση και μάλιστα για ξένη ποίηση. Ωστόσο, μετά την ανάγνωση του "μεγάλου" μυθιστορήματος του Πάστερνακ, διαπίστωσα ότι είχα να κάνω περισσότερο με έναν ποιητή και με έναν φιλόσοφο και λιγότερο με έναν μυθιστοριογράφο. Ας θεωρηθεί λοιπόν αυτή η ανάρτηση ως μια απόπειρα προσέγγισης του Πάστερνακ και της τέχνης του.






Σημειώσεις: Τα έργα που κοσμούν την ανάρτηση είναι του Λεονίντ Πάστερνακ (1862-1945), πατέρα του ποιητή. Στο πρώτο απεικονίζεται ο Πούσκιν μπρος στη θάλασσα, στο δεύτερο ο Μπόρις με τον αδελφό του, στο τρίτο ο εντεκάχρονος Μπόρις, στο επόμενο είναι o εικοσάχρονος ποιητής στη Βαλτική. Η τελευταία συνάντηση του Μπόρις με τον πατέρα του έγινε στη Γερμανία το 1923. Ο Λεονίντ είχε πάει με τη γυναίκα του στο Βερολίνο το 1921 για μια εγχείρηση και δεν ξαναγύρισε στη χώρα του. Το 1938 επί ναζισμού κατέφυγε στην Αγγλία. Τα αποσπάσματα σε εισαγωγικά είναι: * του Γιώργου Κοροπούλη: "Μάρμπουργκ και άλλα ποιήματα", εκδ. Παρουσία (με εξαιρετική εισαγωγή 100 σελίδων για τη μεταφραστική του περιπέτεια). ** του Αντρέι Σινιάβσκι (εμπεριέχεται στο προηγούμενο βιβλίο). *** της τσεμπαλίστριας, δασκάλας μουσικής και ποιήτριας Μαργαρίτας Δαλμάτη (1921-2009): "Έξι ποιήματα του Πάστερνακ- μελέτη, ρώσικο κείμενο και απόδοση", 1964 ιδιωτική έκδ. εκτός εμπορίου, που περιέχεται στο τεύχος 71 του περιοδικού "Σημειώσεις". Η ποίηση του Πάστερνακ είναι έμμετρη με συχνή χρήση ομοιοκαταληξίας. Ο Κοροπούλης διατηρεί τη μορφή αυτή στις μεταφράσεις του από τα αγγλικά (τελευταίο ποιητικό απόσπασμα της ανάρτησης). Το ίδιο και ο Άρης Αλεξάνδρου στο απόσπασμα από το ποίημα "Άμλετ", από το βιβλίο του με μεταφράσεις: "Διάλεξα", εκδ. Κείμενα, 1984 (τρίτο στη σειρά). Η Δαλμάτη, που μεταφράζει όπως κι ο Αλεξάνδρου από τα ρωσικά, χρησιμοποιεί ελεύθερο στίχο (τα υπόλοιπα ποιητικά αποσπάσματα).

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

Τροφή για τα χρυσόψαρα





Απόψε σκέψη
Δεν είσαι το κουβάρι
Αλλά η γάτα

Άλογε φόβε
Περ' απ' τη χαραμάδα
Καλπάζεις ποτέ;

Ξάστερη νύχτα
Μονόκεροι περπατούν
Στη λεωφόρο

Άναψε φως
Όπου να 'ναι νυχτώνει
Στο Βερολίνο









Σημείωση: Τα χαϊκού προέρχονται από το ιστολόγιο της Έφης Ζουμπούλη (blog: efi brenthis). Είναι επιλογή από μια ενότητα με τίτλο "Τροφή για τα χρυσόψαρα". To σχέδιο είναι του Ιάπωνα ζωγράφου Takeuchi Seiho (1864-1942).

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

Μελαγχολική ιστορία






Υπάρχει ένας φάρος σε μια προβλήτα ερημική.
Στη ρίζα του ένα λαδί παγκάκι.
Πικρό λαδί, στο χρώμα του καημού.
Ένα μοναχικό παγκάκι σε μια μοναχική προβλήτα
κάτω από τον πιο μοναχικό φάρο του στερεώματος.

Αν τύχει και καθήσει άνθρωπος απελπισμένος
μπορεί ν' ακούσει, στη γλώσσα του τριγμού των ξύλων,
την ιστορία του σπουργίτη που μαράζωσε
'κει δα μπροστά που γίνεται αλάτι το νερό,
και για την πέρκα που έγειρε το πλουμιστό της σώμα
στο βυθό και πέθανε
όταν διαπίστωσαν το τέλειο αδιέξοδο
στον έρωτα πουλιού με ψάρι.


Γιώργος Θεοχάρης






Σημειώσεις: Το ποίημα προέρχεται από τη συλλογή του Γ. Θεοχάρη: "Αμειψισπορά", εκδ. Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Λεβαδείας. Ο ίδιος εκδίδει εδώ και 20 χρόνια ένα από τα πιο αξιόλογα λογοτεχνικά περιοδικά, το "Εμβόλιμον". Το εικαστικό θέμα είναι του Georges Seurat με τίτλο: "Το Γηροκομείο και ο Φάρος στο Ονφλέρ", 1886.

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

Χριστουγεννιάτικη ιστορία






Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ' όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θα 'ρθει και το ξέρει
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ' το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.




Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ' όπλο το απ' το πρωί
Πώς να του πω "Καλά Χριστούγεννα",
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ' το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ' όλα τα υλικά και δίχως λόγια.

Κοντεύουν ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ' όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ' το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ' το σύννεφο της ντουφεκιάς του.




Αν σκέφτεται στ' αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ' αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας τού πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα...

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα, απ' τις μασχάλες πιασ' τονε
σα να 'ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
στις πλάτες του ν' αχνίζει.

Δωσ' του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
πως είναι πεθαμένη.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ' τα ματοτσίνορα
ν' ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ' εκείνους, να δουν πως μεγαλώσαμε
να παρηγορηθούνε.


Μιχάλης Γκανάς







Σημειώσεις: Το ποίημα του Μιχάλη Γκανά είναι από τη συλλογή του: "Γυάλινα Γιάννενα", εκδ. Καστανιώτης και είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου ποιήματα. Όλες οι φωτογραφίες είναι του Τούρκου σκηνοθέτη Nuri Bilge Ceylan που έγινε γνωστός στη χώρα μας με τις ταινίες: Μακριά, Κλίματα αγάπης και Τρεις πίθηκοι. Οι φωτογραφίες είναι από τη συλλογή του: "Ο πατέρας μου".

Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010

Σωτήρης Παστάκας - 2





Έχασα τις βαρείες
τις περισπωμένες,
εκείνη την υπογεγραμμένη
κάτω απ' το βαθύ ωμέγα.
Έχασα τις δασυνόμενες
λέξεις, τα δασύτριχα
εφηβαία. Τώρα που όλες
τα ξυρίζετε και γίνατε
ανορθόγραφες συντόνισα
τις στύσεις μου κι εγώ
στο μονοτονικό.




Σημείωση: Το ποίημα προέρχεται από τη συλλογή "Χαμένο κορμί", εκδ. Μελάνι, 2010. Η φωτογραφία είναι του Manuel Alvarez Bravo (Mexico 1902-2002) και έχει τίτλο "Tentaciones en casa de Antonio" (Πειρασμοί στο σπίτι του Αντωνίου).

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

Σωτήρης Παστάκας - 1



Μεταποιούνται ενδύματα
φωνάζει μια επιγραφή
κάτω απ' το γραφείο μου.
Έχει μακριά μανίκια,
αυτό το πουκάμισο.
Αυτό το σακάκι
φαίνεται ρηχό σ' εμένα
που δεν έχω πλάτες.
Λέω να πάω να τους βρω.
Να μεταποιήσουν επιτέλους
το κορμί μου,
μπας και γίνει ζωή.















Σημείωση: Το ποίημα είναι από τη συλλογή "Χαμένο κορμί", που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μελάνι. Η πίνακας είναι του Διονυσόπουλου με τίτλο "Παλτό και καπέλο".

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

Τα αντικλείδια





Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτε και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποιοι χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν' ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.



Γιώργης Παυλόπουλος






Σημείωση: Το ποίημα είναι από τη συλλογή: Τα Αντικλείδια, εκδ. Στιγμή. Η φωτογραφία τραβήχτηκε φέτος στη Νίσυρο, από έναν φίλο Γερμανό, τον Michael Mueller.

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

Ξαναγυρίζουμε...








Ξαναγυρίζουμε στην εποχή του χαλκού
και του λίθου.

Κυκλοφορούμε ανάμεσα στα τελευταία μαμούθ,
με ξύλινα ρόπαλα και δέρματα ζώων,
ανάβοντας δαδιά και λυχνάρια, για να φωτίσουμε
τις τρώγλες μας,
πασχίζοντας πάνω σε κέρατα και κόκαλα
να ιστορήσουμε τη ζωή μας.

Ξαναγυρίζουμε στην εποχή των παγετώνων,
στη μεγάλη αδράνεια.

Ο ήλιος δε μπορεί να λιώσει τους πάγους μας,
δε μπαίνει απ' τα παράθυρά μας.
Ξάφνου, φουντώνει σα σβηστή φωτιά,
μας καίει τα βλέφαρα,
κι ώσπου να λάμψει,
βυθίζεται ξανά στο υπερπόντιο χάος.

Αποτραβιόμαστε στα σκοτεινά σπήλαια
βουλιάζουμε στην προϊστορική νύχτα.

Ζώα θηριόμορφα, που μόλις σέρνονται στη γη
βγαίνοντας απ' το τέλμα τους,
ιπτάμενα ερπετά,
υδρόβια σαρκοφάγα, πτεροδάκτυλα
μαρτυρούνε το πέρασμά μας.

Ξαναγυρίζουμε στην εποχή των θαλασσίων τεράτων.



Κώστας Στεργιόπουλος





Σημείωση: Το ποίημα προέρχεται από τη σύνθεση "Γη του Πυρός" (7 δείγματα γραφής), της συλλογής "Τα τοπία του ήλιου" (1971) και βρίσκεται στα "Ποιήματα" Β' τόμος (1965-1983), εκδ. Νεφέλη. Τα αποσιωπητικά του τίτλου είναι επιλογή του Ναυτίλου. Το εικαστικό θέμα είναι του A.R Penck.

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010

Ποιος φταίει;


Κώστας Βάρναλης

_ Φταίει το ζαβό το ριζικό μας !
_ Φταίει ο Θεός που μας μισεί !
_ Φταίει το κεφάλι το κακό μας !
_ Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί !
Ποιος φταίει; Ποιος φταίει; Κανένα στόμα δεν το 'βρε και δεν το πε ακόμα.

(Οι Μοιραίοι)







Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια !
Κούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.

Μεροδούλι, ξενοδούλι !
Δέρναν ούλοι: αφέντες δούλοι
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.

Και στον πόλεμ' "όλα για όλα"
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ.

Κι ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
_ Σε καβάλησε ο Χριστός !

Δούλευε για να στουμπώσει
ολ' η Χώρα κ' οι Καμπόσοι.
Μη ρωτάς το πώς και τι,
να ζητάς την αρετή !

Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολον αιώνιο !
Αν ξυπνήσεις, μονομιάς
θα ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.


(Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου)





Σημειώσεις: Ο πίνακας είναι του George Grosz με τίτλο: Η έκλειψη του ήλιου, 1926. Τα ποιήματα είναι αποσπάσματα. Ο κυρ Μέντιος που τραγουδάει την μπαλάντα είναι βέβαια ένας γαϊδαράκος. Το κυρ Μέντιος, ως όνομα για το γαϊδουράκι της λαϊκής παράδοσης, προήλθε μάλλον από τον "Μενδαίο όνο" που απεικονίζεται σε τετράδραχμο (430 π.χ) της αρχαίας Μένδης να μεταφέρει τον Διόνυσο. Απόσπασμα του ποιήματος έχει μελοποιηθεί από τον Λουκά Θάνο κι έχει ερμηνευτεί με τρόπο μοναδικό από τον Νίκο Ξυλούρη.

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Βαγγέλης Κάσσος




Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ


τι στενό πέρασμα
που είναι το κορμί
δισταγμός που δεν καταλήγει
τρυπώνει στο φόβο όπως
το απελπισμένο αγρίμι στη φωλιά του
όπως ο διωγμένος νεκρός
στον τάφο του
επιτέλους πέρασε ο κίνδυνος
η ζωή λέω πέρασε
και δε με πέτυχε





Σημείωση: Το ποίημα προέρχεται από τη συλλογή του Βαγγέλη Κάσσου "Η πείρα του θανάτου", εκδ. Ίνδικτος. Το εικαστικό θέμα είναι του Γ. Ρόρρη με τίτλο "Γυναίκα και σκιά".

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

Ποζιτάνο




Ώχρα, κεραμιδί, λευκό, μέσα στο άφθονο πράσινο των φυλλωμάτων,
μέσα στο γαλανό τ' ουρανού και της θάλασσας. Ωραίες αναλογίες,
κι αυτή η χαρά της φιλικής συμμετοχής, σαν να 'χαμε
συντελέσει κι εμείς στη διαλογή και στη διάταξη χρωμάτων και σχημάτων
κρατώντας μιαν ευγενικήν ανωνυμία.

Ωστόσο,
αυτά τα πέντε θολωτά παράθυρα, όπου πέντε κορίτσια
παραμερίσαν τις άσπρες κουρτίνες να κοιτάξουν τη θάλασσα,
- η μια κρατούσε ένα σταφύλι ραμφίζοντας μία μία
τις μαβιές ρώγες. Η άλλη χτένιζε τα μαύρα μαλλιά της.
Η τρίτη κρατούσε ένα μαντίλι -κι ίσως ένευε στην άσπρη βάρκα.
Οι δύο άλλες στρογγύλευαν τα χείλη τους, σαν να 'ταν
να σφυρίξουν ένα μικρό τραγούδι ερωτικό.

Λοιπόν
αυτά τα πέντε παράθυρα θα 'θελα, σαν ένα πεντάστιχο ποίημα,
να τα υπογράψω καλλιγραφικά και ολογράφως με τ' όνομά μου.

Γιάννης Ρίτσος
Ποζιτάνο 17. IX .78




Σημειώσεις: Το ποίημα έχει τίτλο "Το ποίημα- Ποζιτάνο" και προέρχεται από τον ΙΔ΄ τόμο των Απάντων του Γιάννη Ρίτσου. Η ανάρτηση έγινε με αφορμή τη διαμονή της Πατρίσια Χάισμιθ στο Ποζιτάνο της νότιας Ιταλίας, το 1952. Εκεί η συγγραφέας θα νοικιάσει ένα σπίτι και θα συναντήσει τον άνθρωπο που θα αποτελέσει το μοντέλο του Ρίπλεϋ. Το Ποζιτάνο αποτελεί το κύριο σκηνικό του "Ταλαντούχου κου Ρίπλεϋ ". Στο μυθιστόρημα το αποκαλεί Μοντζιμπέλο, που είναι το άλλο όνομα της Αίτνας. Οι φωτογραφίες είναι από το Ποζιτάνο.