Πέμπτη, 14 Μαΐου 2020

Άννα, σορόρ...





Η γραφή της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ είναι διαυγής, κρυστάλλινη, φινετσάτη και απόλυτα πειθαρχημένη. Καμία επιτήδευση, κανένας "νεωτερισμός". Έχεις την αίσθηση στα κείμενά της ότι τα πάντα κυλούν στους αιώνιους ρυθμούς της φύσης. Για μένα η Γιουρσενάρ είναι μια κλασική στον εικοστό αιώνα...
Το παρακάτω απόσπασμα είναι από τα σημειωματάρια που κρατούσε κατά τη σύνθεση των Απομνημονευμάτων του Αδριανού.
"Η ουσία, η δομή του ανθρώπου δεν αλλάζει ποτέ. Τίποτα δεν είναι σταθερότερο από την καμπύλη ενός ταρσού, από τη θέση κάποιου τένοντα ή από το σχήμα του μεγάλου δάχτυλου του ποδιού. Αλλά υπήρχανε εποχές που τα παπούτσια παραμορφώνανε λιγότερο. Στους αιώνες για τους οποίους μιλώ, βρισκόμαστε πολύ κοντά στην ελεύθερη αλήθεια του γυμνού ποδιού".
Πριν από λίγο καιρό διαβάζοντας την Αινειάδα, στο 4ο βιβλίο, είδα αυτό τον θαυμάσιο στίχο, ο οποίος μου εντυπώθηκε, ίσως και γιατί μου θύμισε τον τίτλο του βιβλίου της Γιουρσενάρ:
"Anna soror, quae me suspensam insomnia terrent!"
(Άννα, αδελφή μου, όνειρα στρεβλά άγρυπνη μες στη νύχτα με αγχώνουν).
Η Διδώ ξεκινά να περιγράψει στην αδελφή της, Άννα, την εντύπωση που της έκανε ο Αινείας. Ερωτεύτηκε αλλά ο έρωτάς της την φοβίζει και προκαλεί εφιάλτες... Ήδη, λοιπόν, από τις πρώτες φράσεις αισθανόμαστε τη δυσοίωνη εξέλιξη αυτού του συναισθήματος.
Στο οπισθόφυλλο της έκδοσης (από το επίμετρο της ίδιας της Γιουρσενάρ) αναγράφεται: "Όσο για το Anna, soror..., ο τίτλος κατά το πρότυπο του Γκρέκο, του ταιριάζει αρκετά καλά, ως έμμεση αναφορά στον σπασμωδικό και τρεμάμενο τρόπο του μεγάλου ζωγράφου από το Τολέδο, σαν μια λαμπάδα που αναλίσκεται πολύ γρήγορα". Ειλικρινά δεν ξέρω αν ο τίτλος αναφέρεται μόνο σ΄αυτό αλλά προσωπικά, γνωρίζοντας, πάλι από το οπισθόφυλλο, την υπόθεση του μυθιστορήματος θα μου ταίριαζε περισσότερο μια αναφορά στην Αινειάδα και στον άτυχο έρωτα της βασίλισσας της Καρχηδόνας.

Οι φωνές της ποίησης

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο
Τα δοκίμια του Θωμά Έλιοτ προσφέρουν εγγυημένη απόλαυση και μάλιστα όταν αυτά έχουν εκδοθεί από ΠΕΚ σε έναν τόσο όμορφο τόμο μεταφρασμένα από τον Άρη Μπερλή.
Ως απόρροια της πρόσφατης ανάγνωσης της Αινειάδας έρχεται και η ανάγνωση του δοκιμίου, "Τι είναι κλασικό;" από μια διάλεξη που δόθηκε το 1944 στη Βιργιλιανή Εταιρεία και όπου ο Έλιοτ ορίζει ως το απόλυτα κλασικό έργο την Αινειάδα.

"...μόνο εκ των υστέρων, σε ιστορική προοπτική, ένα έργο μπορεί να χαρακτηριστεί κλασικό. Αν υπάρχει μια λέξη που μπορεί να δηλώσει το maximum αυτού που εννοώ με τον όρο "κλασικός", είναι η λέξη ωριμότητα... Το καθολικά κλασικό εμφανίζεται μόνον όταν ένας πολιτισμός είναι ώριμος, όταν μια γλώσσα και μια λογοτεχνία είναι ώριμες και πρέπει να το έργο ενός ώριμου πνεύματος. Είναι η σπουδαιότητα αυτού του πολιτισμού και αυτής της γλώσσας, καθώς και το εύρος της σκέψης του συγκεκριμένου ποιητή που εξασφαλίζει την καθολικότητα".

"Η συνέχιση της λογοτεχνικής δημιουργικότητας σε κάθε λαό συνίσταται στη διατήρηση μιας ασυνείδητης ισορροπίας μεταξύ της παράδοσης με την ευρύτερη έννοια -του συλλογικού χαρακτήρα, ας πούμε, που έχει αποτυπωθεί στη λογοτεχνία του παρελθόντος- και της δημιουργικής πρωτοτυπίας τη νέας γενιάς".
"Η απόρριψη της ομοιοκαταληξίας δεν είναι φυγή προς την ευκολία. Αντιθέτως, επιβάλλει μαι μεγαλύτερη δοκιμασία στη γλώσσα. Όταν η καθησυχαστική ηχώ της ομοιοκαταληξίας εκλείψει, η επιτυχία ή αποτυχία στην επιλογή των λέξεων, στη δομή της πρότασης, στη διάταξη του λόγου, γίνεται αμέσως πιο αισθητή. Όταν εκλείψει η ομοιοκαταληξία, ο ποιητής αμέσως παραδίδεται στους κανόνες του πεζού λόγου. Όταν εκλείψει η ομοιοκαταληξία, πολλή αιθέρια μουσική ακούγεται ξαφνικά από τη λέξη, μια μουσική που ως τότε τιτίβιζε απαρατήρητη στο αναπεπταμένο πεδίο του πεζού λόγου. Και αν απαγορευτεί η ομοιοκαταληξία, πολλοί βασιλιάδες θα μείνουν χωρίς γένια".
Απόσπασμα από ένα άρθρο του 1917 με τίτλο, "Σκέψεις για τον ελεύθερο στίχο", το οποίο καταλήγει ως εξής":
"...και συμπεραίνουμε ότι η διάκριση μεταξύ Συντηρητικού Στίχου και ελεύθερου στίχου (vers libre) δεν υφίσταται, διότι υπάρχει μόνον καλός στίχος, κακός στίχος, και το χάος".

Τρίτη, 28 Απριλίου 2020

Ο δήμαρχος του Κάστερμπριτζ

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.


Ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα, θαυμάσια μεταφρασμένο από την Τόνια Κοβαλένκο!
Ο Χέντσαρντ είναι αναμφίβολα ένας από τους πιο αξιομνημόνευτους χαρακτήρες της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Φτιαγμένος από τα ίδια καλούπια με τους σαιξπηρικούς ήρωες είναι ένας άνθρωπος με χαρακτήρα! Άλλωστε αυτός είναι ο υπό-τίτλος του μυθιστορήματος: "Η ζωή και ο θάνατος ενός ανθρώπου με χαρακτήρα". Ο Δήμαρχος του Κάστερμπριτζ δεν είναι κυνηγημένος από κάποιο πεπρωμένο. Είναι ο ίδιος ο χαρακτήρας του που τον οδηγεί στον κολοφώνα της δόξας και στη συνέχεια τον συντρίβει.
Αν ψάξει κανείς να βρει ψεγάδια στη δημιουργία του Τόμας Χάρντι, δεν θα δυσκολευτεί. Αρκετές συμπτώσεις, κάποιες σκηνές ακατέργαστες και κάμποσες αναληθοφάνειες, αλλά όλα αυτά περνάνε σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην τέχνη του. Έχει δημιουργήσει τη μικρή πόλη του Κάστερμπριτζ τόσο έξοχα που είχα την αίσθηση ότι ζούσα εκεί για χρόνια ενώ οι χαρακτήρες του είναι σκιαγραφημένοι με μαστοριά μοναδική. Η ίδια η ιστορία είναι συναρπαστική με σκηνές μεγάλης ομορφιάς, όπως η πώληση της γυναίκας και της κόρης στην παράγκα με την τραχανόσουπα και το ρούμι, ο Χέντσαρντ που βλέπει το ίδιο του το πτώμα να παρασέρνεται από το ρέμα ή ο "χορός" των λαϊκών τύπων του Κάστερμπριτζ, που σχολιάζουν κουτσομπολεύοντας τα τεκταινόμενα στην πόλη και ενίοτε με τις πράξεις τους δρουν ως καταλύτες στην εξέλιξη της δράσης με αποκορύφωμα την παράτα διαπόμπευσης...
Η έκδοση είναι ένα κόσμημα, όπως όλα της σειράς Orbis Literae. Με διαφωτιστικές εισαγωγές και επίμετρα, ένα όμορφο και απόλυτα ταιριαστό πίνακα για εξώφυλλο και, όπως πάντα, τη χαρακτηριστική ράχη των εκδόσεων.

Αινειάδα

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο

Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το συγκλονιστικό 6ο βιβλιο της Αινειάδας, από τις ωραιότερες σελίδες που μου έχει προσφέρει η λογοτεχνία, στέκομαι κάθε τόσο σε διάφορα αποσπάσματα:
Ο Αινείας φτάνει στην Κύμη της Ιταλίας, στο Ναό του Απόλλωνα, με στόχο να συναντήσει την Σίβυλλα που θα τον οδηγήσει στο Βασίλειο των νεκρών. Κι ενώ στέκεται και ολιγωρεί θαυμάζοντας στις πύλες του Ναού τις εξαίσιες εικόνες που έχει χαράξει παλαιότερα ο Δαίδαλος, η Σίβυλλα του λέει: "non hoc ista sibi tempus spectacula poscit" (δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για τέτοιου είδους θεάματα). Πρέπει να πηγαίνουν και η τέχνη μπορεί να περιμένει, άλλα είναι αυτά που επείγουν. Αναρωτιέμαι λοιπόν κι εγώ με τη σειρά μου αν είναι η κατάλληλη στιγμή να διαβάζω την Αινειάδα... Άλλωστε τι έχει να μας προσφέρει ο Βιργίλιος που την έγραψε πριν από 2000 χρόνια; Ο Μωρίς Μπλανσό σε ένα δοκίμιό του (Le livre à venir) γράφει:
Qu'est-ce que Virgile pour nous?
Et qu' est-ce que Rome?
Τις απαντήσεις για τα παραπάνω θα τις βρείτε στην Αινειάδα, ίσως διαφορετικές για τον καθένα μας. Συνεχίζω με τη σκηνή κατά την οποία ο Αινείας και η Σίβυλλα κατεβαίνουν στον Κάτω Κόσμο. Ένα απόσπασμα που μού φέρνει στο νου τον Τελευταίο Σταθμό του Σεφέρη. Ναι, ίσως να μου πείτε πάλι πως εδώ ο κόσμος μας, όπως τον ξέραμε, φαίνεται να καταρρέει κι εσύ μας μιλάς για πορείες στον Άδη, για σιωπές αγαπημένες της σελήνης, για Βιργίλιο, Σεφέρη και Μπροχ - άλλα είναι αυτά που επείγουν. Συνεχίζω, σημειώνοντας μια σύμπτωση: πως και το παρακάτω απόσπασμα και ο Τελευταίος σταθμός εκτυλίσσονται σε δύο περιοχές της Ιταλίας που απέχουν λίγα μόνο χιλιόμετρα μεταξύ τους (Cuma - Salerno). Επίσης, το ποίημα του Σεφέρη και το μυθιστόρημα του Μπροχ γράφτηκαν περίπου την ίδια εποχή (1944).
"ibant obscuri sola sub nocte per umbram,
perque domos Ditis vacuas et inania regna:
quale per incertam lunam sub luce maligna
est iter in silvis, ubi caelum condidit umbra
Iuppiter, et rebus nox abstulit atra colorem".
"Πορεύονταν στο σκότος σκοτεινοί, μονάχοι μες στο μούχρωμα της νύχτας,
του Πλούτωνα διαβαίναν τ' αδειανό βασίλειο, τις άυλες μονές του-
πορεία σα σε δάσος με ένα φως ολίγιστο αβέβαιης σελήνης
την ώρα που την όψη τ' ουρανού την κρύβει ο θεός μες στο σκοτάδι
και πέφτοντας ο ζόφος της νυκτός τα χρώματα της μέρας αποσβήνει".

Τελειώνοντας την Αινειάδα, αν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι είναι δυνατόν να τελειώσει με την Αινειάδα, θέλω να μιλήσω για την Καμίλλα. Την Καμίλλα απ' των Βόλσκων τη φυλή, γυναίκα του πολέμου (bellatrix), πιο γρήγορη στα πόδια κι απ' τους ανέμους.
"Αυτή θα το μπορούσε των σταριών τ' ακρόκορφα πετώντας να περάσει
χωρίς να τα αγγίξει και χωρίς τα στάχυα στην τρεχάλα της να βλάψει
ή μέσα στης θαλάσσης το νερό κρεμάμενη στο φουσκωμένο κύμα
να δράμει με το πόδι φτερωτό δίχως σταγόνα πόντου να το βρέξει"
Κι όταν ρίχνεται στη μάχη, ως αρχηγός του ιππικού, ενάντια στους Τρώες, εξολοθρεύει ένα σωρό με το δόρυ της, το τόξο της ή ακόμη και το δίστομο τσεκούρι της. Όλα αυτά έως ότου εμφανιστεί ο Άρρων (ή ο Χλωρεύς):
"...Με δόρυ και πολλά τεχνάσματα τη γρήγορη Καμίλλα
γυρόφερνε ζητώντας τη στιγμή που θα τον σιγοντάριζε η τύχη.
Κάθε φορά που η κόρη στα πυκνά της μάχης λυσσασμένη αναστρεφόταν
από κοντά ο Άρρων σιωπηλός κρατιόταν στης πορείας της τα ίχνη,
σ' όποια μεριά κι αν πήγαινε αυτή, νικήτρια απ' τον εχθρό γυρνώντας,
εκεί κι ο Άρρων, πάντα στα κρυφά, έστρεφε τα γοργά του χαλινάρια.
Έφερνε κύκλους, όλες τις πλευρές δοκίμαζε, προσέγγιση ζητούσε
εδώ κι εκεί (hos aditus iamque hos aditus omnemque pererrat undique circuitum), σα δαίμονας κακός εκράδαινε το σίγουρό του δόρυ".
Κι ενώ φαίνεται απίθανο ο Άρρων τη λυσσασμένη από τη μάχη να πλησιάσει...
"Εκεί κοντά βρισκόταν ο Χλωρεύς, παλιός ιερωμένος της Κυβέλης,
που από μακριά ξεχώριζε λαμπρός στη φρυγική σκευή του, καβαλάρης
σε άλογο που έβγαζε αφρούς κι είχε τομάρι απάνω του με λέπια
από χαλκό και σύνδεσμους χρυσούς που φάνταζαν σαν πτέρωμα. Ο ίδιος,
αστέρι με πορφύρινη χροιά και χρώματα βαθιά απ' άλλα μέρη,
ετόξευε σαΐτες κρητικές με τόξο λυδικό που απ' τους ώμους
ολόχρυσο κρεμιόταν, και χρυσό το κράνος που του μάντη ιερέα
την κεφαλή εκάλυπτε, χρυσή η πόρπη που την κρόκινη χλαμύδα
με τις λινές θροΐζουσες πτυχές εμάζευε σε κόμπο, ο χιτώνας
και το σαλβάρι μέχρι τα σφυρά με τη βελόνα ήταν ξομπλιασμένα".
Αυτό ήταν! Τα χρώματα τα εξωτικά και οι λάμψεις οι χρυσές θάμπωσαν την Καμίλλα:
"επάνω στου Χλωρέα τη μορφή η κόρη καρφωμένη, μόνο εκείνον
ξεχώρισε απ' όλους, σαν τυφλή, αφύλαχτη στη μάχη, είχε πόθο, γυναίκας πόθο, μέσα στην καρδιά το λάφυρο να κατακτήσει (per agmen femineo praedae et spoliorum ardebat amore) όταν
άδραξε τέλος ο Άρρων τη στιγμή, όπως την παραμόνευε το δόρυ
αμόλησε..."
Για μια μόνο στιγμή ένιωσε η Καμίλλα "γυναίκας πόθο" (femineo amore) και χάθηκε. Βέβαια, να σημειώσω ότι σε αυτό το σημείο ο Παπαγγελής μεταφράζει σχεδόν ερμηνεύοντας καθώς διαχωρίζει έντεχνα τον πόθο από το αντικείμενο του πόθου. Οι αγγλικές μεταφράσεις που είχα στη διάθεσή μου δεν το κάνουν αλλά εγώ, εδώ, με τον Παπαγγελή συντάσσομαι... 

Προσευχές γραμμένες στη Βαϊλίμα




"Κύριε, είμαστε μια δράκα άνθρωποι σε τούτο το νησί και πόσες μυριάδες μυριάδων δέντρα! Δίδαξέ μας το δίδαγμα των δέντρων. Η θάλασσα ολόγυρά μας, που τούτη η βροχή ανεφοδιάζει, βρίθει από αναρίθμητα ψάρια. Δίδαξέ μας, Κύριε, των ψαριών το δίδαγμα. Κάνε να αντιληφθούμε τη δική μας αλήθεια, ότι είμαστε μία μονάχα από τον αμέτρητο αριθμό φυλών που Εσύ φιλοτέχνησες..."
Ακόμη και οι προσευχές μπορούν να είναι έξοχη λογοτεχνία. Η μετάφραση των Προσευχών στη Βαϊλίμα, των νήσων Σαμόα, του Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον, όπως και ο εξαιρετικός πρόλογος, είναι του Σπύρου Γιανναρά.
"Ο Άτακτος λαγός" της Άγρας είναι μία από τις ωραιότερες εκδοτικές σειρές της γλώσσας μας. Ξεκίνησε το 1997 με τη "Νύχτα των Ινδιάνων" (σειρά Α') και μέχρι σήμερα μάς έχει χαρίσει πάνω από 30 διαμαντάκια.

Δημοκρίτου Γνώμαι


Η εικόνα ίσως περιέχει: κούπα καφέ

Δημοκρίτου Γνώμαι σε μετάφραση Δανιήλ Ιακώβ, εκδόσεις Στιγμή από τη περίφημη σειρά των Στοχασμών.
"Ο κόσμος σκηνή θεάτρου, ο βίος παροδικός. Ήλθες, είδες, απήλθες".
(Ο κόσμος σκηνή, ο βίος πάροδος. Ήλθες, είδες, απήλθες)
"Μην είσαι πρόθυμος να μάθεις τα πάντα, γιατί υπάρχει ο φόβος να μείνεις παντελώς αμαθής".
"Συνετός είναι όχι όποιος λυπάται για ό,τι δεν έχει, αλλά όποιος χαίρεται για ό,τι έχει".
"Ευτυχισμένιος δεν είναι ο πλούσιος αλλά αυτός που τον πλούτο δεν έχει ανάγκη"
(Ουχ ο πλουτών αλλ' ο μη χρήζων πλούτου μακάριος)
Να επισημάνω επίσης ότι η εισαγωγή (50 περίπου σελίδων) του Ιακώβ διαβάζεται με περισσότερο ενδιαφέρον και από τις Γνώμες του Δημόκριτου...

Ο Μαιγκρέ στους Φλαμανδούς

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.



Πριν απ' οτιδήποτε άλλο, τα περισσότερα βιβλία του Σιμενόν είναι βιβλία πατριδογνωσίας... κι εδώ ο Μαιγκρέ βρίσκεται στο Ζιβέ, το οποίο είναι μεν Γαλλία αλλά σχεδόν μες στο Βέλγιο. Ο επιθεωρητής Μαιγκρέ δεν επιχειρεί να κρίνει αλλά να καταλάβει, να αισθανθεί το βάρος των πραγμάτων, την πυκνότητά τους, τον παλμό και τη μυρωδιά τους. Σαν δαίμονας πλησιάζει τους ανθρώπους και τρέφεται με την ουσία τους. Μονάχα με τον τρόπο αυτό μπορεί να δει καθαρά.
Τελειώνοντας την ανάγνωση του μυθιστορήματος μένει κανείς με την εντύπωση πως ο Μαιγκρέ δεν πιστεύει και πολύ στη δικαιοσύνη και πως για εκείνον δεν υπάρχει ένοχος παρά μόνο θύματα. Πώς θα μπορούσαν οι δικαστές μέσα σε λίγες ώρες να καταλάβουν έναν άνθρωπο; Σύμφωνα με τον Μαλρώ, το γεγονός ότι δικάζουμε, σημαίνει ολοφάνερα πως δεν καταλαβαίνουμε. Γιατί αν καταλαβαίναμε, δεν θα μπορούσαμε πια να δικάσουμε.
"Γράφοντας μυθιστορήματα, είχα την εντύπωση πως προσέγγιζα τον άνθρωπο, πως έμπαινα στο πετσί των προσώπων. Όταν βρισκόμαστε μέσα στο πετσί ενός προσώπου, δεν ξέρουμε καθόλου πού θα μας οδηγήσει. Τον ακολουθούμε μέρα τη μέρα και μόνο στο τελευταίο κεφάλαιο ξέρουμε: Πρέπει να πάει μέχρι την άκρη του ίδιου του εαυτού του. Ρώτησαν τον Μπαλζάκ:"Τι είναι ένα μυθιστορηματικό πρόσωπο;" και απάντησε: "Είναι οποιοσδήποτε μέσα στο δρόμο, που όμως πηγαίνει μέχρι την άκρη του ίδιου του του εαυτού". (από συνέντευξη του Σιμενόν)